Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά από το αυξημένο κόστος ζωής και τις υψηλές τιμές στα τρόφιμα, καθώς ολοένα και περισσότεροι πολίτες δηλώνουν πως δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκή διατροφή.
Σύμφωνα με την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC) 2024, η οποία αφορά εισοδήματα του 2023, το 7% του πληθυσμού στην Ελλάδα αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, ενώ το 1,6% δήλωσε ότι βίωσε σοβαρή πείνα, με βάση την παγκόσμια τυποποιημένη κλίμακα FIES του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (FAO).
Η έρευνα στηρίζεται σε οκτώ βασικά ερωτήματα που προτείνει ο FAO, στο πλαίσιο του δείκτη βιώσιμης ανάπτυξης για την εξάλειψη της πείνας έως το 2030. Ως «ανεπάρκεια τροφής» θεωρείται κάθε περίπτωση όπου μέλος ενός νοικοκυριού αναγκάζεται να παραλείψει γεύμα, να φάει λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται ή να περάσει ολόκληρη μέρα χωρίς φαγητό, λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.
►Διαβάστε επίσης: Δημογραφικός κατήφορος και στην Κρήτη – «Καμπανάκι» από τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ
Οι αριθμοί πίσω από το φαινόμενο
Από το 2019 έως το 2023, το ποσοστό των πολιτών που αντιμετώπισαν μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής κυμάνθηκε μεταξύ 6% και 8%, με 6,5% το 2023. Η σοβαρή ανεπάρκεια διατηρήθηκε σταθερά γύρω στο 1,5%, με μικρές αυξήσεις το 2020 (1,6%) και το 2023 (1,4%).
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 7,4%, ενώ η σοβαρή στο 1,8%. Η Ρουμανία κατέχει τη δυσμενέστερη θέση με 18,6%, ακολουθούμενη από την Πορτογαλία (11,9%), τη Βουλγαρία (11,6%) και την Ουγγαρία (11,3%).
Η Ελλάδα, με ποσοστό 6,6%, βρίσκεται ελαφρώς κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σε παρόμοια επίπεδα με τη Λιθουανία (6,5%), την Ισπανία (6,5%) και τη Δανία (6,9%).

Η “διατροφική ανασφάλεια” σε αριθμούς
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ενισχύουν τα αντίστοιχα δεδομένα της Eurostat για τη διατροφική ανασφάλεια στην ΕΕ. Κατά μέσο όρο, το 8,5% των πολιτών στις 27 χώρες της Ένωσης δηλώνει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να καταναλώνει ένα «κανονικό γεύμα» μέρα παρά μέρα — δηλαδή ένα πιάτο που περιέχει κρέας, κοτόπουλο, ψάρι ή ισοδύναμα θρεπτικά λαχανικά.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 11,3%, κατατάσσοντας τη χώρα στην πέμπτη χειρότερη θέση της ΕΕ, πίσω από τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία.
Ακόμα πιο ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τα φτωχότερα νοικοκυριά: το 34,6% αυτών δηλώνει ότι δεν μπορεί να πληρώσει για ένα πλήρες γεύμα μέρα παρά μέρα. Παρά τη μικρή βελτίωση σε σχέση με το 2023 (όπου το ποσοστό ήταν 38,2%), η διατροφική ανασφάλεια παραμένει εκτεταμένη, με το 26,9% του πληθυσμού να βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2024.

Η ακρίβεια “τρώει” το φαγητό από το τραπέζι
Η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει ότι τα υψηλά επίπεδα επισιτιστικής ανασφάλειας τροφοδοτούνται από τη διαρκή ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής, που δυσχεραίνουν την πρόσβαση των νοικοκυριών σε επαρκή και ποιοτική τροφή. Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη κοινωνική ανισότητα, καθώς τα πιο ευάλωτα στρώματα δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να καλύψουν βασικές διατροφικές ανάγκες.
