Εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον ερευνητή Φιλοσοφίας και μόνιμο αρθρογράφο για τα ελληνοτουρκικά ζητήματα και το Κυπριακό, που ζει και εργάζεται στο Όσλο, Παναγιώτη Παύλο, παραχώρησε η Ελένη Θεοχάρους, με αφορμή τα 50 χρόνια από το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο, με το οποίο δρομολογήθηκε η ολέθρια τουρκική εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή στο κυρίως βόρειο τμήμα της Μεγαλονήσου.
Ο Παναγιώτης Παύλος δημοσιεύει τμήμα της συνέντευξης αυτής στο site hellasjournal.com, ενώ ολόκληρη τη συνέντευξη την παραχώρησε ευγενικά για πρώτη δημοσίευση στη “Νέα Κρήτη” και το neakriti.gr.
Το κείμενο της συνέντευξης έχει ως εξής:
Παναγιώτης Παύλος: Εδώ, στο Όσλο, στο ιστορικό ξενοδοχείο “Scandic Holmenkollen Park” με 150 χρόνια ζωής, στο κτήριο Drage, στο οποίο επί γερμανικής κατοχής ήταν η έδρα των SS, είναι εξαιρετική η τιμή, η χαρά αλλά και η συγκίνηση που βρίσκεται μαζί μας η Ελένη Θεοχάρους. Μια Ελληνίδα από την Κύπρο, για την οποία μπορεί κανείς να πει πάρα πολλά. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο να εκφράζει τόσο γνήσια αγάπη, τέτοια λαχτάρα για την Ελλάδα στη θέα της ελληνικής σημαίας, στη θέα του κτηρίου της Ελληνικής Πρεσβείας που αντιπροσωπεύει την παρουσία της χώρας μας, της πατρίδας μας, στη Νορβηγία. Και μάλιστα, με έναν τρόπο που δείχνει ακριβώς ότι δεν υπάρχουν Κύπριοι και Έλληνες, ο Ελληνισμός είναι ένας. Υπάρχουν οι Έλληνες της Κύπρου και οι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας.
Η Ελένη Θεοχάρους προέρχεται από μια οικογένεια αγωνιστών, της οποίας όλα τα μέλη συμμετείχαν στην ΕΟΚΑ, έφηβοι και ενήλικες αδιακρίτως. Μάχιμη η ίδια από την παιδική της ηλικία, ήταν μόλις δεκαπέντε ετών περίπου, όταν με επιστολή που έστειλε στην ιστορική εφημερίδα “Ελευθερία” της Λευκωσίας το 1968 απάντησε στη δήλωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ότι δεν μπορούμε πάντα να επιτυγχάνουμε το ευκταίο, γι’ αυτό η σώφρων πολιτική είναι να παραμένεις εις το εφικτό, γράφοντας ότι «η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, αλλά η τέχνη του να μετατρέπεις το ευκταίο σε εφικτό».
Έχει βραβευθεί ως ποιήτρια, έχει τρεις ιατρικές ειδικότητες, έχει χειρουργήσει χιλιάδες ασθενείς, είναι καθηγήτρια Χειρουργικής και έχει διατελέσει επί δύο θητείες τόσο βουλευτής στο Κοινοβούλιο της Κύπρου, όσο και ευρωβουλευτής στις Βρυξέλλες.
Η ίδια ενσαρκώνει, νομίζω, μια σημαία του Ελληνισμού. Όχι μόνον για τον Ελληνισμό της Κύπρου, αλλά και τον όπου γης Ελληνισμό. Έχει μια συγκλονιστική παρουσία που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν κατορθώσει σε τόπους ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού έξω από τα ελλαδικά σύνορα. Να αναφέρουμε απλώς το γεγονός ότι η ίδια έχει ιδιαίτερη σχέση με την Αρμενία, το Ναγκόρνο Καραμπάχ, τα Βαλκάνια, την Κριμαία, έχοντας χειρουργήσει τραυματίες πολέμου σε όλες τις μεγάλες συγκρούσεις των τελευταίων 40 ετών, με παρουσία στο Αφγανιστάν, στο Κιργιστάν, στη Λιβύη, στο Ιράκ, στο Κουρδιστάν.
Ήταν ειδική απεσταλμένη του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσσου Παπαδόπουλου, όταν της ανέθεσε να εξηγήσει το σκεπτικό του «Όχι» στο Σχέδιο Ανάν, σε όλες τις χώρες της κεντρικής Ασίας.
Έχει ζήσει πολλές ζωές στα 70 της χρόνια. Η Ελένη Θεοχάρους διαρκώς δονείται και δεν ησυχάζει από την αγωνία και την αγάπη για τον Ελληνισμό, για την Κύπρο. Διότι, όπως η κουβέντα θα μας δώσει ελπίζω την ευκαιρία να αναδείξουμε, το ζήτημα του Ελληνισμού αυτή τη στιγμή είναι συνολικό. Δεν είναι μόνον η Κύπρος. Πολύ σωστά έχει ειπωθεί ότι, αν πέσει η Κύπρος, ακολουθεί το Αιγαίο και η Θράκη.
Θα κάνουμε μια συζήτηση που θα εστιάσει σε ιστορικά γεγονότα, όπως οι αποφράδες ημέρες που ζούμε, αλλά κυρίως θα εστιάσουμε στο διά ταύτα. Διότι δεν έχει νόημα να γνωρίζουμε τα γεγονότα, αν δε μας βοηθούν να συντάξουμε μίαν εθνική στρατηγική για το μέλλον.

Ελένη Θεοχάρους: «Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Παύλε. Θα ξεκινήσουμε τη συζήτηση με την ακύρωση του αγώνα της ΕΟΚΑ, που τη βίωσα στα πολύ μικρά μου χρόνια, όταν δονούσε την κάθε ελληνική ψυχή στην Κύπρο η ΕΝΩΣΗ! Η ακύρωση της Ένωσης και η σταδιακή έκπτωση που οδήγησε στην τραγική σημερινή κατάσταση είναι αυτό που με έφερε κοντά σε κάθε λαό που αγωνιζόταν για την αυτοδιάθεση και την ελευθερία του. Ένιωθα από ένα σημείο και μετά την υποχρέωση ότι, ναι, θα το κάνω, θα προσπαθήσω να το κάνω, όσο κι αν μπορεί να ακούγεται εγωιστικό αυτό. Άλλωστε, έχω ακούσει ύβρεις και διαβολές που δεν περιγράφονται. Ωστόσο, σας λέω ποιο είναι το πραγματικό νόημα μιας πορείας όπως καθ’ υπερβολήν την έχετε περιγράψει.
Το δεύτερο που θέλω να σας πω είναι ότι, ναι, σήμερα είναι η 15η Ιουλίου, είναι μια αποφράδα μέρα. Όταν ξεκίνησε το πραξικόπημα που ανέτρεψε τη νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και έδωσε ευκαιρία στην από καιρού προετοιμαζόμενη τουρκική εισβολή - διότι δε γίνεται ούτε μέσα σε 5-6 μέρες να φορτώσουν στα καράβια τα άρματα. Από το 1964 διαπίστωσαν ότι δεν έχουν αποβατικό στόλο και άρχισαν να τον δημιουργούν και να ετοιμάζονται με τη στρατιά εκείνη η οποία και αποβιβάστηκε και κατέλαβε την Κύπρο αβρόχοις ποσίν. Διότι η προδοσία ήταν εκ των έσω. Ούτε τα επάκτια πυροβολεία επανδρώθηκαν, ούτε μπήκανε τα κανόνια στη θέση τους, ούτε έλαβαν οι μονάδες μάχης τις θέσεις τους για να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν, ενώ ήξεραν περίπου πού θα αποβιβασθεί η τουρκική αρμάδα.
Αυτά τα έχει καταγράψει η Ιστορία και επιδέχονται πολλαπλών ερμηνειών. Το βασικό είναι ότι πολλοί είχανε πλανηθεί πιστεύοντας ότι με το πραξικόπημα θα κάνουνε την Ένωση. Άλλοι ήτανε συνειδητά γνώστες του γεγονότος ότι αυτό το πράγμα είναι το πρώτο σκέλος της τουρκικής εισβολής που θα επιφέρει την κατάληψη του τμήματος της Κύπρου που είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ της Χούντας των Αθηνών και των Τούρκων, με τη διαμεσολάβηση των Εγγλέζων. Όπως και να έχει το ζήτημα, φτάσαμε στο σημείο να ακολουθήσει πέντε μέρες αργότερα η εισβολή που έφερε τη φοβερή καταστροφή στον τόπο μας, το εθνικό ξεκαθάρισμα, την προσφυγοποίηση του ενός τρίτου του πληθυσμού, την κατάληψη του ενός τρίτου του εδάφους της Κύπρου, τους βιασμούς, που ακόμη δεν έχουν καταγραφεί ως έγκλημα πολέμου, και για το οποίο δεν έχει λογοδοτήσει κανένας, και την κατάκτηση των περιουσιών με την εκδίωξη χιλιάδων ανθρώπων που κατέστησαν από νοικοκύρηδες ακτήμονες, από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτά ήταν τα γεγονότα εκείνων των ημερών, αν μπορεί κάποιος να τα δώσει με δύο γραμμές.
Εγώ δεν αντέχω αυτές τις μέρες να βρίσκομαι στην Κύπρο. Όσο μπορώ, προσπαθώ να φεύγω. Θα μου πείτε, δεν μπορείς να συμμετέχεις, δεν μπορείς να ακούς τις οιμωγές των μανάδων, παλιότερα όταν ζούσαν οι μανάδες; Δεν μπορείς να ακούς το κλάμα του λαού, τον θρήνο; Συμμετέχω στον θρήνο. Εκείνο που δεν αντέχω είναι η επίπλαστη, περίτεχνη θλίψη των διαφόρων κυβερνώντων και επισκεπτών, που έρχονται να μας πουν πόσο λυπούνται για την εισβολή, αλλά δεν κάνουν το παραμικρό για να ανατραπεί αυτή η κατάσταση. Όχι μόνο δεν κάνουν το παραμικρό, αλλά ακολουθούν την ίδια πολιτική εδώ και πενήντα χρόνια, της υποταγής, του εξευμενισμού, του κατευνασμού του θηρίου, της “εξημέρωσης της στρίγγλας”, μπας και μας δώσει κατιτίς πίσω. Δηλαδή, γονατιστοί μπροστά στα πόδια του φονιά μας, όπως λέει και ο Όμηρος, “ἀνδρὸς παιδοφόνοιο ποτὶ στόμα χεῖρ᾽ ὀρέγεσθαι” (Ομήρου Ιλιάδα 24, 506). Εκεί, ο γερο-Πρίαμος πάει και ζητάει το σώμα του παιδιού του.
Γι’ αυτό σας λέω ότι αυτά τα πράγματα κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσουν. Έχουμε χρέος όλοι όσοι νιώθουμε αυτήν την αγάπη για τον μείζονα Ελληνισμό, όχι με τον τοπικισμό του Κρητικού, του Θρακιώτη, του Κυπραίου, του Μακεδόνα, κ.λπ. Αλλά και γι’ αυτόν που ζει στην Αστόρια, γι’ αυτόν που ζει στη Μελβούρνη, γι’ αυτόν που ζει εδώ στη Νορβηγία και ξέρουμε πόσο δύσκολα μπορεί να περνάει, αλλά διατηρεί τη φλόγα του Ελληνισμού ανέπαφη. Έχουμε χρέος να κρατήσουμε την Ελλάδα δυνατή για να μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών. Γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί να είναι και μια δική μου αδυναμία, αλλά αν μπορώ να είμαι μακριά από την Κύπρο, το κάνω».
«Η προϊστορία δεν μπορεί να διαγραφεί με μια μονοκοντυλιά» - «Δεν είναι διαιρεμένη η Κύπρος, είναι κατεχόμενη»
Π.Π.: Είναι απολύτως κατανοητό, καθώς η γενιά η δική σας έχει το τραγικό προνόμιο να έχει ζήσει τα γεγονότα της εισβολής από την πολύ αρχή. Και μάλιστα και τα προστάδιά της, διότι πολύ σωστά είπατε ότι η εισβολή δεν ήταν μια διαδικασία που απλώς αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή και έγινε. Ήταν μια πολύ καλά δομημένη ιστορία με παρελθόν και δυστυχώς με την ενεργό συνεργασία, εμπλοκή και ευθύνη της Χούντας.
Αναφερθήκατε - θέλω να σταθώ λίγο σε αυτό - στην τάση που έχουν οι ελληνικές ηγεσίες. Σήμερα μάλιστα, τη στιγμή που μιλάμε, ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Άμυνας, εννοώ ο ελλαδίτης, βρίσκεται στην Κύπρο. (σ.σ. η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα). Σε λίγες ημέρες θα βρεθεί και ο Έλληνας πρωθυπουργός, στις 20 Ιουλίου. Υπάρχει λοιπόν αυτή η τάση, διαρκώς να επιδεικνύεται η έμφαση στα τραγικά γεγονότα, η θλίψη, να λέγονται ωραίοι λόγοι, ωραίες εκφράσεις, ότι η Ελλάδα δεν ξεχνάει την Κύπρο, δεν την αφήνει, δεν την εγκαταλείπει. Πλην όμως, την ίδια στιγμή έχουμε και μίαν γλώσσα που χρησιμοποιείται και μίαν ρητορική η οποία δείχνει ότι δεν ήταν το πρόβλημα μόνον η αναφορά στα γεγονότα της καταστροφής της Σμύρνης ως “συνωστισμού”. Διότι ο τρόπος είναι ο ίδιος όταν ακούμε επίσημα χείλη σε Αθήνα και Λευκωσία να μιλούν για “διαίρεση”. Και αναρωτιέται κανείς, και ρωτώ ευθέως εσάς: Έχει έννοια μια τέτοια διατύπωση; Έχει έννοια μια τέτοια λέξη; Ή συνιστά μίαν σκόπιμη αλλοτρίωση της ιστορικής πραγματικότητας, με σκοπό να οδηγηθούμε σε μίαν άλλη εξέλιξη, άλλη από αυτό που η γνώση της ιστορίας επιτάσσει στον σημερινό Ελληνισμό;
Ε.Θ.: «Ναι, νομίζω ότι είναι ενδεικτική μιας επερχόμενης ενδοτικής λύσης. Είναι ξεκάθαρο ότι οδεύουμε προς την κατεύθυνση να δεχτούμε νέους όρους που θέλει να επιβάλει η Τουρκία, η οποία έχει μεγαλεπήβολα σχέδια με τη Γαλάζια Πατρίδα, που διατυπώθηκαν ήδη από την εποχή του Νταβούτογλου με το “Στρατηγικό Βάθος”, που τα έχει περιγράψει τόσο καλά, τόσο ξεκάθαρα, από την εποχή του Νιχάτ Ερίμ που εκπόνησε το σχέδιο ανακτήσεως της Κύπρου το 1956 σε καταστρατήγηση της Συνθήκης της Λωζάνης, βάσει της οποίας η Τουρκία είχε απεκδυθεί οιουδήποτε δικαιώματος επί της Κύπρου.
Η Ελένη Θεοχάρους προέρχεται από μια οικογένεια αγωνιστών, της οποίας όλα τα μέλη συμμετείχαν στην ΕΟΚΑ, έφηβοι και ενήλικες αδιακρίτως
Όλα αυτά τα σχέδια εφαρμόζονται σταδιακά, στοχευμένα, αποτελεσματικά, κατά γράμμα. Και βλέπουμε ότι προχωράει η Τουρκία κι εμείς υποχωρούμε συνέχεια. Υποχωρούμε. Δεν τολμούμε να αξιοποιήσουμε τον φυσικό μας πλούτο, για παράδειγμα, το φυσικό αέριο. Λένε ότι είναι τεράστιο το φυσικό αέριο.
Αλλά επειδή κάποια στιγμή μιλήσατε για τις ηγεσίες των δύο ελληνικών κρατών, αυτόν τον όρο θα τον χρησιμοποιήσω και θα σας εξηγήσω γιατί. Ναι, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Ναι, αυτή τη στιγμή είναι ακρωτηριασμένη διότι υπάρχει η “Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου”, η οποία δεν αναγνωρίζεται και δεν πρέπει να αναγνωριστεί ποτέ από κανέναν. Υπάρχουν τα Ψηφίσματα 541 και 550 (5 Νοεμβρίου 1983 και 11 Μαΐου 1984 αντιστοίχως) του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που λένε ότι η “ΤΔΒΚ” είναι προϊόν παράνομης πολεμικής ενέργειας, και συνεπώς είναι υποτελής στην Τουρκία και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναγνωριστεί ως κράτος. Αυτό νομικά είναι τελειωμένο. Εκτός αν εμείς οι ίδιοι πάμε και το αναγνωρίσουμε.
Αλλά όσον αφορά στις ελληνικές ηγεσίες, να ξεχωρίσουμε αυτές τις εγκληματικές πολιτικές που ακολούθησαν οι πολιτικοί, και αυτές που έκανε η Χούντα. Η Χούντα διοργάνωσε και εκτέλεσε το πραξικόπημα με τους εγκάθετούς της στην Κύπρο. Κι εγώ σας λέγω αυτό που σας είπα και προηγουμένως, ότι κάποιοι στρατιωτικοί, δε θα αναφερθώ στους πολίτες, πιθανόν να επλανήθησαν. Και πίστεψαν ότι, ανατρέποντας τον Μακάριο και οδηγώντας τον τόπο σε έναν φριχτό εμφύλιο πόλεμο και σκοτώνοντας ο ένας τον άλλον, θα κάνανε την Ένωση. Από τη στιγμή που είδανε ότι ούτε την Ένωση έκαναν και έχασαν ελληνικό έδαφος, έχασαν το 37% του νησιού, δεν είδα έναν να σηκώσει το περίστροφο ως έντιμος στρατιωτικός και να αυτοκτονήσει. Εγώ καταλαβαίνω ότι είτε φταίω είτε δε φταίω, εάν έχω ορκιστεί να υπερασπιστώ την πατρίδα και με δικές μου αμέλειες και λάθη και παραλείψεις έχω χάσει την πατρίδα μου, ε, ναι, κάνω αυτό.
Βεβαίως, είναι και αυτοί που έπεσαν στο πεδίο της τιμής, στις προδομένες Θερμοπύλες. Τους ξέρουμε όλοι, δε θα τους αναφέρω τώρα. Είναι αυτοί που, έστω κι αν είχανε λάβει μέρος στα γεγονότα, πήγαν και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή και αντιστάθηκαν. Αλλά ήτανε πια διάτρητη και η άμυνα και η δυνατότητα να προστατευτεί ο πληθυσμός. Είχε πέσει κι ένας πανικός πολύ μεγάλος. Οι Τούρκοι εκεί που έμπαιναν έκαναν θηριωδίες. Θυμάμαι τον Λυσσαρίδη που έλεγε “μείνετε στα σπίτια σας! Μείνετε στα σπίτια σας! Μη φεύγετε!”, με το νόημα ότι από τη στιγμή που θα φύγεις από το σπίτι και καταληφθεί το έδαφος, τελείωσε. Αλλά κανείς δεν μπορεί να ψέξει οποιονδήποτε έφευγε. Γιατί, σας λέω, οι Τούρκοι διέπρατταν θηριωδίες.

Τώρα, για να επανέλθουμε στην κατάσταση που ακολούθησε. Ναι, βρέθηκε ένα κράτος με 200.000 ανθρώπους στα αντίσκηνα. Ώσπου να στηθούν τα αντίσκηνα σε παραπήγματα, οπουδήποτε αλλού, άρχισε ένας αγώνας επιβίωσης και έφευγαν όλοι. Ο καθένας προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές του, να βρει τους αγνοουμένους, να βρει τους στρατιώτες που είχανε συλληφθεί αιχμάλωτοι, τους πολίτες, να θάψει τους νεκρούς του. Και ζήσαμε εκείνη την τραγωδία που εξακολουθεί να είναι ζωντανή ακόμη και σήμερα. Δε νομίζω ότι μπορεί κάποιος να περπατήσει στην Κύπρο και να μη διαπιστώσει πόσο τραγικό ήταν εκείνο το καλοκαίρι.
