Youth in the loop

Ανήλικοι online: Όρια στα παιδιά, ευθύνες στις πλατφόρμες

Επιστήμη
Ανήλικοι online: Όρια στα παιδιά, ευθύνες στις πλατφόρμες

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Έλεγχο και στις πλατφόρμες προτείνει η Δρ.Πηνελόπη Τρουλλινού εισαγάγοντας στον δημόσιο διάλογο μια άλλη παράμετρο: την επιβολή κανόνων και ορίων στις ίδιες τις πλατφόρμες για το εθιστικό τους περιεχόμενο

Μπορείς να απαγορεύσεις σε ένα παιδί να ανοίξει μια εφαρμογή. Δεν μπορείς όμως να το βγάλεις από τον κόσμο μέσα στον οποίο ήδη ζει. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι πια «οθόνες» ή «χρόνος online». Είναι ο χώρος όπου τα παιδιά επικοινωνούν, ανήκουν, εκφράζονται και μεγαλώνουν.

Η συζήτηση για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, μετά και τις πρόσφατες ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την πρόθεση θέσπισης περιορισμών και νέου νομοθετικού πλαισίου. Με δεδομένο ότι η ψηφιακή παρουσία των παιδιών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους - από την επικοινωνία και την ψυχαγωγία ως τη διαμόρφωση της ταυτότητάς τους - το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνολογικό, αλλά βαθιά κοινωνικό και παιδαγωγικό.

Διαβάστε επίσης: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης για social media και ψηφιακό εθισμό στα παιδιά: «Δίνουμε ένα πρώτο εργαλείο στους γονείς» (vid)

Ωστόσο, μετατοπίζοντας τον φακό εκεί όπου σπάνια κοιτάμε, η Δρ. Πηνελόπη Τρουλλινού, ερευνήτρια και σύμβουλος σε θέματα ηθικής της τεχνολογίας και ψηφιακής κοινωνίας, ιδρύτρια της πρωτοβουλίας Youth in the Loop, επισημαίνει ότι η δημόσια συζήτηση συχνά εστιάζει μονοδιάστατα σε ηλικιακά όρια και χρονικούς περιορισμούς, αφήνοντας στο περιθώριο μια πιο ουσιαστική διάσταση του προβλήματος. Το κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα με την ίδια, δεν αφορά αποκλειστικά ούτε την ηλικία εισόδου των παιδιών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ούτε τον χρόνο που περνούν online, αλλά το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται.

Η κ.Τρουλλινού θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη επιβολής κανόνων και ουσιαστικής ρύθμισης στις ίδιες τις πλατφόρμες, οι οποίες σχεδιάζονται με τρόπους που ενισχύουν την παραμονή και την αλληλεπίδραση των χρηστών, συχνά μέσα από εθιστικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι οι πολιτικές που βασίζονται κυρίως σε απαγορεύσεις με γνώμονα την ηλικία κινδυνεύουν να δημιουργήσουν ένα συγκρουσιακό πλαίσιο μέσα στην οικογένεια, τοποθετώντας τους γονείς απέναντι στα παιδιά τους, αντί να ενισχύουν μια κοινή πορεία κατανόησης και υποστήριξης στον ψηφιακό κόσμο.

Παιδί Κινητό
Φωτογραφία: Shutterstock

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόκληση δεν είναι μόνο να τεθούν όρια, αλλά να επαναπροσδιοριστεί συνολικά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την παιδική παρουσία στον ψηφιακό χώρο – όχι ως πρόβλημα προς περιορισμό, αλλά ως πραγματικότητα που χρειάζεται καθοδήγηση, προστασία και, κυρίως, ουσιαστική κατανόηση. Τελικά το πραγματικό ερώτημα φαίνεται πως δεν είναι πόσο χρόνο περνά ένα παιδί online, αλλά σε τι κόσμο καλείται να μεγαλώσει μέσα σε αυτόν.

