Πολιτισμός

Ταινία για την Ζάκρο θα προβληθεί στο Μουσείο του Λούβρου

Ακόμα και αν δίνει μία απάντηση, η Zάκρος, η πρώτη παγκόσμια προβολή της οποίας θα γίνει στο Μουσείο του Λούβρου στις 25 Ιανουαρίου, αποδίδει μία ιδιαίτερη αίσθηση του χρόνου, ποιητικά, μη γραμμικά αλλά μέσα από «του κύκλου τα γυρίσματα»

Σε ένα από τα σημεία του ντοκιμαντέρ Zάκρος του Φίλιππου Κουτσαφτή, ο κύριος αφηγητής που είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης ανατρέχει στον Αυγουστίνο: «Όσο δεν με ρωτάς ξέρω τι είναι ο χρόνος, αν όμως με ρωτήσεις δεν ξέρω να απαντήσω».

Ακόμα και αν δίνει μία απάντηση, η Zάκρος, η πρώτη παγκόσμια προβολή της οποίας θα γίνει στο Μουσείο του Λούβρου στις 25 Ιανουαρίου, αποδίδει μία ιδιαίτερη αίσθηση του χρόνου, ποιητικά, μη γραμμικά αλλά μέσα από «του κύκλου τα γυρίσματα», με συνδέσεις, συχνά αναπάντεχες ανάμεσα στο σήμερα, την αρχαιότητα και το αρχέγονο, την καθημερινότητα και την τελετουργία, τη λεπτομέρεια και τη μεγάλη εικόνα.

Επίκεντρο είναι η ανασκαφή της Ζάκρου, του μινωικού πολιτισμoύ της Ζάκρου που άνθησε στο νοτιοανατολικότερο άκρο της Κρήτης από το 1900 -1450 π.Χ. και τα χνάρια της οποίας έμεινα ασύλητα ώσπου η εξ’ ολοκλήρου ελληνική αρχαιολογική σκαπάνη να φέρει στο φως από τα τέλη της δεκαετίας του εξήντα ως τα μέσα του ογδόντα.

Ο Κουτσαφτής που είχε μάθει για την ανασκαφή ήδη από τη δεκαετία του ογδόντα από την κόρη του αρχαιολόγου Νικόλα Πλάτωνος (του ανθρώπου που ανέσκαψε το Παλάτι της Ζάκρου), μαγεύτηκε από τον τόπο και τον αρχαίο αυτό πολιτισμό και με πυρήνα την ανασκαφή ύφανε μία ιστορία πλέκοντας μονοπάτια που πάνε τόσο μακριά όσο στην άλλη άκρη του κόσμου, φτάνουν στον ουρανό, όμως ξεκινούν και καταλήγουν από τη γη της Ζάκρου και στους ανθρώπους της· όλα όσα διατηρούν ίσως ασυνείδητα από τότε ως τώρα. «Ο άνθρωπος που πάτησε στο φεγγάρι, η απόληξη του πολιτισμού που ξεκίνησε από τη Ζάκρο… εκεί αισθάνεσαι ότι είσαι στη στέγη του κόσμου», ακούγεται να λέει χαρακτηριστικά ο Κουτσαφτής.

Το ιδιαίτερο στοιχείο του χρόνου εντοπίζεται και στην ίδια τη διαδικασία δημιουργίας της ταινίας. Διαγράφει και αυτή μία μεγάλη χρονική τροχιά, αφού ολοκληρώθηκε μέσα σε 35 χρόνια από την αρχική γνωριμία του Κουτσαφτή με τον τόπο. Αιτίες όπως η απόσταση από τη Ζάκρο και η δυσκολία μετακίνησης υπήρξαν μάλλον δευτερεύουσες. Διότι από το μέχρι τώρα αξιόλογο έργο του, είναι σαφές ότι ο Κουτσαφτής παράγει μέσα από το βίωμα, την κατεργασία που θέλει χρόνο, μελέτη και ενσυναίσθηση. Κατά κάποιον τρόπο δουλεύει και αυτός σαν ένας αρχαιολόγος, διαρκώς σκάβοντας στα στρώματα του χρόνου και φωτίζοντας το σήμερα μέσα από το χθες.

Παρότι λοιπόν η Zάκρος θα προβληθεί για πρώτη φορά φέτος, ίσως και με αφορμή την έκδοση του πρώτου τόμου των πορισμάτων της ανασκαφής το 2021 (υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν άλλοι 15 τόμοι και πολλά χρόνια ακόμα), το ξεκίνημα της ταινίας έρχεται μεν μετά την ταινία Σεμνών Θεών, μία ταινία και αυτή για ανασκαφή, στην περιοχή του Κολωνού αλλά ξεκινά πριν την ιδέα της πολυβραβευμένης ταινίας Aγέλαστος Πέτρα.

Kαθώς όμως οι ταινίες δουλεύονται κατά διαστήματα παράλληλα, έχουν μεταξύ τους κοινά στοιχεία. «Η δική μας προσπάθεια δεν είναι παρά στιγμές πάνω στην ατέλειωτη γραμμή του χρόνου», ακούμε στο Χαίρε Αρκαδία (2013), σκέψη που επανέρχεται και στη Zάκρο. Ανατέμνουν τον χρόνο, την ιστορία και το αποτύπωμά της στους τόπους και στους ανθρώπους, τιμούν τη μνήμη κι εξυμνούν τη φύση. «Ο άνθρωπος, μία δέσμη μνήμες καμωμένες από δεκάδες πράγματα», «η γη ένα παλάτι της μνήμης»: είναι ορισμένες φράσεις από το σενάριο της ταινίας. 

Η ταινία Ζάκρος είναι και αυτή ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ιδιαίτερης κινηματογραφικής γραφής του Φίλιππου Κουτσαφτή που εκτός από τεκμηριωτική είναι ποιητική, θα έλεγε κανείς και φιλοσοφική με αναφορές στη λαογραφία, την ιστορία, τη θρησκεία, τον πολιτισμό, μία γραφή που έχει συναίσθημα, στοχασμό, σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες και την παράδοση, αφυπνίζει το βίωμα και τις αισθήσεις. Νιώθει κανείς σε σημεία ότι η ματιά είναι μελαγχολική και ότι παρότι δεν αναπολεί απαραίτητα το παρελθόν, ίσως να το εξιδανικεύει, ενδεχομένως διότι συγκρατεί από αυτό το απόσταγμα της σοφίας.

Εν όψει της προβολής της ταινίας (στην Ελλάδα προβλέπεται να παιχτεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης την άνοιξη) και ενόσω ο σκηνοθέτης που ακόμα δηλώνει διευθυντής φωτογραφίας, βρίσκεται στην τελική επεξεργασία μίας ακόμα ταινίας με προσωρινό τίτλο Οι Ελευσίνιοι (μία συνέχεια της Αγέλαστου Πέτρα που θα προβληθεί στο πλαίσιο του 2023 Ελευσίνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα), ο Φίλιππος Κουτσαφτής, μετρημένος και συγκεκριμένος στον λόγο του, μάς μίλησε για τη Ζάκρο.

Με την ταινία Ζάκρος, επανέρχεστε στο αγαπημένο σας θέμα: την αρχαιολογική ανασκαφή που φαίνεται να σας ενδιαφέρει και μεταφορικά. Μία ανασκαφή μαζεύει και συναρμολογεί θραύσματα για να ανασυνθέσει το παρελθόν συχνά και με τη φαντασία. Κάτι αντίστοιχο κάνετε και εσείς με τις ταινίες σας, εξερευνάτε τον «βυθό» αναζητάτε έναν πυρήνα που συνενώνει διαφορετικές πραγματικότητες. Τί είναι για εσάς ανασκαφή;

Η επίσκεψη σε ένα αρχαιολογικό χώρο έχει πάντα ενδιαφέρον. Όμως η διαδικασία της ανασκαφής είναι κάτι άλλο, προκύπτουν εκεί χιλιάδες πράγματα που πιάνει κανείς με τα χέρια του. Πάντα ήθελα να είμαι παρών σε μία ανασκαφή, ενταγμένος σε αυτό που γίνεται εκεί, σε μία γωνία με την κάμερα. Με ενδιαφέρει η ανασκαφή ως έννοια, διότι ανακαλύπτεται ένας κόσμος με τον πιο χειροπιαστό τρόπο, με τεκμήρια που φωτίζουν έναν τρόπο ζωής. Για αυτό και οι σημερινές ανασκαφές γίνονται από πολυάριθμες ομάδες, όπου συμμετέχουν επιστήμονες διαφορετικών ειδικοτήτων, όπως ανθρωπολόγοι, ειδικοί στο να μελετούν π.χ. φυτικά κατάλοιπα, να διαπιστώσουν τι μαγείρευαν τότε στα σκεύη που βγαίνουν στην επιφάνεια.

Βέβαια όταν πήγα στη Ζάκρο, το 1987, οι ανασκαφές είχαν ουσιαστικά τελειώσει αλλά οι αρχαιολόγοι ήταν εκεί για τρία ακόμα χρόνια προετοιμάζοντας το επόμενο μεγάλο έργο που είναι η δημοσίευση του υλικού. Άλλωστε οι ανασκαφές μού ήταν γνώριμες: είχα τραβήξει ένα μέρος της ανασκαφής στην Ιερά Οδό και στον Κολωνό, στο σημείο που η Λένορμαν περνάει κάτω από τις γραμμές του τρένου στην Κωνσταντινουπόλεως. Όλο αυτό το μήκος ήταν ένα μεγάλο νεκροταφείο από τους αρχαϊκούς ως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτά τα αρχαία είναι σήμερα εξαφανισμένα λόγω της πρακτικής που λέγεται «σωστική ανασκαφή», αποτέλεσμα της οποίας είναι ότι όσα αρχαία ανασκάπτονται πηγαίνουν στις αποθήκες και ο αρχαίος τόπος καλύπτεται από έναν δρόμο ή ένα κτίσμα. Αλλά και στην ταινία της Ελευσίνας, οι αρχαιολογικοί τόποι που φαίνονται εκεί σήμερα έχουν καλυφθεί.

Στην περίπτωση της Ζάκρου δεν έχουμε μία σωστική αλλά συστηματική ανασκαφή και για αυτό βλέπουμε τα αρχαία στον τόπο τους. Επομένως μία ταινία είναι και καταγραφή μας ανασκαφής που μπορεί να έχει αξία και για τις επερχόμενες γενιές. Φανταστείτε να είχαμε γυρισμένη σε φιλμ μία από τις πρώτες ανασκαφές στης Μυκήνες. Βέβαια, στη δουλειά μου η ανασκαφή είναι μία αφετηρία, μια αφορμή για ένα βλέμμα.

Οδός λιμένος -οδηγεί από τη θάλασσα στο ανάκτορο

Τι ήταν εκείνο που σας μάγεψε σε αυτό το απομακρυσμένο σημείο της Κρήτης;

Εκείνο τον καιρό υπήρχε ένας άλλος παλαιός δρόμος που δεν υπάρχει πια, από αυτό τον δρόμο η Ζάκρος ξεπρόβαλε ξαφνικά μπροστά σου σαν σε κινηματογραφική ταινία, ένας πανέμορφος τόπος. Bρέθηκα κι εγώ μέσα σε μία ανασκαφή, μία μέρα που οι αρχαιολόγοι έφερναν στο φως τόσο διαφορετικά ευρήματα. Όλα αυτά ήταν για μένα ένα κόσμος αποκαλυπτικός σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα τον τρομακτικά δυνατό αέρα που φυσά στην περιοχή, το πολύ δυνατό φως που είναι ολότελα διαφορετικό από αυτό που ζούμε στην πόλη.

Όπως και στην Ελευσίνα δεν έζησα εκεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πάντα είχα την επιθυμία να φεύγω και να επιστρέφω, γιατί όσο μένεις σε ένα μέρος ενσωματώνεσαι και από τη δύναμη της συνήθειας αρχίζεις να μην προσέχεις τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Έχω αυτή την ανάγκη της απόστασης, σαν τον ζωγράφο που κάνει μερικά βήματα μακριά από τον πίνακά του για να δει τα πράγματα πιο καθαρά. Αλλά το ζητούμενο παρέμενε πάντα να διεισδύσω σε όλον αυτό τον κόσμο και να μάθω κάτι όχι θεωρητικά από ένα γραφείο και μόνο διαβάζοντας για αυτόν αλλά ζώντας το. Εξάλλου είμαι άνθρωπος που δεν έχει σχέση με τις ακαδημαϊκές σπουδές, είμαι πρακτικός όχι θεωρητικός και δεν μπορώ να κάνω μία ταινία αν αυτό που πραγματεύομαι δεν μετατραπεί σε βίωμα. Βέβαια αυτό προϋποθέτει άνεση χρόνου και το λέω διότι πολλές ταινίες γίνονται σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να λειτουργήσω έτσι. Τρία πράγματα χρειάζονται για ένα ντοκιμαντέρ, και τα τρία είναι η έρευνα.

Κοινά στοιχεία αυτής της σκέψης σας -όπως και αυτή η αίσθηση βιώματος που περιγράφετε αλλά και συμμετοχής όλων των αισθήσεων που μεταφέρετε στον θεατή- βλέπουμε σε όλες τις ταινίες σας. Ποιες είναι οι μεταξύ τους συνάφειες που θα εσείς θα επισημαίνατε;

Πράγματι, όλες οι ταινίες μου έχουν τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, τα ίδια υλικά. Επιμένω σε αυτό, δεν θέλω να κάνω κάτι άλλο. Όλοι αυτοί οι τόποι με ιστορία τόσων χιλιάδων ετών και με τέτοιους σπουδαίους πολιτισμούς δεν έχουν εξαντληθεί. Πάντα μπορεί να βρει κανείς έναν άλλον τρόπο να αφηγηθεί τα πράγματα. Και οι επόμενες ταινίες που θα κάνω πάλι έχουν να κάνουν με αντίστοιχα πράγματα ή θα κληθώ να κάνω αντίστοιχα πράγματα. Η ανασκαφή, οι αρχαίοι τόποι, τα έργα τέχνης εκείνης της εποχής, τι φέρνουν στον κόσμο. Και η μυθολογία.

Και οι τρεις ταινίες αλλά και παλαιότερες (Χαίρε Αρκαδία, Αγέλαστος Πέτρα, Ζάκρος) έχουν χονδρικά την ίδια κατασκευή, είναι καμωμένες από θραύσματα που έχουν συλλεχθεί στη γραμμή του χρόνου. Θραύσματα από διαφορετικά σύνολα και από διαφορετικές χρονικές περιόδους. Είναι τα θραύσματα που βρήκα, που μπόρεσα να βρω και αυτά που επινοήθηκαν στη συνέχεια. Η αφήγηση δεν είναι  γραμμική, ημερολογιακή, είναι ένα κοίταγμα προς τα πίσω μέσα από τεκμήρια, από χνάρια πραγμάτων όπως είναι και οι αρχαιότητες, τουλάχιστον όσες διασώθηκαν στον χρόνο, διότι και πιθανώς πολλές άλλες που χάθηκαν να είχαν και αυτά ενδιαφέρον και να μάς έδειχναν και κάτι άλλο. 

Ένα στοιχείο που εντυπώνεται στον θεατή είναι το πώς στέκεστε σε ορισμένες λεπτομέρειες και μέσα από αυτές φαντάζεστε έναν ολόκληρο κόσμο, ζωντανεύετε την καθημερινότητά του μέσα από τον λόγο και σαν σε μεγεθυντικό φακό ανάγεται ένα μικρό χνάρι σε κάτι μεγαλειώδες, σε μία έννοια. Αναφέρομαι συγκεκριμένα, στην εσωτερική πόρτα που η αρχαιολογική σκαπάνη διαπίστωσε ότι υπήρχε λόγω της κοιλότητας στην οποία «κούμπωνε» το άκρο της. Μείνατε εκεί παρατηρώντας το εξόγκωμα που είχε σμιλευτεί μέσα στην κοιλότητα αυτή (για λόγους λειτουργικότητας της πόρτας) ένα ολόκληρο απόγευμα. Μιλάτε για την πόρτα ως το κατώφλι ανάμεσα στο μέσα και το έξω, τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο.

Πρώτα πρώτα αυτή η πόρτα έχει μια πολύ μικρή αρχιτεκτονική λεπτομέρεια, η οποία είναι μοναδική, δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη στον μινωικό κόσμο. Εγώ λοιπόν στάθηκα στη λεπτομέρεια του κωνικού εξογκώματος που είχε σκαλιστεί μέσα στην κοιλότητα και πάνω στο οποίο έμπαινε ο ξύλινος άξονας της πόρτας. Αυτό το σπίτι που είναι η λεγόμενη Οικία Β’ δεν είναι απλώς ένα οικοδόμημα που φτιάχτηκε για να στεγάσει μια μεγάλη οικογένεια. Έγινε με ένα απίστευτο μεράκι που δείχνει πώς τους Ζακρίτες τους απασχολούσε η αισθητική. Για παράδειγμα κουβάλησαν στο σπίτι από κάπου μακριά μια πολύ μεγάλη κοκκινόχρωμη πέτρα, την οποία ακούμπησαν μπροστά στο κατώφλι, όπως θα βάζαμε σήμερα εμείς ένα χαλί. Άρα αυτό σημαίνει ότι είχαν ένα ανώτερο επίπεδο διαβίωσης.

Ο μύλος στην πόρτα λοιπόν, ήταν ίσως η πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αλλά αν δει κανείς αυτή την πέτρα και τα σημάδια από τα χτυπήματα πάνω της είναι σαν να έγινε χθες. Επίσης αν το φανταστεί κανείς σαν ήχο αυτό το χτύπημα θα μπορούσε να είναι σαν μία μουσική παρτιτούρα. Κι εδώ βάζω μία μουσική παρτιτούρα που είναι του Ξενάκη. Τα χτυπήματα είναι τα χνάρια των ανθρώπων που δούλευαν. Έπειτα, έβαζα το χέρι μου στην επιφάνειά του και αισθανόμουν ότι αυτό έχει τριφτεί και λειανθεί ατελείωτες φορές και φανταζόμουν ότι ένα μέρος της λείανσης προέρχεται από την παρουσία της υφάντρας που μπαινόβγαινε στο σπίτι. 

Η κυκλική δεξαμενή μέσα στο συγκρότημα του ανακτόρου

Έχει κανείς την αίσθηση ότι άνθρωποι, τόπος, φύση, ιστορία γίνονται ένα, ότι το ένα ξεφυτρώνει από το άλλο. Και ότι υπάρχει μία συνέχεια με το σήμερα. Τι σας κάνει να βρίσκετε μία συγγένεια ανάμεσα στους ανθρώπους του τότε με κάποιους τωρινούς Ζακρίτες; Aπό τις πιο ξεχωριστές στιγμές στην ταινία για παράδειγμα είναι το σημείο που παραβάλετε τα ομαδικά πορτρέτα/φωτογραφίες των ντόπιων από τον ανθρωπολόγο Lidio Cipriani τo 1942 και στη συνέχεια με την Ταφή του Κόμη Οργκάθ του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Βρίσκετε μία αξιοπρέπεια και μία αρχοντιά, κάτι που αξίζει την ευσέβεια σε όλα αυτά τα πρόσωπα και στους μακρινούς μινωίτες προγόνους τους. Πώς παράγονται αυτές οι διάφορες συνδέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και συγκείμενα, τι σας κάνει να δοκιμάζετε αυτά τα άλματα στον χρόνο;

Αν δείτε τις φωτογραφίες του Cipriani θα διαπιστώσετε ότι οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν στην εποχή του χαλκού, στην αγροτική περίοδο της ανθρωπότητας που στην Ελλάδα τελείωσε περίπου τη δεκαετία του εξήντα. Κάθε σπίτι είχε τον αργαλειό του, η οικογένεια φρόντιζε για τις προμήθειές της, παρήγαγε όσα χρειαζόταν, ανακύκλωνε και επαναχρησιμοποιούσε, μπάλωνε τα ρούχα της διότι δεν είχε άλλη δυνατότητα. Κατά συνέπεια, μπορεί οι Ζακρίτες εκείνης της εποχής να μην γνώριζαν την ιστορία, αλλά έκαναν τα ίδια πράγματα με τους αρχαίους προγόνους του. Δηλαδή όπου έχουν απορίες οι αρχαιολόγοι, αρκεί να παρατηρήσουν το πώς ζουν οι άνθρωποι, αποσπασματικά, ακόμα και τώρα και εκεί θα πάρουν τις ερμηνείες. Οι άνθρωποι τότε έκαναν ό,τι κάνουν και οι σημερινοί, ψάρευαν, καλλιεργούσαν, έβλεπαν την ίδια θάλασσα και τον ίδιο ουρανό. Βρίσκω λοιπόν ότι υπάρχει ένα νήμα, κάτι που συνδέει το τώρα με το τότε, ότι υπάρχει ένα σύνολο, ένα σύμπαν που είναι όλα τα πράγματα, μαζί, η φύση, η καθημερινότητα, οι λατρείες, οι δοξασίες, ο ιδιωτικός και ο δημόσιος βίος. Και με αυτή την έννοια λέω ότι είναι ένας κόσμος λειτουργικός, σωστός. Δεν τον αναπολώ απλώς το διαπιστώνω.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η Ζάκρος σε αυτό το νοτιοανατολικό άκρο, όπου βρέθηκε ένα μινωικό ανάκτορο που ήταν ένα μεγάλο εμπορικό, θρησκευτικό και διοικητικό, με ανεπτυγμένο ναυτικό και εμπόριο, διατηρούσε πολλές επαφες με την Αίγυπτο, με τη Φοινίκη. Οι μινωίτες είχαν επαφές με τους πάντες αλλά αυτό που έκαναν δεν είχε σχεση με τίποτε άλλο, ήταν απολύτως πρωτότυπο και για αυτό το λόγο αξιοπερίεργο. Ο πολιτισμός τους είχε όλα τα χαρακτηριστικά που βρίσκουμε μετά στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ακόμα και πριν την αναγέννηση. Είναι τα ιδανικά αυτού του κόσμου, δηλαδή η Μινωική Κρήτη είναι ο σπόρος από τον οποίον κατόπιν άνθισε κάτι άλλο.

Με όλες αυτές τις σκέψεις στο νου μου προκύπτουν και οι συνειρμοί που ελπίζω να μην είναι αυθαίρετοι αλλά να λειτουργούν αισθητικά. Για να έλθω στον Δομήνικο Θετοκόπουλο -στην ταινία αναφέρομαι σε τρία έργα του- και το συνειρμικό «ταξίδι» που συζητάμε, θυμάμαι ένα Πάσχα στη Ζάκρο, τη Μεγάλη Πέμπτη που μού έφερε στο νου αυτή τη συγκλονιστική εμπειρία του κόκκινου χρώματος που έζησα στο Τολέδο, όταν είδα τον πίνακα του Γκρέκο, Ο Διαμερισμός των Ιματίων του Χριστού. Και πήγε ο νους μου στην Ταφή του Κόμητα Οργκάθ και αποφάσισα ότι όλοι αυτοί οι κατατρεγμένοι άνθρωποι που φωτογράφισε ο Cipriani στην Κρήτη στήνονται στο πλάνο, ώστε τα πρόσωπά τους να κάνουν μία τομή με τον ουράνιο και επίγειο κόσμο, με τον ίδιο τρόπο που κάνει ο Γκρέκο στο δικό του έργο. Λοιπόν εγώ αντικατέστησα τα πρόσωπά τους με αυτά των Κρητών και θεωρώ ότι είναι η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσα να τους αποδώσω.

Στη Ζάκρο, «ανασκάπτετε» επίσης τελετουργικά και δοξασίες που με διαφορετικό πρόσωπο κάθε φορά -είτε είναι η ορθόδοξη θρησκεία, η αρχαιότητα και οι τελετές μύησης, είτε η σχέση με τη φύση μέσα από καθημερινές πρακτικές ή και παραδόσεις- επιβιώνουν υποδηλώνοντας έτσι μία συνέχεια, ένα συνεκτικό ιστό ανάμεσα στο τότε και τώρα, κάτι το διαχρονικό ίσως. Όλα αυτά μαζί συγκροτούν μία στάση απέναντι στον κόσμο με επίκεντρο τον άνθρωπο. Για ακόμα μία φορά, πώς αντιλαμβάνεστε αυτό τον συγκερασμό;

Υπάρχουν πολλές συνδέσεις, για παράδειγμα με τα ψυχοσάββατα, τις θρησκευτικές γιορτές του έτους. Όλα αυτά είναι οι σταθερές μέσα σε μία μικρή κοινωνία. Στη σκηνή με το Ψυχοσάββατο ακούγεται για παράδειγμα μία σουίτα του Μπαχ παιγμένη με κρητική λύρα από τον Γιώργο Καλούδη. Η σύνδεση είναι καταρχήν αισθητική. Καταρχάς πίσω από όλα αυτά υπάρχει η έννοια της κοινότητας που είναι πάρα πολύ σημαντική, έχει το χαρακτηριστικό της αυτοτέλειας.

Θεωρείτε ότι η εποχή μας δίνει αξία στην ιστορία και στη μνήμη, ενθαρρύνει την καλλιέργειά τους;

Άλλες χώρες έχουν επιμείνει περισσότερο στη μνήμη τους, στην ιστορία τους. Την ιστορική άγνοια την συναντάς και στην ίδια την πόλη. Θα σάς φέρω το παράδειγμα των προσφυγικών κτιρίων στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, ένα τεκμήριο μνήμης. Κανείς δεν το είδε έτσι, δεν είδε την ανάγκη να αποκατασταθούν και να τους δοθεί η αξία που τους αρμόζει ακόμα και με αφορμή τον χρόνο που μόλις μάς πέρασε που ήταν τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα κτίρια αυτά είναι ένα μικρό κόσμημα στο κέντρο της πόλης με πέτρινους τοίχους πάχους εβδομήντα εκατοστών, δροσερά ακόμα και μέσα στον καύσωνα, χωρίς κανένα στατικό πρόβλημα. Και κυρίως δεν είναι το αυθαίρετο δημιούργημα ενός αρχιτέκτονα αλλά έγινε κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, αποτυπώνει μια συγκεκριμένη στιγμή στην ιστορία. Η αντιμετώπισή τους είναι ένας κρίκος σε μία αλυσίδα που εκφράζει μία γενικότερη έλλειψη ενδιαφέροντος για την ιστορία και επομένως για τη μνήμη.

Εσείς πάντως στη Ζάκρο, βλέπετε να συγκεντρώνονται μνήμες από παντού. Αβίαστα και χωρίς απαραίτητα να  μπορεί να εξηγήσει κανείς πώς, με τη φαντασία και τις αισθήσεις; Είναι και αυτό μία δική σας εξιδανικευμένη προβολή;

Σε κάθε μορφή τέχνης υπάρχει μία προβολή. Μπορεί να είναι έτσι. Για μένα στο ακρογιάλι αυτό συμπυκνώνεται όλος ο κόσμος. Δεν ξεχνώ την εμπειρία με τον πατέρα Πολύκαρπο να ψέλνει στην αυλή της εκκλησίας δίπλα στον κόσμο. Φαντάζομαι το μοναδικό βράδυ που πέρασαν η Αριάδνη και ο Θησέας, εκεί μαθαίνουμε τη θεωρία της ανθρωπικής αρχής, ότι ο άνθρωπος είναι ο μέσος όρος του κόσμου, ανάμεσα στο ασύλληπτο μεγάλο και το ασύλληπτα μικρό, «εκεί» είναι οι Μεσολογγίτισες γυναίκες που ανάβουν τα κεριά το βράδυ διότι φοβούνται μην πέσει το Μεσολόγγι, όλα αυτά που λέγονται γίνονται εκεί, εντελώς αυθαίρετα σε αυτό το μικρό τρίτο ακρογιάλι της Ζάκρου. Στην άκρη του τόπου.

Της Αλεξάνδρας Κοροξενίδη

Πηγή: elculture.gr

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια