Υγεία

Έλλειψη βιταμίνης D έχουν οι Κρητικοί παρά την ηλιοφάνεια

7 στους 10 στην Ελλάδα είναι ανεπαρκείς στην βιταμίνη D

Σε σύγχρονη πανδημία τείνει να εξελιχθεί η ανεπάρκεια και έλλειψη βιταμίνης D που παρατηρείται στον ελληνικό πληθυσμό, ακόμα και στους Κρητικούς, παρά την αυξημένη ηλιοφάνεια.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής που τιμάται σήμερα, 16 Οκτωβρίου, ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της μεγάλης πανελλαδικής επιδημιολογικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε από την Ελληνική Διατροφολογική Εταιρεία, στο πλαίσιο της μελέτης “Healthy for Life” για τη διατροφή και τη φυσική άσκηση. Αντικείμενο αποτέλεσαν οι διαστάσεις του φαινομένου (επιπολασμός) της έλλειψης βιταμίνης D στον ελληνικό πληθυσμό.

Η συγκεκριμένη μελέτη διενεργήθηκε από ερευνητική ομάδα της Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας με επικεφαλής τον κλινικό διατροφολόγο δρ. Δημήτρη Γρηγοράκη.

H σημασία της βιταμίνης D

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η βιταμίνη D θεωρείται ως σημαντικό θρεπτικό συστατικό για την ανάπτυξη και τη διατήρηση της οστικής μάζας. Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, γίνεται ιδιαίτερος λόγος για τη σχέση της βιταμίνης D με διάφορα χρόνια νοσήματα (Holick & Grant 2014). Τα χαμηλά επίπεδά της στο αίμα έχουν συσχετιστεί με την παθογένεση ή/και την εξέλιξη διάφορων χρόνιων ασθενειών όπως είναι η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ορισμένες μορφές καρκίνου, αλλά και αυτοάνοσες παθήσεις (σακχαρώδης διαβήτης 1, σκλήρυνση κατά πλάκας, ψωρίαση κ.λπ.). Η συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 73 μελετών παρατήρησης και 22 τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών με 849.412 και 30.716 συμμετέχοντες, αντίστοιχα, αποκάλυψε σε εκείνους με επίπεδα 25 (OH)<10 ng/ml έναντι εκείνων με ≥ 30 ng/ml μία αύξηση του σχετικού κινδύνου 1,14 (14%) για θάνατο από καρκίνο και 1,35 (35%) για θάνατο από καρδιαγγειακή νόσο. Επίσης, εντόπισε 1,30 (30%) για θάνατο από διάφορες άλλες αιτίες και 1,35 (35%) για όλες τις αιτίες θνησιμότητας (Gröber et al. 2015).

Παρά τη σημαντικότητα για την υγεία αυτής της σπουδαίας βιταμίνης, είναι πολύ συχνή η ανεπάρκειά της σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Μάλιστα, σχετικά με το θέμα αυτό πρόσφατα γίνεται λόγος για ευρωπαϊκή πανδημία (Cashman et al. 2016). Σε αντίθεση με το αναμενόμενο για τις ανατολικές και νότιες μεσογειακές περιοχές και παρά τη φαινομενική ηλιοφάνεια, παρατηρείται υψηλός επιπολασμός χαμηλού status βιταμίνης D (Manios et al. 2018).

Το φαινόμενο αυτό αποκαλείται ως «μεσογειακό παράδοξο», το οποίο όπως διαπιστώνεται αφορά και τη χώρα μας. Παρόλο που η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη ηλιοφάνεια, οι περισσότεροι Έλληνες εμφανίζουν υψηλό βαθμό ανεπάρκειας βιταμίνης D στον οργανισμό τους.

Το πρόβλημα των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D στους Έλληνες αποδεικνύει η επιδημιολογική μελέτη της Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας με θέμα «Προσδιορισμός επιπέδων βιταμίνης D σε δείγμα ελληνικού πληθυσμού».

Χαρακτηριστικά μελέτης

Η εν λόγω επιδημιολογική μελέτη εκπονήθηκε από ερευνητική ομάδα της Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και πιο συγκεκριμένα από τους Δ. Γρηγοράκη, Γ. Καπώλη, Μ. Κασκάνη, Δ. Σκλαβενίτη, Ι. Βλάχου, Σ. Καραΐσκου και Α. Βλάχου.

Τα χαρακτηριστικά της είναι τα ακόλουθα: Τα δεδομένα για τα επίπεδα της βιταμίνης D συλλέχθηκαν τυφλά από τα εργαστηριακά πληροφοριακά συστήματα νοσοκομείων και διαιτολογικών μονάδων των περιοχών της μελέτης, κατά τη διάρκεια δύο ακαδημαϊκών ετών (2016-2017 και 2017-2018).

Πληθυσμός μελέτης: 4.624 Έλληνες (2.338 άνδρες και 2.286 γυναίκες) ηλικίας 19-60 ετών, από αστικές και ημιαστικές περιοχές 5 νομών της Ελλάδας: Ηρακλείου, Αττικής, Θεσσαλονίκης, Αχαΐας και Κοζάνης. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν για κάθε εθελοντή αφορούσαν σε αιματολογικούς δείκτες, δημογραφικά χαρακτηριστικά, διατροφικές συνήθειες και τρόπο ζωής. Τα επαρκή επίπεδα, η ανεπάρκεια και η έλλειψη βιταμίνης D ορίστηκαν ως: 25 (ΟΗ)D >30 ng/ml, 25 (ΟΗ)D<30 ng/ml και 25 (ΟΗ)D<12 ng/ml, αντίστοιχα.

Ανεπάρκεια στο 72,03% του πληθυσμού

Στην παρούσα μελέτη η μέση τιμή βιταμίνης D για τους Έλληνες ήταν 23,06 ng/ml (υποδηλώνει ανεπάρκεια). Ο επιπολασμός της ανεπάρκειας βιταμίνης D [25 (ΟΗ)D<30 ng/ml] βρέθηκε να αντιστοιχεί στο 72,03% του πληθυσμού. Από αυτούς το 17,55% εντοπίστηκε ότι παρουσιάζει σημαντική έλλειψη [25 (ΟΗ)D<12 ng/ml]. Η πολυμεταβλητή ανάλυση λογιστικής παλινδρόμησης έδειξε μεγαλύτερη πιθανότητα ανεπάρκειας και έλλειψης βιταμίνης D στις γυναίκες, σε σύγκριση με τους άνδρες.

Επίσης, παρατηρήθηκε μια στατιστικά σημαντική επίδραση της εποχικότητας, δεδομένου ότι ο επιπολασμός της ανεπάρκειας και έλλειψης βιταμίνης D ήταν χαμηλότερος μετά την καλοκαιρινή περίοδο, δηλαδή κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο, ενώ ήταν υψηλότερος μετά τη χειμερινή περίοδο, δηλαδή κατά τους μήνες της άνοιξης, Μάρτιο έως Μάιο (σχήμα 1).

Τα χαμηλότερα ποσοστά ανεπάρκειας και έλλειψης, όπως παρατηρείται στο σχήμα 2, καταγράφηκαν τον μήνα Σεπτέμβριο (49,9% και 10,7%, αντίστοιχα), ενώ τα υψηλότερα τον μήνα Μάρτιο (88,6% και 21,6%, αντίστοιχα). Μάλιστα, όπως παρατηρείται στο συγκεκριμένο σχήμα, η διακύμανση των επιπέδων της βιταμίνης D ανά μήνα ακολουθεί έναν απόλυτα διαγραμματικό μοντέλο. Τα πολυπαραγοντικά μοντέλα γραμμικής παλινδρόμησης απέδειξαν ότι ο βαθμός αστικοποίησης και ιδιαίτερα η κατάσταση του σωματικού βάρους σχετίζονται με τα επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα.

Συγκεκριμένα, ο επιπολασμός της ανεπάρκειας και έλλειψης βιταμίνης D βρέθηκε να είναι χαμηλότερος σε άτομα που ζουν σε ημιαστικές σε σύγκριση με τα άτομα που ζουν σε αστικές περιοχές. Επιπρόσθετα, ο Δείκτης Μάζας Σώματος (χαρακτηρίζει τη σωματική κατάσταση) συσχετίστηκε με τα επίπεδα της βιταμίνης D. Ισχυρός συσχετισμός παρατηρήθηκε μεταξύ του υψηλού σωματικού βάρους με την ανεπάρκεια και έλλειψη σε βιταμίνη D.

Πιο συγκεκριμένα, οι παχύσαρκοι άνδρες και γυναίκες (ΔΜΣ>30: παχυσαρκία) είχαν 75% πιθανότητες να έχουν ανεπάρκεια και περισσότερο από τις διπλάσιες να παρουσιάζουν έλλειψη, σε σχέση με τους νορμοβαρείς: φυσιολογικός ΔΜΣ (σχήμα 3).

Στην υποομάδα των ασθενών με μία τουλάχιστον καταγεγραμμένη αυτοάνοση διαταραχή, το μοντέλο πολυπαραγοντικής ανάλυσης έδειξε ότι η εμφάνιση της νόσου συσχετιζόταν με τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D. Ενδεικτικές αυτοάνοσες παθήσεις που καταγράφηκαν ήταν σακχαρώδης διαβήτης 1, νόσος Crohn, ελκώδης κολίτιδα, κοιλιοκάκη, ρευματοειδής αρθρίτιδα, θυρεοειδίτιδες Hashimoto και Graves, ινομυαλγία, λεύκη, μυασθένεια Gravis, ρευματική πολυαλγία, σκληρόδερμα, σύνδρομο Sjögren, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, ψωρίαση, σκλήρυνση κατά πλάκας, έκζεμα ή ατοπική δερματίτιδα, αλλεργικό άσθμα κ.ά.

Τέλος, όσον αφορά τη διαιτητική πρόσληψη της βιταμίνης D, το σύνολο του πληθυσμού της μελέτης βρέθηκε να έχει πρόσληψη κάτω από τη συνιστώμενη εκτιμωμένη μέση απαίτηση (Εstimated Αverage Requirement - EAR). Ωστόσο, η διαιτητική πρόσληψη βιταμίνης D δε βρέθηκε να σχετίζεται με τα επίπεδά της στο αίμα, γεγονός που μπορεί να οφείλεται στην πολύ χαμηλή πρόσληψη από τον πληθυσμό της μελέτης.

Σχόλια