Ψυχολογία

 Οι καημένοι οι τοξικοί άνθρωποι…

Οι "τοξικοί" άνθρωποι κουβαλούν μια φαρέτρα με βέλη, ως άλλοι τοξότες, για δικούς τους λόγους... αυτοπροστασίας

Γράφει ο Βασίλης Ορφανός

Θα σας έχουν τύχει, πιθανότατα, στη ζωή σας κάποιοι άνθρωποι που με το «καλημέρα» καταφέρνουν οι καημένοι (θα επανέλθω σ’ αυτόν τον συμπονετικό χαρακτηρισμό) και σας χαλούν τη διάθεση, χωρίς εσείς να φταίτε σε τίποτα.

Καθένας τους έχει τον δικό του τρόπο: Άλλος κλαίγεται μονίμως για τα πάντα, άλλος δεν έχει καλό λόγο για κανέναν και φυσικά ούτε για σας, άλλος υπηρετεί πιστά την ιδέα ότι η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα, άλλος είναι πιο «ξινός» κι από την Τασσώ Καββαδία των ελληνικών ταινιών, άλλος έχει πάντοτε ένα δυσάρεστο νέο να σας πει, που όμως δεν αφορά ούτε εσάς ούτε εκείνον. Και πάει λέγοντας…

Ο αρνητισμός είναι το βασικό τους χαρακτηριστικό. Αλλά έχουν κι άλλα, καθένας τα δικά του, π.χ. ξέρουν να γίνονται επίμονοι μέχρι να πετύχουν αυτό που θέλουν, σας θυμούνται μόνο όταν σας χρειάζονται, απαιτούν να τους λέτε ό,τι σας συμβαίνει αλλά για τα δικά τους δεν τους παίρνεις κουβέντα,  έχουν εύκολες τις δικαιολογίες για τον εαυτό τους αλλά τις τσιγκουνεύονται για τους άλλους, βάζουν δύσκολα το χέρι στην τσέπη (ιδίως στην τσέπη της καρδιάς), δυσκολεύονται να πουν «παρακαλώ», «συγγνώμη», «ευχαριστώ», τους αρέσει το καυστικό χιούμορ, ο καταγγελτικός λόγος και οι δηλητηριώδεις υπαινιγμοί, ξεχνούν εύκολα το καλό που τους έκαμες αλλά βρίσκουν τρόπο να σου θυμίσουν το παραμικρό που έκαναν εκείνοι για σένα, είναι ακατανόητα δύσπιστοι και επιφυλακτικοί κλπ. κλπ., ο κατάλογος είναι πολύ μακρύς…

Βέβαια, ενδέχεται και ο καθένας μας κάποτε να εκδηλώσει κάποιο ή και περισσότερα από τα παραπάνω, αλλά παροδικά και περιστασιακά, όχι ως στάση ζωής.

Όσους έχουν τα παραπάνω ως στάση ζωής τούς λέμε «τοξικούς ανθρώπους». Με τον όρο αυτό από τη μια τούς κατατάσσουμε σε μια κατηγορία, ενώ παράλληλα τους αποδίδουμε μια κατηγορία: τους κατηγορούμε ότι δηλητηριάζουν τη διάθεση του συνομιλητή τους. (Η λ. τοξικός είναι προσαρμογή του γαλλ. toxique, το οποίο από το λατιν. toxicus, κι αυτό με τη σειρά του από το αρχαιοελλ. τοξικόν φάρμακον = δηλητήριο για βέλη.)

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν πολλές και ποικίλες συμβουλές για το πώς να προστατέψεις τον εαυτό σου από τους τοξικούς ανθρώπους, πώς να τους κρατήσεις μακριά σου, πώς να μην έχεις παρτίδες μαζί τους κ.ο.κ.

Καθένας διαβάζει, κρίνει και επιλέγει, και δεν θα προσθέσω εγώ άλλες τέτοιες «συνταγές». Θα ήθελα όμως να σταθώ σε μια άλλη πλευρά του θέματος: Καλά να μην είναι ο τοξικός άνθρωπος «της γούνας σου μανίκι», οπότε το «μακριά κι αγαπημένοι» είναι μια λύση. Αν όμως πρόκειται για ένα πρόσωπο του στενού σου περιβάλλοντος; Αν είναι, ας πούμε, ένας πολύτιμος συνεργάτης στη δουλειά, την τέχνη ή την επιστήμη σου; Αν είναι το ακριβό σου ταίρι; Αν είναι το παιδί σου; 

Για την περίπτωση αυτή (για την οποία δεν βρήκα να υπάρχει κάτι στο Διαδίκτυο) έχω κάτι να προτείνω, δεν είναι όμως μια εύκολη «συνταγή» αλλά μια κοπιαστική προσπάθεια εσωτερικής δουλειάς. Κοπιαστική, αλλά αξίζει τον κόπο: αποζημιώνει και με το παραπάνω!

Προηγουμένως όμως, κρίνω απαραίτητο να δούμε, μέσα από δύο μικρές ιστορίες  (από τη ζωή και οι δύο αλλά όχι από τη δική μου), πώς γίνεται κανείς τοξικός άνθρωπος (όχι πως δεν υπάρχουν κι άλλες διαδρομές προς την τοξικότητα).

Ιστορία 1η: Στρατιώτης ο Μανούσος σε ένα φυλάκιο σε παραμεθόρια περιοχή. Ανάμεσα στους λίγους φαντάρους του φυλακίου και ο Παντελής, που είναι από ένα χωριό πολύ κοντά στο φυλάκιο. Μια χαρά παιδί, και υγιής και εμφανίσιμος και έξυπνος και σπουδασμένος, αλλά δεν έχει καλό λόγο για κανέναν. Μια μέρα προσκαλεί τον Μανούσο στο πατρικό του. Δέχτηκε από ευγένεια. Φιλόξενοι άνθρωποι οι γονείς του Παντελή, ένα σωρό φαγητά είχαν ετοιμάσει, αλλά πού να τα ευχαριστηθεί ο Μανούσος, που οι οικοδεσπότες ήταν πιο τοξικοί κι από το γιο τους! Θυμήθηκε, λοιπόν, μια παροιμία που έλεγε η γιαγιά του: «Από πού ’σαι μαρουλάκι; Απ’ αυτό το κηπουλάκι!»

Ιστορία 2η: Η Μαρία υπηρετούσε ως διοικητική υπάλληλος σε μια δημόσια υπηρεσία. Είχε μια συνάδελφο στο ίδιο γραφείο, την Καίτη. Αυτή η  συνάδελφος δεν έχανε αφορμή να μην «θάψει» τη Μαρία, ιδίως αν ο προϊστάμενός τους της έλεγε κάποια καλή κουβέντα για τη δουλειά της. Ανώτερος άνθρωπος εκείνη, δεν είπε ποτέ τίποτα, αλλά της έμενε η απορία: «Τι της έχω κάνει;» Η απορία λύθηκε σε λίγο καιρό. Είχε πέσει πολλή δουλειά στο γραφείο, και για τις ανάγκες της υπηρεσίας ήρθε με προσωρινή απόσπαση από άλλο τμήμα μια ακόμη συνάδελφος, η Ελένη. Τώρα η Καίτη είχε δύο να μοιράζει τα βέλη της. Δυστυχώς γι’ αυτήν, η Ελένη δεν ήταν σαν τη Μαρία: Όταν ο προϊστάμενος την υποδέχτηκε με τα καλύτερα λόγια  – ήταν γνωστό πως ήταν αστέρι στη δουλειά της –  η Καίτη γέλασε ειρωνικά εις βάρος της. Της έκοψε τότε τη φόρα η Ελένη: «Άκου να δεις, Καιτούλα (έτσι την ήξερε από το Δημοτικό, όπου ήταν συμμαθήτριες), μπορείς να ζηλεύεις όσο θέλεις τη δίδυμη αδελφή σου, επειδή όλο την επαινούσε η μαμά σου ενώ εσένα σε είχε στο φτύσιμο (έτσι μας έλεγες στο σχολείο –  εσύ μπορεί να το ξέχασες μα εγώ το θυμούμαι πολύ καλά), εμένα όμως να με αφήσεις ήσυχη!» Ώρα έκανε η Καίτη να συνέλθει.

Καταλαβαίνουμε ότι ο Παντελής και η Καίτη κουβαλούν την τοξικότητά τους ως τοξότες: Ο Παντελής για να τοξεύει οποιονδήποτε, γιατί έτσι μεγάλωσε, να θεωρεί δηλαδή ότι ο άλλος εκ προοιμίου είναι κακός, άντε το πολύ-πολύ κακός μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Η Καίτη πάλι, την έπαθε μια φορά με την αδερφή της,  άλλον  δεν θα αφήσει να της κάνει τέτοιο χουνέρι.

Έτσι είναι και ο δικός μας τοξικός άνθρωπος, τοξότης είναι κι αυτός, με τη φαρέτρα του γεμάτη βέλη. Τώρα, για ποιους λόγους την κουβαλάει ένας θεός το ξέρει. Πάντως, για κάποιον λόγο τα χρειάζεται τα βέλη του. Γι’ αυτό δεν θα του ζητήσουμε να  πετάξει τη φαρέτρα του, γιατί θα νιώσει απροστάτευτος και θα χάσει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. Αντιθέτως, θα προσπαθήσουμε να βάλουμε νοερά τον εαυτό μας στη θέση του και να πούμε «Ωχ τον καημένο!» Τότε, θα δούμε με κατανόηση τόξο, φαρέτρα και βέλη. Κι αν κάποιος πάει να του τα πάρει, θα τον αποτρέψουμε με σθεναρό τρόπο: «Άσ’ τα κάτω, γιατί θα έχεις να κάνεις με μένα!»

Δεν είναι εύκολο να κάνουμε αυτή την εσωτερική διαδρομή, γιατί χρειάζεται να βάλουμε στην άκρη χίλια δυο δικά μας, που μας εμπόδιζαν τόσο καιρό να δούμε τα πράγματα από αυτήν την οπτική γωνία. Και ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να σταθείς ενώπιος ενωπίω…  Αν όμως τα καταφέρουμε, η συνέχεια θα μας κάνει να πιστέψουμε στα θαύματα, ακόμη κι αν δεν είμαστε θρησκευόμενοι: Χωρίς να κάνουμε τίποτε άλλο, χωρίς να του πούμε τίποτε, ο δικός μας τοξικός άνθρωπος θα πετάξει μόνος τα όπλα του!  Ίσως με τη στάση μας να τον κάναμε να σκεφτεί πως αφού βρέθηκε έστω και ένας που δεν φαίνεται να τον απειλεί, μπορεί να βρεθούν κι άλλοι, οπότε τι να τα κουβαλάει… Μη νομίζετε, κι αυτουνού ένα βάρος τού ήτανε.

Βάρος τού ήτανε και του Γιάννη να κάνει κάθε Σεπτέμβρη στους συναδέλφους του φιλολόγους στο Λυκείου όπου υπηρετούσε σκηνή για τη μοιρασιά των μαθημάτων. Η μοιρασιά γινόταν με βάση τα χρόνια υπηρεσίας, ο Γιάννης ήταν ο νεότερος, κι έτσι έπαιρνε πάντοτε «ό,τι απόμεινε», όπως έλεγε χαρακτηριστικά. Όχι πως είχε κι εντελώς άδικο, αλλά όλη τη χρονιά έβγαζε στην επιφάνεια το παράπονό του με την παραμικρή ευκαιρία – λες και έπασχε από το «σύνδρομο του αδικημένου».

Μέχρι που κάποιο Σεπτέμβρη, ο Γιώργος, που ήταν ο αρχαιότερος από τους φιλολόγους, τη μέρα της μοιρασιάς έκανε κάτι απροσδόκητο: «Συνάδελφοι», είπε, τόσα χρόνια διάλεγα πρώτος μαθήματα. Φέτος είπα να πρωτοτυπήσω». Και στρεφόμενος προς τον Γιάννη: «Συνάδελφε, σου παραχωρώ τη σειρά μου. Μου παραχωρείς τη δική σου;»

Η απάντηση του Γιάννη ήταν μια έκπληξη για όλους –  ούτε κι ο ίδιος πίστευε τ’ αυτιά του: «Ευχαριστώ, κύριε Γιώργο, σας ευχαριστώ πραγματικά. Ο λόγος σας με χόρτασε· αλλά ας μοιράσουμε όπως μοιράζαμε μέχρι τώρα». Μοιράσανε, και ω του θαύματος, ο Γιάννης δεν γκρίνιαξε, ούτε κείνη τη μέρα ούτε μετά, κι ας πήρε τα ίδια μαθήματα που είχε πάρει και την προηγούμενη χρονιά! Δεν γκρίνιαξε ούτε τις δύο επόμενες χρονιές, κι ας μοίρασαν πάλι με τον ίδιο τρόπο. Ίσως να βοήθησε και το ότι είχαν έρθει δύο καινούριοι συνάδελφοι που είχαν λιγότερα χρόνια υπηρεσίας από αυτόν. Μετά δεν ξέρουμε τι έγινε, γιατί ο Γιώργος πήρε σύνταξη.

[Η ιστορία αυτή έγινε σε Λύκειο επαρχιακής πόλης πριν αρκετές δεκαετίες. Μου τη διηγήθηκε ο Γιώργος. Μου είπε επίσης και μερικά πράγματα που ήξερε από την προσωπική ιστορία του Γιάννη, που δείχνουν ότι και σε άλλα θέματα θεωρούσε τον εαυτό του ριγμένο. Αλλά αυτά δεν θα σας τα πω γιατί αφορούν προσωπικά δεδομένα. Για τον ίδιο λόγο το φύλο, τα ονόματα και η ειδικότητα δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά στοιχεία της ιστορίας. Αυτό ισχύει και για τις άλλες δύο ιστορίες.] 

Υ.Γ. Σας ευχαριστώ που δεν θα με ρωτήσετε πόσες φορές έχω ακολουθήσει στην προσωπική μου ζωή το παράδειγμα του Γιώργου.

Λίγα λόγια για τον Βασίλη Ορφανό

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος. Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών.

Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα. Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια