Ο Κρητικός ακοντιστής ξετυλίγει μιλώντας στο «Καλό Μεσημέρι» το «puzzle» της ζωής του, την «κακιά στιγμή» που τον ενηλικίωσε βίαια, τα σκοτάδια της εντατικής αλλά και την απόφαση να μην κρύβεται αλλά καθημερινά να αποδεικνύει πως η αναπηρία δεν είναι απλώς μια «ιδιαιτερότητα».
Η στιγμή που ο χρόνος πάγωσε
Ήταν 2 Ιουνίου του 2011. Ο Μανώλης, ένα παιδί 17 ετών, ανέβηκε για την επιστροφή από το Ηράκλειο στο χωριό του σε ένα μηχανάκι χωρίς δεύτερη σκέψη. «Δεν σκέφτηκα τα τυπικά: κράνος, ασφάλεια», ομολογεί σήμερα με μια ειλικρίνεια που τσακίζει. Μια σφοδρή σύγκρουση στην οδό Ηρακλείου-Μοιρών με ένα αυτοκίνητο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έμελλε να γράψει τον επίλογο της εφηβείας του . Ο φίλος του και οδηγός της μηχανής «έφυγε» ακαριαία. Ο Μανώλης έμεινε πίσω να παλεύει με το σκοτάδι.
«Και που ζω, που ειμαι αυτή τη στιγμή εδώ πέρα, είναι ένα θαύμα. Είναι ένα θαύμα, το οποίο κάθε μέρα το βιώνω γιατί βλέπω τι κάνω, πώς είμαι και πώς προχωράω και λέω πώς γίνεται», λέει ο ίδιος.
Επτά ημέρες ανάμεσα σε δύο κόσμους
Πολυτραυματίας έδωσε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή όβντας 14 μέρες στν εντατική τις επτά εκ των οποίων σε καταστολή. Η μάχη για τη ζωή μεταφέρθηκε από το Ηράκλειο στην Αθήνα, στο ΚΑΤ. Η συψαιμία στο πόδι οδήγησε στην πιο σκληρή απόφαση. Ο ακρωτηριασμός κάτω από το γόνατο ήταν το τίμημα για να κρατηθεί στη ζωή.
Το «στοίχημα» του σταδίου
Η ζωή με το πρόσθετο μέλος δεν ήταν εύκολη υπόθεση. «Ντρεπόμουν στην αρχή. Ήθελα να το κρύψω», παραδέχεται. Ο αθλητισμός μπήκε στη ζωή του το 2015, σχεδόν τυχαία, μέσα από την παρακίνηση του συναθλητή του, Μανώλη Στεφανουδάκη. Αν και ο στίβος δεν του άρεσε ποτέ, το ακόντιο έγινε η προέκταση του χεριού του. Η πρώτη φορά που έτρεξε ξανά, τέσσερα χρόνια μετά το ατύχημα, ήταν μια εμπειρία που περιγράφει ως το «ωραιότερο πιάσιμο» της ζωής του.
Σήμερα, ο Γιακουμάκης δεν είναι απλώς ένας επιζών. Είναι ένας αθλητής του ακοντισμού που βρήκε στον στίβο τον τρόπο για να διοχετευσει την δύναμη της ψυχής του και το πείσμα για ζωή.
Ο Έρωτας και η Καθημερινότητα
Η ιστορία του Γιακουμάκη καταρρίπτει τα κοινωνικά στερεότυπα περί αναπηρίας. Στο πρώτο του ραντεβού με τη γυναίκα που έμελλε να γίνει σύζυγός του, της είπε την αλήθεια από το πρώτο λεπτό. Η αντίδρασή της; «Σαν να της είπα ότι έχω μια γρατζουνιά».
Ο ίδιος αρνείται τον όρο «ΑμεΑ» ως ταμπέλα περιορισμού. Προτιμά τον όρο «άτομα με ιδιαιτερότητες». Αυτή την αλήθεια παρουσίασε και στη γυναίκα του από το πρώτο κιόλας ραντεβού. «Ήθελα να με αγαπήσει για αυτό που είμαι», λέει. Και εκείνη, τον ερωτεύτηκε για τη δύναμη της ψυχής του, αντιμετωπίζοντας την απώλεια του μέλους του σαν μια απλή «γρατζουνιά».
Σήμερα, ο Μανώλης Γιακουμάκης μιλάει με την ίδια άνεση σε μικρά παιδιά, απαντώντας σε ερωτήσεις όπως «πώς κάνεις μπάνιο» ή «γιατί το πόδι σου είναι από σίδερο» ή αν φοράει ίδιο νούμερο παπούτσι και στα δυο του πόδια.. Για εκείνον, η ενημέρωση στα σχολεία είναι η σημαντικότερη αποστολή του. Για εκείνον, η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι ένα χρυσό μετάλλιο σε μια προθήκη. Είναι το μήνυμα μιας μητέρας στο Facebook που τον ευχαριστεί γιατί το παιδί της βρήκε το κουράγιο να συνεχίσει.
«Αν παρακινήσω ένα παιδί να βάλει το κράνος του, για μένα αυτό δεν πληρώνεται», λέει.
Τρολάρει τον εαυτό του, προπονείται σκληρά και καλεί όσους έχουν «ιδιαιτερότητες» να βγουν από το σπίτι. «Μπορούμε, αρκεί να θέλουμε», είναι το σύνθημά του. Και το δικό του παράδειγμα, από την άσφαλτο της Κρήτης μέχρι το ταρτάν του σταδίου και το βάθρο, αποτελεί την πιο ζωντανή απόδειξη ότι η ζωή δεν σταματά μετά από μια «κακιά στιγμή» – αρκεί να έχεις τη δύναμη να σηκωθείς ξανά.
►Δείτε την συνέντευξη στο «Καλό Μεσημέρι»: