Σε ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα διεξάγεται από το πρωί της Πέμπτης (16/04) η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, με αντικείμενο την κατάσταση του Κράτους Δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών και τη συνολική εικόνα του κοινοβουλευτισμού στη χώρα. Πρώτος τον λόγο πήρε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Δείτε LIVE
Με αναφορά στην κατάσταση της υγείας του Γιώργου Μυλωνάκη ξεκίνησε την τοποθέτησή του στη Βουλή ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στο πλαίσιο της προ ημερησίας διατάξεως συζήτησης για το Κράτος Δικαίου και τη λειτουργία των θεσμών. Ο πρωθυπουργός ευχήθηκε ταχεία ανάρρωση στον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «θα βγει νικητής από αυτή τη δοκιμασία».
Στη συνέχεια, ευχαρίστησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, για τη στάση του αναφορικά με το ενδεχόμενο αναβολής της συνεδρίασης λόγω των συνθηκών, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η διεξαγωγή της κρίθηκε απαραίτητη. «Οφείλουμε να ξεχωρίζουμε τα σημαντικά από τα λιγότερο σημαντικά», ανέφερε χαρακτηριστικά, δίνοντας έμφαση και σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης άσκησε κριτική για τον χρόνο διεξαγωγής της συζήτησης, σημειώνοντας ότι η συγκυρία, με φόντο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, απαιτεί ενότητα και διαφορετικές προτεραιότητες. «Σήμερα το ζητούμενο είναι η ενότητα, ωστόσο εσείς επαναφέρετε λογικές διχασμού», ανέφερε απευθυνόμενος στον Νίκο Ανδρουλάκη.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η δημόσια συζήτηση θα έπρεπε να επικεντρώνεται σε ζητήματα όπως η αμυντική παρουσία της Ελλάδας στην Κύπρο, οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης στην οικονομία και η αντιμετώπιση της ακρίβειας, ειδικά σε τομείς όπως τα καύσιμα. Όπως είπε, αντί αυτών «βρισκόμαστε ξανά να απαντάμε σε ερωτήματα που έχουν ήδη απαντηθεί και σε κατηγορίες που έχουν διαψευστεί».
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε σε πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ, την οποία επικαλέστηκε ως τεκμήριο προόδου. Όπως ανέφερε, το πόρισμα κάνει λόγο για «ολιστική πολιτική κατά της διαφθοράς» στην Ελλάδα και για ενίσχυση της λογοδοσίας στο Δημόσιο, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η χώρα καταγράφει από τις υψηλότερες επιδόσεις σε επίπεδο βελτίωσης. «Ο ΟΟΣΑ χαιρετίζει όλα όσα εσείς καταγγέλλετε», σημείωσε, αποδίδοντας τις αιτιάσεις του ΠΑΣΟΚ σε κομματική σκοπιμότητα.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και σε αξιολόγηση του Economist, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα κατατάσσεται στις «πλήρεις δημοκρατίες», σε αντίθεση –όπως είπε– με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τόνισε επίσης ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει συμμορφωθεί με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ζητήματα θεσμών και δικαίου.
Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα της συνολικής πορείας της χώρας τα τελευταία επτά χρόνια, καλώντας σε μια αποτίμηση με αντικειμενικά κριτήρια και όχι, όπως υποστήριξε, με «κομματικά φίλτρα». «Η Ελλάδα προοδεύει ή υποχωρεί; Και ποιος είναι ο αξιόπιστος κριτής;» διερωτήθηκε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε ακόμη να οριοθετήσει την έννοια του Κράτους Δικαίου, περιγράφοντάς το ως ένα σύστημα στο οποίο η κυβέρνηση διαθέτει λαϊκή νομιμοποίηση, η Βουλή νομοθετεί απρόσκοπτα, η Δικαιοσύνη λειτουργεί ανεξάρτητα και αποτελεσματικά, ενώ το κράτος ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η έννοια του κράτους δικαίου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως «ταμπέλα για αντιπολιτευτικά πυροτεχνήματα», αλλά οφείλει να αποτυπώνεται μέσα από συγκεκριμένους θεσμούς και πολιτικές. Όπως ανέφερε, βασικός πυλώνας είναι η λειτουργία της Δικαιοσύνης, επισημαίνοντας τη σημασία της ανεξαρτησίας της και κάνοντας ειδική αναφορά στη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας τους.
Παράλληλα, εστίασε στην καθημερινότητα των πολιτών, σημειώνοντας ότι το κράτος δικαίου αποτυπώνεται σε πρακτικές όπως η ταχύτερη απονομή συντάξεων, οι αντικειμενικές διαδικασίες στις πανεπιστημιακές μετεγγραφές και η ηλεκτρονική επίδοση κλήσεων χωρίς παρεμβάσεις. «Ένα κράτος δίκαιο είναι αυτό που λειτουργεί απρόσωπα και ισότιμα για όλους», υπογράμμισε.
Σε υψηλούς τόνους, σχολίασε και τις αναφορές της αντιπολίτευσης σε ρουσφετολογικές πρακτικές, αφήνοντας αιχμές για τη χρονική «ανακάλυψή» τους, ενώ έδωσε έμφαση και στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες στον τομέα της εργασίας και των δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στην ψηφιακή κάρτα εργασίας, την οποία χαρακτήρισε στοιχείο ενίσχυσης της διαφάνειας, καθώς και στις παρεμβάσεις για την προστασία των ανηλίκων από τον ψηφιακό εθισμό, με μέτρα που περιορίζουν την πρόσβαση παιδιών κάτω των 15 ετών σε συγκεκριμένες πλατφόρμες.
Απευθυνόμενος στον Νίκο Ανδρουλάκη, υποστήριξε ότι τα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία διαφέρουν από την ατζέντα της αντιπολίτευσης, λέγοντας ότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται περισσότερο σε κοινωνικά προβλήματα όπως η χρήση των ψηφιακών μέσων από τους νέους. «Η κοινωνία συζητά άλλα ζητήματα», ανέφερε, κατηγορώντας την αντιπολίτευση ότι βρίσκεται «εκτός πραγματικότητας».
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας κατατέθηκαν 650 νομοσχέδια, εκ των οποίων –όπως σημείωσε– μόλις 10 εισήχθησαν ως έκτακτα και αυτά εν μέσω της πανδημίας. Παράλληλα, τόνισε ότι έχει περιοριστεί σημαντικά η πρακτική των εκπρόθεσμων τροπολογιών, ενώ έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη μεταρρύθμιση για τη διευκόλυνση της άρσης βουλευτικής ασυλίας.
Απαντώντας στις επικρίσεις, επισήμανε ότι η άρση ασυλίας δεν συνιστά ένδειξη ενοχής, υπογραμμίζοντας την ισχύ του τεκμηρίου αθωότητας. Μάλιστα, απευθυνόμενος προς την αντιπολίτευση, κάλεσε να εξεταστεί και η σύνθεση της δικής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, σημειώνοντας ότι από τους 95 βουλευτές για τους οποίους έχει κινηθεί διαδικασία άρσης ασυλίας, οι περισσότεροι δεν ανήκουν στη Νέα Δημοκρατία.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να αναλάβει νέα νομοθετική πρωτοβουλία, με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών που αφορούν πολιτικά πρόσωπα, ώστε –όπως είπε– οι σχετικές υποθέσεις να εκκαθαρίζονται το ταχύτερο δυνατό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, υπενθυμίζοντας ότι θεσμοθετήθηκε το 2020 με τη στήριξη της σημερινής κυβέρνησης. Τόνισε ότι πρόκειται για έναν σεβαστό θεσμό, ωστόσο εξέφρασε ενστάσεις για τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων υποθέσεων, κάνοντας λόγο για «επιλεκτικές διαρροές» προς τα μέσα ενημέρωσης και ελέγχους που –όπως υποστήριξε– πραγματοποιούνται αποσπασματικά.
Ο πρωθυπουργός σημείωσε ακόμη ότι θα πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στο θεσμικό ενδιαφέρον ενός βουλευτή για πολίτες και σε ενδεχόμενες παράνομες πράξεις, επισημαίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα πολιτικού χρήματος.
Χαιρέτισε την πρωτοβουλία βουλευτών να ζητούν οι ίδιοι την άρση της ασυλίας τους και κάλεσε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να προχωρήσει άμεσα στις αποφάσεις της, ξεκαθαρίζοντας ποιες υποθέσεις θα οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη και ποιες θα τεθούν στο αρχείο, με στόχο –όπως είπε– την πλήρη διασφάλιση της ουδετερότητας και της αξιοπιστίας της διαδικασίας.
Με αιχμές για την πολιτική διαχείριση της υπόθεσης των υποκλοπών και σαφή στήριξη στο έργο της ΕΥΠ, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι το ζήτημα έχει ήδη αντιμετωπιστεί σε επίπεδο πολιτικής ευθύνης και θεσμικών αλλαγών.
Όπως ανέφερε, πρόκειται για ένα θέμα που «δεν είναι καινούργιο», υπενθυμίζοντας ότι υπήρξαν παραιτήσεις και αντικαταστάσεις προσώπων, ενώ έκανε λόγο για σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στις νόμιμες επισυνδέσεις και τη χρήση παράνομων λογισμικών παρακολούθησης. Παράλληλα, υπερασπίστηκε τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, θέτοντας το ερώτημα αν γίνεται επιλεκτική αποδοχή των αποφάσεών της, ανάλογα με το περιεχόμενο. «Ο Άρειος Πάγος είναι αποδεκτός όταν καταδικάζει τη Χρυσή Αυγή και όχι όταν κρίνει ζητήματα υποκλοπών;» σημείωσε, καλώντας να αφεθεί η Δικαιοσύνη να ολοκληρώσει το έργο της.
Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την απαξίωση της ΕΥΠ, επισημαίνοντας τον ρόλο της στην εθνική ασφάλεια και στη διαμόρφωση πολιτικών σε ένα «ταραγμένο διεθνές περιβάλλον». Όπως τόνισε, η φύση των μυστικών υπηρεσιών συνεπάγεται επιτυχίες που δεν δημοσιοποιούνται, ενώ χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις δημόσιες τοποθετήσεις που –κατά την εκτίμησή του– υπονομεύουν το έργο τους και ενίοτε λαμβάνουν διαστάσεις «αντεθνικού επιχειρήματος».
Στη συνέχεια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβασε τους τόνους, κάνοντας λόγο για «κλίμα τοξικότητας» στη δημόσια ζωή, το οποίο –όπως είπε– πλήττει πρόσωπα και οικογένειες. Αναφέρθηκε σε πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας Documento που αφορούσε τον Γιώργο Μυλωνάκη, περιγράφοντας τη συναισθηματική του κατάσταση μετά τη δημοσιοποίηση, ενώ έκανε λόγο για «ψευδείς και συκοφαντικές αναφορές» που, όπως υποστήριξε, ο ίδιος ο υφυπουργός διέψευσε δημόσια.
Ο πρωθυπουργός έθεσε ζήτημα των επιπτώσεων που έχει η πολιτική αντιπαράθεση σε προσωπικό επίπεδο, επισημαίνοντας το ψυχολογικό βάρος που επωμίζονται όσοι στοχοποιούνται. Παράλληλα, εξαπέλυσε επίθεση κατά όσων –όπως ανέφερε– χρησιμοποιούν τέτοιες πρακτικές για πολιτικό όφελος, επεκτείνοντας την κριτική του και σε επιθέσεις που, σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν δεχθεί μέλη της οικογένειάς του και στελέχη της παράταξής του.
Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού έκλεισε με αναφορά στην ανάγκη να τεθούν όρια στον δημόσιο λόγο, εν μέσω της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης που εξελίσσεται στη Βουλή.