Tο Youth in the Loop και το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού έχουν ήδη ξεκινήσει την εθνική καμπάνια διαβούλευσης: «Ακούστε μας πρώτα. Ο ψηφιακός μας κόσμος». Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται να καλύψει ένα κρίσιμο κενό: την απουσία της φωνής των ίδιων των παιδιών από τη συζήτηση για τις οριζόντιες απαγορεύσεις. Στόχος της καμπάνιας είναι να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τον ηλικιακό περιορισμό στην ουσιαστική προστασία των ανηλίκων. Αυτό επιδιώκεται μέσω της αυστηρότερης ρύθμισης και λογοδοσίας των ψηφιακών πλατφορμών, καθώς και της καλλιέργειας κριτικής ψηφιακής παιδείας.

Αν είστε 10 ως 15 ετών, λάβετε μέρος στη διαβούλευση (εδώ)


Διαβάστε επίσης: Εθνική καμπάνια διαβούλευσης για τα ψηφιακά δικαιώματα των παιδιών 10-15 ετών


Η συνέντευξη της Δρ.Τρουλλινού

Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε ολοένα και περισσότερες χώρες του εξωτερικού να λαμβάνουν μέτρα για τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους. Στο "χορό" αυτό μπαίνει και η Ελλάδα, με την κυβέρνηση να έχει προαναγγείλει νομοθετικό πλαίσιο. Ποια είναι η βάση της συζήτησης; Είναι κοινή σε όλες τις χώρες;

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχουν ήδη γίνει σημαντικά νομοθετικά βήματα που μετατοπίζουν την ευθύνη στις ίδιες τις πλατφόρμες, ώστε να προστατεύουν τον χρήστη τόσο σε επίπεδο ιδιωτικότητας όσο και απέναντι σε συστημικούς κινδύνους. Μέσα από κανονισμούς όπως ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR) και η Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA), οι εταιρείες καθίστανται υπόλογες για την προστασία των χρηστών και ιδιαίτερα των ανηλίκων. Καλούνται να αξιολογούν τους κινδύνους και να σχεδιάζουν πιο ασφαλή περιβάλλοντα.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζει μια νέα πρωτοβουλία για την «ψηφιακή δικαιοσύνη», στοχεύοντας να ρυθμίσει πιο άμεσα τον ίδιο τον σχεδιασμό των πλατφορμών. Δηλαδή, να περιορίσει πρακτικές όπως τα εθιστικά χαρακτηριστικά (για παράδειγμα το ατελείωτο scrolling ή το autoplay) και, γενικότερα, τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζεται η συμπεριφορά των χρηστών, ιδίως των παιδιών.

Την ίδια στιγμή, σε εθνικό επίπεδο βλέπουμε συχνά μια διαφορετική κατεύθυνση ή τουλάχιστον η επικοινωνιακή έμφαση να δίνεται στα ηλικιακά όρια και τις απαγορεύσεις. Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Νοέμβριο του 2025 πρότεινε όριο ηλικίας τα 16 έτη για τη χρήση social media, με δυνατότητα χρήσης από 13 έως 16 με γονική συγκατάθεση, ενώ παράλληλα ζητά περιορισμό των εθιστικών χαρακτηριστικών, ισχυρότερη προστασία των παιδιών και πιο αυστηρή εφαρμογή των κανονισμών, με αυξημένα πρόστιμα για τις εταιρείες που δεν συμμορφώνονται.

Και εδώ είναι που προκύπτει ένα βασικό ζήτημα. Σε πολλές περιπτώσεις, η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε ένα αφήγημα απαγόρευσης που στρέφεται προς τα παιδιά και τις οικογένειες, αντί να εστιάζει στις ίδιες τις πλατφόρμες και στον τρόπο που σχεδιάζουν αυτά τα περιβάλλοντα.

Με αυτόν τον τρόπο, οι γονείς μπαίνουν απέναντι στα παιδιά αντί να στέκονται μαζί, απέναντι στα συμφέροντα των εταιρειών που διαμορφώνουν αυτόν τον ψηφιακό κόσμο.

Όλα τα κοινωνικά δίκτυα έχουν ήδη ηλικιακά όρια. Ωστόσο, αποτυγχάνουν συχνά να τα εφαρμόσουν στην πράξη. Εκεί είναι που χρειάζεται ρύθμιση και επιβολή, στις εταιρείες και στη λειτουργία τους.

Η ηλικιακή καταλληλότητα είναι σημαντική, όπως σε κάθε περιεχόμενο ή υπηρεσία που απευθύνεται σε ανηλίκους. Όμως δεν μπορεί να προβάλλεται ως η κύρια ή η μοναδική απάντηση. Ο τρόπος παρουσίασης των μέτρων συχνά παρουσιάζει τα παιδιά ως το πρόβλημα χωρίς καν να ακούμε τους δικούς τους προβληματισμούς και ανάγκες. Η προσπάθεια να «μιλήσουμε τη γλώσσα τους» μέσα από viral εκφράσεις, όπως έγινε και στις πρόσφατες ανακοινώσεις, καταλήγει συχνά να είναι απλώς… cringe.

Αν δεν υπάρξει στήριξη των οικογενειών και των παιδιών, αν δεν υπάρξουν υποδομές, ψηφιακή παιδεία και πραγματικά εργαλεία, τότε κινδυνεύουμε να απαντάμε σε ένα συστημικό πρόβλημα με ατομικά μέτρα.

Χρειαζόμαστε τα παιδιά στον διάλογο. Χρειαζόμαστε αλλαγή κουλτούρας. Και χρειαζόμαστε πραγματικές εναλλακτικές.

Youth in the loop

Διαβάστε επίσης: Έτσι θα εφαρμοστεί η απαγόρευση χρήσης social media στα παιδιά κάτω των 15 ετών - Όλα τα μέτρα που θα παρθούν
 

Τα παιδιά παίζουν παιχνίδια με τα οποία οι γονείς δεν είναι εξοικειωμένοι. Δικλείδες ασφαλείας για την κακόβουλη προσέγγισή τους δεν υπάρχουν. Που βρίσκονται οι γονείς στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται; Και ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος τους;

Έχει αλλάξει συνολικά ο τρόπος κοινωνικοποίησης και ψυχαγωγίας στην εποχή μας. Έχει συνδιαμορφωθεί από την αλλαγή του τρόπου ζωής και την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Τα παιδιά δεν παίζουν απλώς διαφορετικά παιχνίδια, επικοινωνούν, δημιουργούν σχέσεις και φλερτάρουν με τρόπους που δεν είναι οικείοι στους ενήλικες.

Κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, αυτό που συχνά περιγράφουμε ως «χάσμα γενεών». Σήμερα, υπάρχουν πράγματι αυξημένοι κίνδυνοι. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και ένα αυξημένο αίσθημα ανησυχίας των γονιών απέναντι σε κάτι που δεν γνωρίζουν. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι και τεχνολογικό και κοινωνικό.

Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις οφείλουν να καταστήσουν τις εταιρείες πραγματικά υπόλογες, όχι μόνο σε επίπεδο αρχών, αλλά με ουσιαστική εποπτεία και επιβολή. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τους γονείς να διαχειριστούν μόνοι τους ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί για να κρατά τα παιδιά μέσα σε αυτό.

Από την άλλη, οι γονείς χρειάζονται στήριξη. Χρειάζονται τα εργαλεία για να μπορέσουν να σταθούν ως συνοδοί των παιδιών στον ψηφιακό κόσμο. Να είναι δίπλα τους σε αυτό το ταξίδι όχι ως ελεγκτές, αλλά ως υποστηρικτές. Να βοηθήσουν τα παιδιά να αναπτύξουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τους κινδύνους, όπως κάνουν και στην «αναλογική» ζωή. Και, ίσως το πιο σημαντικό, να αναγνωρίσουν πρώτα οι ίδιοι ότι η ψηφιακή ζωή είναι πραγματική ζωή και για τα παιδιά είναι εξίσου σημαντική.

Έχουμε συνηθίσει να παίρνουμε όλη την ευθύνη πάνω μας. Η ατομική ευθύνη έχει γίνει το δεδομένο μας. Όμως οι γονείς δεν είναι μόνοι τους και δεν μπορεί να αντιμετωπίζουν μόνοι τους ένα πρόβλημα που είναι βαθιά συστημικό. Όσο οι εταιρείες δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη τους και όσο οι κυβερνήσεις αφήνουν τους γονείς χωρίς γνώση, χωρίς στήριξη και χωρίς πραγματικά εργαλεία, τόσο θα διαιωνίζεται αυτή η ανισορροπία.

Και πρέπει να θυμόμαστε πως δεν είναι όλοι οι γονείς και όλες οι οικογένειες το ίδιο. Δεν ζουν στις ίδιες συνθήκες, δεν έχουν τις ίδιες ανάγκες ούτε την ίδια πρόσβαση στη γνώση. Άρα, ας μη σηκώνουμε τόσο εύκολα το δάχτυλο.

Ας ξεκινήσουμε από κάτι πιο βασικό. Να μιλάμε με ψυχραιμία με τα παιδιά μας και με άλλους γονείς. Να καταλάβουμε πρώτα εμείς τους κινδύνους και να ανοίξουμε μια ειλικρινή συζήτηση για το τι λειτουργεί καλύτερα για τη δική μας οικογένεια και το δικό μας παιδί.

Για να μπορέσουμε, τελικά, όλοι μαζί να δώσουμε στα παιδιά τα εργαλεία που χρειάζονται ώστε να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους, σε κάθε περιβάλλον.

Πηνελόπη Τρουλλινού
Η Δρ. Πηνελόπη Τρουλλινού είναι ερευνήτρια και σύμβουλος σε θέματα ηθικής της τεχνολογίας και ψηφιακής κοινωνίας, ιδρύτρια της πρωτοβουλίας Youth in the Loop


Ακούμε συχνά ειδικούς να κάνουν λόγο για όρια στη χρήση των συσκευών. Σε μια οριζόντια ανάλυση, τα όρια που τίθενται είναι τις περισσότερες φορές χρονικά (π.χ.1 ώρα ημερησίως). Είναι αυτό αρκετό;

Αρχικά, να πούμε κάτι βασικό. Τα χρονικά όρια από μόνα τους είναι μια πολύ απλουστευμένη απάντηση σε ένα πολύ σύνθετο ζήτημα και δυστυχώς υπάρχει μια εμμονή γύρω από αυτό.

Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη χρήση της τεχνολογίας δεν είναι μονοδιάστατοι. Είναι πολλοί και διαφορετικοί. Υπάρχουν σωματικοί κίνδυνοι, όπως η όραση και η στάση του σώματος. Εκεί μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για πιο συγκεκριμένα όρια, ανάλογα με την ηλικία. Και είναι ενδιαφέρον ότι στους ενήλικες ειδικά σε δουλειές γραφείου υπάρχει συγκεκριμένη εκπαίδευση για το πώς να καθόμαστε, κάθε πότε να κάνουμε διάλειμμα, ενώ στα παιδιά αυτή η βασική γνώση σχεδόν απουσιάζει από τα σχολεία.

Από εκεί και πέρα όμως, τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα. Υπάρχουν ζητήματα ευημερίας, πώς επηρεάζεται η ψυχολογία, η αυτοεκτίμηση, η σύγκριση. Υπάρχουν γνωστικοί κίνδυνοι, πώς κατανοούμε την πληροφορία, πώς ξεχωρίζουμε τι είναι αληθινό. Υπάρχουν κοινωνικοί και ζητήματα ασφάλειας, πώς σχετιζόμαστε, πώς προσεγγιζόμαστε, πώς μπορεί να χειραγωγηθούμε. Κάποια μόνο παραδείγματα. 

Όλοι αυτοί οι κίνδυνοι δεν εξαρτώνται μόνο από το πόση ώρα είναι ένα παιδί μπροστά σε μια οθόνη, αλλά από το τι κάνει και μέσα σε ποιο περιβάλλον.

Γιατί οι πλατφόρμες δεν είναι ουδέτερες. Είναι σχεδιασμένες για να κρατούν την προσοχή μας και να συλλέγουν δεδομένα, όχι μόνο αυτά που δηλώνουμε, αλλά και αυτά που κάνουμε, σε τι κάνουμε like, πόση ώρα μένουμε σε ένα περιεχόμενο, πώς αλληλεπιδρούμε. Άρα, όταν μιλάμε μόνο για «μία ώρα την ημέρα», αγνοούμε ότι μιλάμε για περιβάλλοντα που είναι φτιαγμένα να μας τραβούν πίσω ξανά και ξανά, να ενισχύουν την αλληλεπίδραση και την παραγωγή δεδομένων για να παραμένουμε σε αυτά.

Επιπλέον, δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες ανάγκες ούτε τις ίδιες ευαλωτότητες. Υπάρχουν, για παράδειγμα, νευροδιαφορετικά παιδιά. Υπάρχουν διαφορετικές ηλικιακές φάσεις. Δεν είναι το ίδιο ένα παιδί νηπιακής ηλικίας με έναν έφηβο. Υπάρχουν και διαφορετικές μορφές χρήσης, δεν είναι το ίδιο να βλέπει παθητικά βίντεο για παράδειγμα ή να δημιουργεί, να μαθαίνει ή να επικοινωνεί.

Άρα, ναι,  τα όρια έχουν νόημα αλλά για να θέσουμε ουσιαστικά όρια, πρέπει πρώτα να αναγνωρίζουμε τους διαφορετικούς κινδύνους και τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία κινούνται τα παιδιά. Να μετατοπίσουμε τη συζήτηση από το «πόσο» στο «πώς», «γιατί» και «σε τι περιβάλλον» μεγαλώνουν ψηφιακά.

Και σε αυτό το πλαίσιο, το χρονόμετρο δεν είναι το πιο χρήσιμο εργαλείο. 

 

Ποια είναι η πιο σημαντική "οδηγία" που πρέπει να έχουν κατά νου οι γονείς - και ποια, οι εκπαιδευτικοί, όταν επιθυμούν να καθοδηγήσουν τα παιδιά γύρω από τη χρήση των ΜΚΔ.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι απλώς «εφαρμογές». Είναι χώροι κοινωνικοποίησης, σχέσεων και έκφρασης. Εκεί τα παιδιά βρίσκονται με φίλους, αλλά και με αγνώστους. Εκεί μπορούν να εκφραστούν ελευθερα και παιδιά που στο δικό τους περιβάλλον μπορεί να «πνίγονται» και να νιώθουν μόνα. Και αυτό είναι εξίσου σημαντικό με τους κινδύνους που συζητάμε.

Γιατί ναι, υπάρχουν κίνδυνοι. Αλλά δεν είναι μόνο θέμα έκθεσης είναι και θέμα σχεδιασμού. Όπως ήδη αναφέραμε οι πλατφόρμες δεν είναι ουδέτερες αλλά είναι  σχεδιασμένες να κρατούν την προσοχή, να ενθαρρύνουν τη συνεχή αλληλεπίδραση και να συλλέγουν δεδομένα δημιουργώντας ένα περιβάλλον που μπορεί να προβλέπει και να ενισχύει συγκεκριμένες συμπεριφορές. Αυτό που στην έρευνά μου περιγράφω ως «seductive surveillance».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα παιδιά αλληλεπιδρούν μέσα σε συστήματα που επηρεάζουν το πώς βλέπουν τον εαυτό τους, τους άλλους και τον κόσμο. Εκτίθενται σε ένα συνεχές ρεύμα περιεχομένου, είτε πρόκειται για τη ζωή άλλων, είτε για προϊόντα και υπηρεσίες. Έχουν όμως τα εφόδια να αξιολογούν αυτό το περιεχόμενο; Να ξεχωρίζουν τι είναι αυθεντικό και τι είναι κατασκευασμένο; Πως τα επηρεάζει; Την ίδια στιγμή, τα παιδιά δημιουργούν και τα ίδια περιεχόμενο. Γνωρίζουν όμως τι σημαίνει αυτό για το ψηφιακό τους αποτύπωμα; Ποιος έχει πρόσβαση, τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στη ζωή τους; 

Παράλληλα τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε μία κοινωνία που η έκθεση γίνεται κανονικότητα. Όταν οι ίδιοι οι γονείς μοιράζονται στιγμές από τη ζωή των παιδιών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, συμβάλλουν, συχνά άθελά τους, στη διαμόρφωση αυτής της κουλτούρας έκθεσης.

Γι’ αυτό η πιο σημαντική «οδηγία» για γονείς και εκπαιδευτικούς δεν είναι ένας κανόνας. Είναι μια στάση. Να κατανοήσουμε το περιβάλλον στο οποίο κινούνται τα παιδιά, να αναγνωρίσουμε όχι μόνο τους κινδύνους, αλλά και τις ανάγκες που καλύπτουν εκεί και να τα ακούσουμε. Όχι μόνο να τα κρίνουμε.

Ο ρόλος μας, λοιπόν, δεν είναι να ελέγχουμε από απόσταση, αλλά να σταθούμε δίπλα τους. Να λειτουργήσουμε ως συνοδοί τους στον ψηφιακό κόσμο. Να τα βοηθήσουμε να κατανοήσουν πώς λειτουργούν αυτές οι πλατφόρμες, πώς διαμορφώνεται αυτό που βλέπουν, πώς επηρεάζονται οι επιλογές τους. Να τα στηρίξουμε ώστε να αναπτύξουν κρίση, αυτονομία και επίγνωση.

Και ταυτόχρονα, να αναγνωρίσουμε ότι η ευθύνη δεν μπορεί να βαραίνει μόνο τα παιδιά και τις οικογένειες. Χρειάζεται ένα ευρύτερο πλαίσιο ευθύνης από τις πλατφόρμες, από την πολιτεία, από την εκπαίδευση.

Γιατί αν δεν αλλάξουμε το περιβάλλον, την κουλτούρα και την εκπαίδευση, δεν μπορούμε να ζητάμε από τα παιδιά να το διαχειριστούν μόνα τους. Και τελικά, αν θέλουμε πραγματικά να τα προστατεύσουμε, πρέπει πρώτα να τα συμπεριλάβουμε.

κινητά παιδιά
Φωτογραφία: pexels.com

 

Τελικά... η εποχή έχει ξεπεράσει τους ενήλικες; Μιλάμε άλλη γλώσσα με τα παιδιά; Και η φωνή μας θα είναι πάντα... η φωνή του "μεγάλου"; 

Η γλώσσα είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα. Εξελίσσεται μαζί με τους ανθρώπους που τη μιλούν και με την εποχή μέσα στην οποία ζούμε.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μιλάμε διαφορετική γλώσσα από τα παιδιά αλλά αν είμαστε διατεθειμένοι να μάθουμε τη δική τους, και μέσα από αυτήν να κατανοήσουμε την εποχή τους.

Δυστυχώς, δεν έχουμε μάθει να ακούμε πραγματικά τα παιδιά. Αυτή η σχέση δύναμης διαπερνά τις γενιές. Περιμένουμε να μεγαλώσουμε για να διεκδικήσουμε το «δίκιο» που δεν μας δόθηκε όταν ήμασταν μικροί και τελικά παίρνουμε τη θέση του ενήλικα που «ξέρει καλύτερα».

Αν θέλουμε να μη χανόμαστε «στη μετάφραση», χρειάζεται να συνδιαλεγόμαστε με τα παιδιά. Όχι να προσπαθούμε απλώς να επιβάλουμε τη δική μας οπτική, αλλά να τα ακούμε ως ισότιμους συνομιλητές. Να κατανοούμε πώς εκφράζονται, πώς σχετίζονται, πώς αλλάζουν οι ανάγκες τους σε μια ζωή που πλέον είναι υβριδική.

Η εποχή μάς ξεπερνά μόνο όταν μένουμε κολλημένοι στο παρελθόν μας. Και αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχόμαστε άκριτα κάθε τεχνολογική αλλαγή. Το αντίθετο. Σημαίνει να την κατανοούμε, να την αμφισβητούμε και να τη συνδιαμορφώνουμε μαζί με τα παιδιά.

Γιατί αν θέλουμε τα παιδιά να είναι ενεργοί πολίτες, πρέπει πρώτα να τα αντιμετωπίσουμε ως ισότιμα μέλη της κοινωνίας κι όχι απλώς ως αποδέκτες οδηγιών.

Και τελικά, η φωνή του ενήλικα δεν χρειάζεται να είναι πάντα η «δυνατή» φωνή,  αυτή που τα ξέρει όλα. Χρειάζεται να είναι η φωνή που αφήνει χώρο για να συνδιαμορφωθεί και να χωρέσει την εποχή της.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr στο Google News