Το δεύτερο μέρος της εφ’ όλης της ύλης συνέντευξης της Ελένης Θεοχάρους στον μόνιμο αρθρογράφο της εφημερίδας μας Παναγιώτη Παύλου παρουσιάζουν σήμερα η “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr.
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο παγωμένο Όσλο, με αφορμή τα 50 χρόνια από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο, με το οποίο δρομολογήθηκε η ολέθρια τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή στο κυρίως βόρειο τμήμα της Μεγαλονήσου:
Π.Π.: Θέλω να σταθώ σε κάτι που αναφέρατε και νομίζω είναι πολύ κρίσιμο. Ότι, δηλαδή, δυστυχώς σήμερα στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο πολλοί αντιλαμβάνονται το πρόβλημα με έναν τρόπο ο οποίος διχάζει τον Ελληνισμό και δημιουργεί τεχνητούς διαχωρισμούς, ωσάν να μην υπάρχει το όλον του Ελληνισμού, να μην υπάρχει ο μείζων Ελληνισμός, και ωσάν η Κύπρος να είναι απλώς ένα ξένο κρατίδιο. Έχουμε, δηλαδή, από τη μια πλευρά την Τουρκία ως χώρα που εκφράζει έναν ιστορικό Τουρκισμό, έναν Παντουρανισμό με τη μορφή της νεοθωμανικής παρουσίας, στόχευσης και κτήσης, σε όλον τον κόσμο. Μπορεί κανείς να επισημάνει την αντίθεση του «Στρατηγικού Βάθους» του Νταβούτογλου έναντι της έλλειψης στρατηγικού οράματος του Ελληνισμού. Αντί απέναντι στη “Γαλάζια Πατρίδα” να υπάρχει ένας στιβαρός Ελληνισμός με απόλυτη συνείδηση των διακυβευμάτων και της ιστορίας του, υπάρχει ένας Ελληνισμός ο οποίος διαρκώς συρρικνώνεται στον ελλαδισμό και όχι μόνον. Διότι και η ίδια η Ελλάδα κινδυνεύει σήμερα. Να αναφέρουμε απλώς το πρόβλημα με τη λαθρομετανάστευση και την αλλοίωση του πληθυσμού.
Επομένως, θα ήθελα να σας παραπέμψω σε αυτήν την κατάσταση. Διότι όταν μιλάμε για Τουρκία έχουμε μια χώρα η οποία ελέγχει το Αζερμπαϊτζάν, τα Βαλκάνια και τη Συρία. Και το λέω αυτό διότι γνωρίζω πολύ καλά πώς έχετε αφιερώσει τη ζωή σας στο ζήτημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Και θα ήθελα λοιπόν έτσι, με δεδομένο και το ότι αν - όπως και ο κοινός μας φίλος, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου, είχε πει - πέσει η Κύπρος, ακολουθεί το Αιγαίο και η Θράκη. Άρα έχουμε έναν Ελληνισμό, Κύπρο- Αιγαίο- Θράκη, τον Ενιαίο Αμυντικό Χώρο, ο οποίος από την άλλη πλευρά έχει μιαν αναθεωρητική Τουρκία που βλέπει Κοσσυφοπέδιο - έχετε υπάρξει στα Βαλκάνια, έχετε εργαστεί και έχετε προσφέρει σε πολύ δύσκολες μέρες στα Βαλκάνια - έχουμε λοιπόν Κοσσυφοπέδιο, έχουμε Αλβανία, έχουμε και περιοχές της Βουλγαρίας και σαφώς, Σκόπια. Άρα, θα ήθελα στη μεγάλη εικόνα να μου πείτε: τι είναι αυτό που βλέπετε ως απολύτως καίριο αυτή τη στιγμή;
Ε.Θ.: «Ναι. Μίλησα πριν λίγο για δύο ελληνικά κράτη. Αυτό το είχα πει σκόπιμα σε αντιδιαστολή προς τη “Γαλάζια Πατρίδα” της σύγχρονης Τουρκίας, όπως τη βλέπουμε να διαμορφώνεται. Φυσικά, υπάρχει το κυπριακό κράτος. Φυσικά, υπερασπιζόμαστε την Κυπριακή Δημοκρατία γιατί είναι η ασπίδα και η δύναμή μας αυτή τη στιγμή και είναι η νομική μας υπόσταση. Διότι, ξέρετε, όταν μιλάει κάποιος με χειρουργικούς όρους, όπως συνηθίζω να πράττω εγώ, και τέμνει τα γεγονότα ακριβώς εκεί που πρέπει, είναι πολύ εύκολο να παρερμηνευθούν ή να δώσουν λαβή στον κάθε κακόπιστο. Το έχω δει πάρα πολλές φορές μέχρι τώρα να συμβαίνει. Σας λέω ότι, ναι, η Κυπριακή Δημοκρατία υφίσταται και θα υφίσταται, και γι’ αυτήν αγωνιζόμαστε και για την ακεραιότητά της και για την ανεξαρτησία της και για την ολοκλήρωσή της. Αλλά εις τον αντίποδα της “Γαλάζιας Πατρίδας” δεν μπορεί παρά να υπάρχει Ενιαίος Ελληνικός Αμυντικός Χώρος, ή πνευματικός αν θέλετε, που είναι και το όραμα που θα πρέπει να διέπει τον κάθε σύγχρονο Έλληνα. Μια κοινότητα στόχων, αξιών, πολιτισμού, που να ξεκινάει από τους απανταχού Έλληνες. Αλλά, αν μπορούμε να την προσδιορίζουμε γεωγραφικά, από τη Βόρειο Ήπειρο και τους Βορειοηπειρώτες μέχρι την εσχατιά της Μεσογείου.

Όσον αφορά την Ελλάδα και τον διχασμό. Ο διχασμός δεν είναι μόνον στον ελληνικό λαό, “α, η Κύπρος είναι ένα ξένο κράτος, παρατάτε τους”. Η Ελλάδα έχει νομικές υποχρεώσεις απέναντι στην Κύπρο. Είναι εγγυήτρια δύναμη. Έχει στρατό νόμιμα στην Κύπρο για την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν μπορούμε να πούμε αυτή τη στιγμή “η Ελλάδα βγάζει την ουρά της απέξω”, όπως προσπάθησαν κάποιοι στο παρελθόν να κάνουν - ονόματα δε λέμε - για να πουν ότι, ναι, παύει να εμπλέκεται. Μα, θα πάψει να είναι εγγυήτρια δύναμη όταν κατοχυρώσεις εντελώς την ελευθερία της Κύπρου, όταν φύγουν τα ξένα στρατεύματα, όταν αποχωρήσουν οι βρετανικές βάσεις, όταν σταματήσουν η Βρετανία και η Τουρκία να είναι εγγυήτριες δυνάμεις και η Κύπρος αποκτήσει τον δικό της στρατό, που θα προστατεύει την επικράτειά της. Τώρα, αυτό που λένε για αποστρατικοποίηση εγώ το ακούω βερεσέ, με την έννοια ότι καμία χώρα δεν μπορεί να έχει υπόσταση αν δεν έχει ένα στρατό που να υπερασπίζεται τις αρχές της, την ασφάλεια των κατοίκων της, τον πληθυσμό της.
Όσον αφορά αυτό που είπε ο Μιχάλης ο Ιγνατίου για την απώλεια της Κύπρου. Η Κύπρος είναι το μαλακό υπογάστριο της Ελλάδας. Όλοι γνωρίζουμε ότι είναι το πιο αδύναμο σημείο των ελληνοτουρκικών συνόρων, επιτρέψτε μου τον όρο. Και ουσιαστικά το έχω δει πολλές φορές, κύριε Παύλε - το έχω δει πολλές φορές - να αναφέρεται, ότι σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου η Ελλάδα θα εγκαταλείψει την Κύπρο. Δε θα προσπαθήσει να την υπερασπιστεί, θεωρώντας ότι εκεί δε θα μπορέσει να υπάρξει σοβαρή άμυνα ικανή να αποτρέψει την επιθετική διάταξη της Τουρκίας. Άρα, ό,τι κάνει η Εθνική Φρουρά από μόνη της και οι εκεί Ελληνικές Δυνάμεις, οι οποίες έχουν πολλάκις θυσιαστεί για να την υπερασπιστούν.
Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να χάσουμε και ελληνικά εδάφη πριν χάσουμε την Κύπρο. Πολύ φοβάμαι ότι αυτό είναι στον ορίζοντα με αυτές τις πολιτικές που ακολουθούνται, της αποστρατικοποίησης, μυστικής ή λιγότερο μυστικής, των νησιών, με τα γεγονότα που συμβαίνουν στη Θράκη, με το γεγονός ότι η Τουρκία εφαρμόζει κατά γράμμα την πολιτική που εφάρμοσε στην Κύπρο, όσον αφορά τη Θράκη δηλαδή, τη δημιουργία μιας μειονότητος εκ του μη όντος».
Π.Π.: Στρατηγικής μειονότητος.
Ε.Θ.: «Ο Νταβούτογλου είχε πει ότι, εάν δεν υπήρχε έστω κι ένας Τούρκος στην Κύπρο, θα έπρεπε να τον είχαμε δημιουργήσει. Στη Θράκη αυτή τη στιγμή υπάρχει μια μουσουλμανική μειονότητα. Αυτοί προσπαθούν να τη μετατρέψουν σε καθαρά εθνική μειονότητα, η οποία θα αρχίσει αύριο να διεκδικεί αυτονομία...».
Π.Π.: Το κάνει ήδη!
Ε.Θ.: «Ναι, το κάνει. Αυτονομία σε πάρα πολλά ζητήματα, και θα έχουμε μια περίπτωση Κοσσυφοπεδίου, για να μην πω βόρειας Κύπρου. Και το κακό δε θα σταματήσει χθες. Ο άλλος, ο πρόεδρος της τάδε δεξαμενής σκέψης βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και μας έλεγε ότι ονειρεύεται τη στιγμή που θα ξαναδεί τη Θεσσαλονίκη τουρκική. Δε σταματούν να επιτίθενται. Κι έχουν καταλάβει πάρα πολλά εδάφη οι Τούρκοι. Κι έχουν προσθέσει αυτήν τη ζώνη ασφαλείας που υπάρχει, υποτίθεται, στη βόρεια Συρία. Πήγε η Τουρκία να καλοπιάσει τον Άσαντ για να τα βρουν, να σταματήσει η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας, και αυτός της είπε: “Όχι, δώσε πρώτα πίσω τα εδάφη που έχεις καταλάβει και μετά συζητάμε”. Αυτή θα έπρεπε να ήτανε και η δική μας η στάση απέναντι στην Τουρκία. Όχι να τους καλοπιάνουμε απλά και μόνον για να καθίσουν σε συνομιλίες, και να συζητήσουμε τι; Τη Διζωνική που την έχουν απορρίψει; Ένα αφήγημα που έχει εξευτελιστεί από μόνο του μέσα από το γεγονός ότι πενήντα κυβερνήσεις πάλευαν να την εφαρμόσουν και απέτυχαν; Και τους έφταιγαν πάντα εκείνοι οι οποίοι έλεγαν ότι η Διζωνική είναι ένα ρατσιστικό σύστημα Απαρτχάιντ, που θα διχάσει για πάντα τον λαό, που θα δημιουργήσει τριών κατηγοριών πολίτες;
Έρχονται και μας λένε ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι μια μειονότητα που είναι απομονωμένη και ούτω καθεξής. Μα, αυτό το αφήγημα δε στέκει πουθενά! Οι Τουρκοκύπριοι έχουν την κυπριακή υπηκοότητα. Άρα ευρωπαϊκή υπηκοότητα».
Π.Π.: Όλα τα προνόμια.
Ε.Θ.: «Έχουν όλα τα προνόμια της ευρωπαϊκής υπηκοότητας. Κυπριακό διαβατήριο, ταξιδεύουν όπου θέλουν, ταυτότητα, τα παιδιά τους σπουδάζουν όπως σπουδάζουν τα παιδιά όλων των Ευρωπαίων παντού, μπορούν να έλθουν στις ελεύθερες περιοχές να εργαστούν, δεν πληρώνουν φόρο στις ελεύθερες περιοχές, παίρνουνε συντάξεις. Ακόμη και σύνταξη χηρείας. Έχει εγκριθεί να παίρνουν οι Τουρκοκύπριοι τη σύνταξη χηρείας που δινόταν στους Ελληνοκύπριους. Όλα τα δικαιώματα τα οποία έχουν οι Ελληνοκύπριοι τα παίρνουν αυτοί, χωρίς να έχουν καμιά υποχρέωση. Ούτε να υπηρετήσουν στον στρατό, ούτε να πληρώνουν τέλη κυκλοφορίας, ούτε να σέβονται τους νόμους του κράτους. Και μόλις περάσουν τη γραμμή καταπαύσεως του πυρός ανακτούν την κρατική συνείδηση της “Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου”. Εμ, μα εδώ είναι το ερώτημα: Πώς είναι αυτοί απομονωμένοι και δυστυχισμένοι, κι έχουμε όλους τους λαούς της Ευρώπης να μιλάνε για τους “φτωχούς” Τουρκοκύπριους, τη στιγμή που εμείς δεν μπορούμε να προβάλουμε αυτό το γεγονός; Που αυτοί κουβαλούν προϊόντα από την Τουρκία, τα βαφτίζουν “τουρκοκυπριακά” και τα πλασάρουν σ’ όλον τον κόσμο ως κυπριακά προϊόντα;
Είναι πάρα πολλά τα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να μελετηθούν, να διερευνηθούν, να καταγγελθούν. Όταν είχα πρωτοπάει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και το 2003 στην προ-ενταξιακή περίοδο, και το 2009, κύριε Παύλε, είχα τρομάξει με την άγνοια των Ευρωπαίων βουλευτών, αλλά, να μου επιτρέψετε, και με τη στρεβλή αντίληψη που είχαν για το Κυπριακό οι Αθηναίοι ευρωβουλευτές».
Π.Π.: Οι Έλληνες ευρωβουλευτές, Ελλαδίτες!
Ε.Θ.: «Είχανε στρεβλή αντίληψη γι’ αυτό το ζήτημα. Πολλές φορές, ξέρετε, έδειχνα ένα χάρτη στους Ευρωπαίους και τους έλεγα: “Δείξτε μου την Κύπρο πάνω”. Και καθώς δεν μπορούσαν να βρουν την Κύπρο, λέω: “Καλά, δεν μπορείς να βρεις την Κύπρο πάνω σ’ ένα χάρτη κι έχεις απαίτηση να μου πεις ποια λύση θα επιβάλεις;”.
Μια φορά κατάφερα να αφαιρεθεί από την Έκθεση των Ενταξιακών Διαπραγματεύσεων της Τουρκίας ως λύση του Κυπριακού η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Και τους είχα πει το εξής απλό: “Eσάς δεν είναι δουλειά σας, εμάς όλων δεν είναι δουλειά μας να πούμε με ποιο τρόπο θα λυθεί το Κυπριακό. Εμείς πρέπει να τους πούμε ποια δικαιώματα, ανθρώπινα δικαιώματα, ποιες αρχές, ποιες αξίες, ποιες ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, και από τον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, τη Χάρτα του ΟΗΕ, πρέπει να εφαρμοστούν γι’ αυτόν τον λαό. Αυτή η λύση να κατοχυρώσει αυτά τα δικαιώματα. Δεν είναι δουλειά μας να τους πούμε Διζωνική, τριζωνική, και δεν ξέρω πώς αλλιώς. Ε, και ήρθε η ίδια η κυπριακή κυβέρνηση και υπέβαλε τροπολογία μέσω άλλων ευρωβουλευτών Κυπραίων, και το ξανάβαλαν μέσα! Ε, τι να σας πω από ’κει και πέρα; Εγώ δεν έχω τι άλλο να πω γι’ αυτό».
«Να αφήσουμε τις θεωρητικολογίες στην μπάντα» - «Θέλουμε ένα νέο όραμα που να συνέχει τον Ελληνισμό»
Π.Π.: Θέλω να κλείσω με ένα ερώτημα, διότι έχετε μια τεράστια εμπειρία. Αναφερθήκατε στην Ευρώπη, είμαστε στο Όσλο και κάνουμε αυτήν την κουβέντα, γνωρίζω για την επικοινωνία σας και με τον νυν υπουργό Εξωτερικών της Νορβηγίας, τον Έσπεν Μπαρθ Έιντε. Και θέλω να πω ότι βλέπουμε σήμερα σε μεγάλο βαθμό η Ελλάδα να εμφανίζει αυξημένες προσδοκίες ή ακόμη και να μεταθέτει το πρόβλημα και της Κύπρου, όπως και διάφορα άλλα ζητήματα, στην Ευρώπη. Ωσάν οι Βρυξέλλες να είναι ο υποδοχέας κάθε “καυτής πατάτας” που το ελλαδικό κράτος δεν μπορεί, ή δε θέλει, ή δεν το ενδιαφέρει, να διαχειριστεί προς όφελος του Ελληνισμού. Ποιο είναι, πιστεύετε, στο διά ταύτα αυτό που πρέπει η Ελλάδα, και ως ελληνική κυβέρνηση στην Αθήνα αλλά και ως κυπριακή κυβέρνηση στη Λευκωσία, αλλά κυρίως ο ελληνικός λαός σε Ελλάδα και Κύπρο να πράξουν;
Όχι μόνον για να μη θρηνήσουμε ακόμη χειρότερες τραγωδίες, δεδομένου ότι η Τουρκία αξιώνει όλα τα νησιά του Αιγαίου και τη Θράκη, αλλά και όλη την Κύπρο. Είπε ο Ερντογάν προχθές ότι «κακώς δε φτάσαμε μέχρι την Πάφο». Αλλά και για να αποδείξει η Ελλάδα ότι ο Ελληνισμός δεν είναι μια θεωρητική ιδέα, αλλά μια ιστορική πραγματικότητα με ιστορικές βάσεις. Και εν πάση περιπτώσει, για να διασφαλίσει τα δίκαια ενός υπερ-τρισχιλιετούς πολιτισμού, υπερ-τρισχιλιετούς παρουσίας, γηγενούς παρουσίας σε όλες τις περιοχές στις οποίες βρισκόμαστε, είτε εντός ελλαδικών, εντός κυπριακών συνόρων, είτε εκτός;
Ε.Θ.: «Η Αθήνα οφείλει να αναλάβει τον ρόλο της ως εθνικό κέντρο. Η Αθήνα πρέπει να καθοδηγείται από τους φωτισμένους ταγούς του έθνους. Και υπάρχουν, κύριε Παύλε, τους βλέπουμε, τους διαβάζουμε καθημερινά. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν υποχρέωση να σταματήσουν να μένουνε πίσω από τον υπολογιστή, όπου γράφουνε ωραία, συνταρακτικά πράγματα, ή σε διάφορες συνεντεύξεις σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, και αυτά να είναι έπεα πτερόεντα, να χάνονται. Αυτοί πρέπει να αρπάξουν τον ταύρο από τα κέρατα. Αυτοί πρέπει να καθοδηγήσουν τον ελληνικό λαό και να του δώσουν τη δυνατότητα να εκλέξει εκείνη την ηγεσία που θα τραβήξει την ίδια την Ευρώπη προς την Αθήνα. Η Αθήνα θα μπορούσε να ήτανε η πρωτεύουσα της Ευρώπης. Θα έπρεπε να ήταν η πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού ιδεώδους. Διότι η Αθήνα γέννησε τα ιδεώδη επάνω στα οποία οικοδομήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρα, εμείς πρώτοι πρέπει να υπερασπιστούμε τον Ελληνισμό, να δημιουργήσουμε το νέο όραμα. Λένε στην Κύπρο, έχουν κολλήσει σ’ αυτήν την ιδέα της Διζωνικής Δικοινοτικής. Κι όποιος πει οτιδήποτε άλλο εκτός από τη Διζωνική είναι “απορριπτικός”, είναι “ακραίος”, “δε θέλει τη λύση”, και όλες αυτές τις ανοησίες που ακούμε καθημερινά.
Όχι! Εμείς θέλουμε ένα νέο όραμα που να συνέχει τον Ελληνισμό. Να του δίνει δύναμη. Να εμπνέει τον κάθε Έλληνα. Να αναπτερώσει το φρόνημα του κάθε πολίτη, το οποίο είναι στο ναδίρ αυτή τη στιγμή ως αποτέλεσμα της πολύ κακής οικονομικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει ο ελληνικός λαός, και στην Κύπρο και στην Ελλάδα.
Η Ελένη Θεοχάρους προέρχεται από μια οικογένεια αγωνιστών, της οποίας όλα τα μέλη συμμετείχαν στην ΕΟΚΑ, έφηβοι και ενήλικες αδιακρίτως
Από το γεγονός ότι υποχρεώνεται να περνάει στα Κατεχόμενα να βάλει βενζίνα, δεν μπορεί να βάλει στις ελεύθερες περιοχές. Μα, εγώ θα τον ψέξω, επειδή τον άφησα πενήντα χρόνια αβοήθητο κι έφτασε στα όρια της ανέχειας; Και θα του ασκήσω τη ρητορική της θυσίας; Θα του πω να κάνει θυσίες τη στιγμή που εγώ ως πολιτική ηγεσία δεν έχω κάνει την παραμικρή θυσία γι’ αυτό το πράγμα; Γι’ αυτό σας λέω, πρέπει, έχουμε χρέος, εμείς που πραγματικά νοιαζόμαστε για τον μείζονα Ελληνισμό ν’ αφήσουμε τις θεωρητικολογίες στην μπάντα. Να συνεργαστούμε, να δημιουργήσουμε εκείνα τα κέντρα λήψης αποφάσεων που θα επηρεάσουν και τις αποφάσεις του ελληνικού λαού και να μην αφήνουμε τον ελληνικό λαό στα χέρια όλων αυτών των ηττοπαθών, των τουρκολάγνων...».
Π.Π.: Κατευναστών...
Ε.Θ.: «...Των ισραηλολάγνων, των αμερικανολάγνων, και δεν ξέρω, ρωσολάγνων, και οποιωνδήποτε άλλων. Αυτό είναι ξεκάθαρο, είναι υποχρέωσή μας και πρέπει να το κάνουμε».
«Πρέπει να δουλέψουμε και με ίδρωτα και με αίμα, να κερδίσουμε αυτό που πρέπει»
Π.Π.: Κλείνοντας: είστε από τους τελευταίους των Μοϊκανών, αν μου επιτρέπεται αυτή η έκφραση. Αισθάνεστε αισιόδοξη; Δηλαδή, βλέπετε τον κόσμο στην Κύπρο, βλέπετε τους Κυπρίους, βλέπετε τις νέες γενιές. Είστε αισιόδοξη;
Ε.Θ.: «Ξέρετε, έζησα την τραγωδία του Ναγκόρνο Καραμπάχ σε όλη της τη φρίκη και την απώλεια ενός οράματος, για το οποίο εργάστηκα και με συνείχε για μια τριακονταετία. Από το 1991 που πρωτοβρέθηκα μες στην επανάσταση και έζησα όλη την επανάσταση που δημιούργησε το κράτος του Αρτσάχ. Αυτό που έγινε πέρυσι με το εθνικό ξεκαθάρισμα, την κατάληψη του Ναγκόρνο Καραμπάχ και την προσφυγοποίηση του λαού, ήρθε ξανά να μου ξαναφέρει στα βιώματα εκείνο που είχα ζήσει στο δικό μου νησί, πριν τόσα χρόνια.
Πολλοί με κοροϊδεύουν στην Κύπρο γιατί δηλώνω κατά καιρούς ότι είμαι Ενωτική. Αυτό αισθάνομαι, αυτό νιώθω μέσα μου. Ξέρω ότι είναι ουτοπικό, ξέρω ότι δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να μιλάμε, δεν το κάνω πολιτική πράξη ως πολιτικός, δεν το έχω βάλει στις πρακτικές μου, αλλά δεν μπορεί κανείς να μου απαγορέψει να νιώθω όπως νιώθω. Δεν μπορεί κανείς να μου ακρωτηριάσει τα συναισθήματα. Γι’ αυτόν τον λόγο, ναι, είμαι απαισιόδοξη. Είμαι απαισιόδοξη με την έννοια ότι, ενδεχομένως, τα χρόνια περνάνε, μπορεί να φύγουμε από τη ζωή, μπορεί να φύγω από τη ζωή και να μην προλάβω την ελευθερία του τόπου μου. Αλλά, “τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε, τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε μ’ αυτή την έγνοια πίσω μας; Αναγκαστικώς θ’ αναβάλλουμε” (Κώστας Μόντης, “Μετά την Τουρκική εισβολή”)».
Π.Π.: Υπάρχει, βέβαια, και η απρόβλεπτη παράμετρος στο διεθνές θέατρο, όπου μπορεί μεν οι ηγεσίες να εμφανίζονται ανίκανες να υποστηρίξουν όχι μόνον ένα ιστορικό όραμα, αλλά κι ένα δίκαιο. Όμως ταυτόχρονα το απρόβλεπτο στοιχείο πάντοτε υπάρχει ως ενδεχόμενο. Οπότε με αυτήν την έννοια ίσως μπορεί κανείς να έχει μια αισιοδοξία στον βαθμό που, φαντάζομαι βέβαια, και ο λαός έχει την απαραίτητη ενεργητικότητα και τη ζωτικότητα να αναγκάζει τις ηγεσίες του να μην τον ωθούν σε νέες απώλειες.
Ε.Θ.: «Ναι. Φτάνει να σηκώσεις τον λαό από το Τικ-Τοκ και... τακ-τοκ, και δεν ξέρω πώς λέγονται αυτά τα πράγματα. Αν οι καθοδηγητές του λαού είναι τα Τικ-Τοκ, καταλαβαίνετε ότι δεν πρόκειται να οδηγηθούμε πουθενά. Γι’ αυτό επανέρχομαι σ’ εκείνο που σας είπα προηγουμένως. Έχουμε ένα χρέος. Έχουμε μια υποχρέωση να δώσουμε το καινούργιο όραμα στον λαό. Έχουμε μια υποχρέωση, “εάν φιλοτιμούμεθα να την ξαναποκτήσουμε μ’ ίδρωτα και με αίμα, καλόν είναι το καύχημα της αρχαίας δόξης” (Ανδρέας Κάλβος, “Εις Σάμον”). Δεν αρκεί μόνον να το λέμε θεωρητικά και να το τραγουδάμε. Πρέπει να δουλέψουμε και με ίδρωτα και με αίμα, να κερδίσουμε αυτό που πρέπει».
* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο ιστορικό κτήριο Drage του ξενοδοχείου “Scandic Holmenkollen Park” στο Όσλο, το οποίο ευχαριστούμε θερμά για τη γενναιόδωρη φιλοξενία.
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Σταυράκης.