Σ’ αυτό το σημείο, θα μου επιτρέψετε να πω ότι η Κύπρος είναι διάσπαρτη από οστά παιδιών από τη μητροπολιτική Ελλάδα που έπεσαν για την Ελευθερία. Και συνεπώς, είναι ντροπής πράγματα να προσπαθεί κάποιος τεχνηέντως να διαχωρίσει τον λαό σε “καλαμαράδες” και Κυπραίους, και δεν ξέρω πώς αλλιώς το λένε. Βεβαίως, με το ίδιο σκεπτικό και η Ελλάδα μας είναι διάσπαρτη από τα οστά Κυπρίων. Από τη Θράκη μέχρι την Ήπειρο, τη Μακεδονία. Στους Βαλκανικούς Πολέμους, για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Συνεπώς, αυτή η ιστορία θα πρέπει να εκλείψει. Είναι ένα δημιούργημα της αγγλικής πολιτικής του διαίρει και βασίλευε, του να δημιουργήσει καταρχήν Τουρκοκύπριους και Ελληνοκύπριους. Αυτός ο όρος δεν υπάρχει, δεν υφίσταται, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται. Και στη συνέχεια να καλλιεργήσει μια λεγόμενη κυπριακή συνείδηση.
H Ελένη Θεοχάρους έχει βραβευθεί ως ποιήτρια, έχει τρεις ιατρικές ειδικότητες, έχει χειρουργήσει χιλιάδες ασθενείς, είναι καθηγήτρια Χειρουργικής και έχει διατελέσει επί δύο θητείες τόσο βουλευτής στο Κοινοβούλιο της Κύπρου, όσο και ευρωβουλευτής στις Βρυξέλλες
Αυτό πέτυχε, με την έννοια της δημιουργίας κρατικής κυπριακής συνείδησης. Ξέρετε, αυτοί που άρχισαν να γίνονται βουλευτές, υπουργοί, εκατοντάδες αξιωματούχοι του κράτους, θα τους κακοφαινόταν κάποια στιγμή αν γινόντουσαν διορισμένοι νομάρχες της Ενωμένης Κύπρου. Δημιουργήθηκε μια κρατική συνείδηση ενός μορφώματος, το οποίο στηριζόταν σε ένα Σύνταγμα ευθύς εξαρχής διαιρετικό. Ένα Σύνταγμα μη βιώσιμο. Γι’ αυτό και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος προσπάθησε να προβεί σε μεταρρυθμίσεις με τα 13 Σημεία που είχε υποβάλει στους Τουρκοκύπριους. Αυτό έδωσε την αφορμή να εκδηλωθεί η λεγόμενη τουρκανταρσία. Η οποία ήτανε έτοιμη από καιρό. Από την εποχή που οι Εγγλέζοι είχανε συλλάβει το πλοιάριο “Deniz” να κουβαλεί όπλα, και τις πτήσεις τουρκικών ελικοπτέρων στην Καρπασία που έφερναν όπλα, που δημιουργήθηκε η ΤΜΤ (Τουρκική Οργάνωση “Αντίστασης”) με αρχηγό τον Ντενκτάς και αξιωματικούς από την Τουρκία.
Καταλαβαίνετε ότι όλη αυτή η προϊστορία δεν μπορεί να διαγραφεί με μια μονοκοντυλιά. Εμείς συνεχίσαμε το ίδιο βιολί, τα ίδια λάθη επί λαθών, την ίδια υποχωρητικότητα. Βλέπαμε ότι η πολιτική μας δεν είναι αποτελεσματική και όμως επιμέναμε να εφαρμόζουμε την ίδια πολιτική. Έτσι φτάσαμε στα σημερινά τραγικά γεγονότα να ακούμε τον πρωθυπουργό της Ελλάδος να μας λέει ότι η Κύπρος είναι “διαιρεμένη”. Ε, όχι! Δεν είναι διαιρεμένη η Κύπρος! Η Κύπρος είναι κατεχόμενη μέχρι τη γραμμή καταπαύσεως του πυρός. Ο τουρκικός στρατός καθημερινά επεκτείνεται, ασχέτως αν αυτό δε βγαίνει στις ειδήσεις, προχωρεί και καταλαμβάνει εδάφη στη Νεκρή Ζώνη. Και διαμαρτύρονται επιπλέον οι Τούρκοι διότι υπάρχουν κάμερες που βλέπουν τις κινήσεις των λαθρομεταναστών που κουβαλεί ο τουρκικός στρατός και τους διοχετεύει στις ελεύθερες περιοχές!».
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΥΡΙΟ...
