Πολιτισμός

Τα βυζαντινά λιμάνια της Κρήτης

«Από τον 4ο έως και τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ. η Κρήτη, αποτέλεσε σημαντικό τμήμα των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων κατέχοντας στρατηγική θέση στο εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου»

Το 2020 ξεκίνησε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο «Προσεγγίζοντας τα λιμάνια της Κρήτης κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο (4 ος – πρώιμος 9 ος αι. μ.Χ.)».

Του Κωνσταντίνου Ρούσσου*

Στόχος του είναι να χαρτογραφήσει για πρώτη φορά τα λιμάνια της Κρήτης που βρίσκονταν σε λειτουργία από τον 4 ο έως και τις αρχές του 9 ου αι. μ.Χ. Μέσα από τη μελέτη των διαθέσιμων ιστορικών και αρχαιολογικών μαρτυριών επιχειρείται η διερεύνηση ποικίλων πτυχών της πολύπλοκης λειτουργίας των κρητικών λιμανιών, της ιεραρχίας τους, των σχέσεων μεταξύ τους, της σύνδεσης τους με αγροτικές θέσεις της ενδοχώρας του νησιού και της αλληλεπίδρασης τους με τα ευρύτερα εμπορικά δίκτυα και τη ναυσιπλοΐα. Η έρευνα συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Διά Βίου Μάθηση», στο πλαίσιο της Πράξης «Ενίσχυση Μεταδιδακτόρων ερευνητών/ερευνητριών - Β΄ Κύκλος» (MIS-5033021), που υλοποιεί το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ). Φορέας υποδοχής είναι το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΜΣ/ΙΤΕ).

Τα λιμάνια της Κρήτης από τον 4ο έως και τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ.

Από τον 4ο έως και τα μέσα του 7ου αι. μ.Χ. η Κρήτη, αποτέλεσε σημαντικό τμήμα των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων κατέχοντας στρατηγική θέση στο εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου. Η έρευνα που διεξήχθη στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος εντόπισε 85 λιμενικές θέσεις κατά μήκος των ακτών της Κρήτης και των παράκτιων νησιών της.

Τοποθετώντας τις θέσεις στο χάρτη, δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι κάτοικοι της Κρήτης εκμεταλλεύτηκαν σχεδόν όλες τις επιλογές που τους παρείχε το παράκτιο τοπίο του νησιού και κατέβαλαν συστηματική προσπάθεια να επωφεληθούν από τη λειτουργία των λιμανιών. Οι λιμενικές θέσεις που εντοπίστηκαν ταξινομήθηκαν με βάση τις λειτουργίες τους σε τρεις γενικές κατηγορίες: α) τα κύρια λιμάνια, β) τα δευτερεύοντα λιμάνια, και γ) τα αγκυροβόλια με μόνιμη ή προσωρινή χρήση. Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά τους, τα κρητικά λιμάνια της εποχής αυτής παρουσίαζαν ποικιλία στην επιλογή των θέσεων, στον προσανατολισμό, στην ποιότητα, στην καταλληλότητα, στην χωρητικότητα και στην προστασία που προσέφεραν από τους ανέμους.

Προσεκτικές ματιές σε συγκεκριμένες περιοχές του νησιού (π.χ. κόλπος Κισάμου, Ηράκλειο, κόλπος Μιραμπέλου κτλ.) φανέρωσαν ότι τα κρητικά λιμάνια αποτέλεσαν σημαντικά τμήματα ευρύτερων δικτύων. Αυτά τα δίκτυα αποτελούνταν από: α) λιμάνια διαφόρων τύπων που αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους, και β) αγροτικές θέσεις της ενδοχώρας. Παράλληλα, σχετίζονταν τόσο με χερσαίες οδικές αρτηρίες όσο και με τα τεράστια εμπορικά δίκτυα και τους ναυτικούς δρόμους της ανατολικής Μεσογείου. Έτσι, τα λιμάνια της Κρήτης είχαν πολλαπλές λειτουργίες ως: α) σημεία εξαγωγής των τοπικών προϊόντων, β) σημεία εισαγωγής αγαθών από φημισμένα κέντρα παραγωγής της ανατολικής Μεσογείου (Β. Αφρική, Κύπρος, Συροπαλαιστίνη, Μ. Ασία, νησιά Αιγαίου κτλ.) για κατανάλωση σε τοπικές αγορές, γ) τόποι διαφόρων άλλων εμπορικών δραστηριοτήτων, δ) σταθμοί ανεφοδιασμού διερχόμενων πλοίων που ταξίδευαν σε μεγάλες αποστάσεις, και ε) σταθμοί που διευκόλυναν την εσωτερική επικοινωνία μεταξύ διαφόρων περιοχών του νησιού.

Παράλληλα, ήταν σε θέση να προσφέρουν ασφαλές αγκυροβόλιο σε περίπτωση που εμπνέαν απρόβλεπτοι δυνατοί άνεμοι καθιστώντας επικίνδυνη τη συνέχιση του ταξιδιού.

Τα λιμάνια της Κρήτης από τα τέλη του 7ου έως τις αρχές του 9ου αι. μ.Χ.

Από τα τέλη του 7ου αι. μ.Χ. η ευρύτερη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου αναδείχθηκε σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των Βυζαντινών και των Αράβων. Σε αυτό το πλαίσιο η Κρήτη λειτούργησε ως σύνορο της αυτοκρατορίας μετά την απώλεια των ανατολικών επαρχιών. Η σύνθεση των διαθέσιμων αρχαιολογικών δεδομένων από τα λιμάνια της Κρήτης μεταξύ του τέλους του 7ου έως και των αρχών του 9ου αι. μ.Χ. (πριν την αραβική κατάκτηση του 824-828 μ.Χ.) καθιστούν ξεκάθαρο ότι, παρά τις αντιξοότητες, πολλά από τα λιμάνια του νησιού δεν εγκαταλείφθηκαν αλλά αντιθέτως εξακολουθούσαν να φιλοξενούν την ανθρώπινη δραστηριότητα, συνεχίζοντας τη διαχρονική τους λειτουργία.

Η εισηγμένη κεραμική και οι κρητικοί αμφορείς που εντοπίστηκαν σε παράκτιες θέσεις μαρτυρούν ότι αρκετά λιμάνια συνέχισαν να αποτελούν τόπους διεξαγωγής εμπορίου λειτουργώντας ως βασικές πύλες επικοινωνίας των τοπικών κοινοτήτων με τον υπόλοιπο κόσμο (π.χ. Ηράκλειο, Κυδωνία, Πρινιάτικος Πύργος, Ψείρα κτλ.). Αυτή η δραστηριότητα υποδηλώνει ότι η θάλασσα και οι ναυτικοί δρόμοι εξακολουθούσαν να είναι σημαντικοί για την οικονομική και κοινωνική ζωή της Κρήτης.

Παράλληλα, παρατηρείται μια σχέση λιμενικών θέσεων με οχυρωμένους οικισμούς που ιδρύθηκαν τον 7ο-8ο αι. μ.Χ. στις κορυφές των παράκτιων απόκρημνων βουνών της Κρήτης. Πιθανότατα, κάποιες λιμενικές θέσεις λειτουργούσαν ως πύλες επικοινωνίας των παράκτιων οχυρωμένων θέσεων, εξυπηρετώντας εμπορικούς ίσως και στρατιωτικούς σκοπούς.

Μελλοντικές προοπτικές

Από τα παραπάνω στοιχεία είναι φανερό ότι σε όλη την περίοδο της Πρωτοβυζαντινής εποχής τα λιμάνια της Κρήτης είτε σε μεγαλύτερη είτε σε μικρότερη κλίμακα αποτέλεσαν αναπόσπαστα κομμάτια της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του νησιού λειτουργώντας ως τόποι διακίνησης ανθρώπων, αγαθών και ιδεών. Λόγω της σύνθετης φύσης του θέματος το γοητευτικό αυτό ταξίδι στα βυζαντινά λιμάνια της Κρήτης θα συνεχιστεί και στο μέλλον με σκοπό να φωτίσει περισσότερες πτυχές της κοινωνίας του νησιού.

*Ο Κωνσταντίνος Ρούσσος είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας

Φωτογραφία αρχείου Unsplash

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια