Πολιτισμός

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ποιος ο χαρακτήρας της Επανάστασης του ’21

Ο Χριστόφορος Αρβανίτης, επίκουρος καθηγητής της Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού, μιλά για γεγονότα και συμβάντα του αγώνα

Σημαντικά ερωτήματα απάντησε ο Χριστόφορος Αρβανίτης, επίκουρος καθηγητής της Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού, ο οποίος μίλησε για γεγονότα και συμβάντα που αφορούν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821.

Ο Χριστόφορος Αρβανίτης έδωσε την προσωπική του απάντηση στο ερώτημα εάν η Επανάσταση του 1821 είναι μια φιλελεύθερη επανάσταση, όπως τονίζουν ακαδημαϊκοί και αναλυτές σήμερα (π.χ. Άρης Χατζής), ενώ, μιλώντας για τον πόλεμο Ελλήνων-Οθωμανών, τόνισε πως «ήταν κατακτητικός και κυριαρχικός και είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή των κατακτημένων λαών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία».

Ο κ. Αρβανίτης, μεταξύ άλλων, απαντάει στο ερώτημα για την ύπαρξη του κρυφού σχολείου, κάνοντας σαφές πως είναι ένα ερώτημα που απολαμβάνει ακραίες τοποθετήσεις. Θεωρεί πως για την Εκκλησία η αγιοποίηση του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε' είναι αυτονόητη εξαιτίας του μαρτυρικού του θανάτου, ενώ αναφέρεται εκτενώς στην Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ελλάδας, όπως έλαβε χώρα το 1833.

* Κύριε Αρβανίτη, θεωρείται ότι η Επανάσταση του 1821 ήταν μια φιλελεύθερη επανάσταση;

«Για να δώσουμε απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να διακρίνουμε δύο βασικά δεδομένα: α. Το κύριο χαρακτηριστικό που εμπνέει τη συνείδηση του εξεγερμένου, είτε ατομικά, είτε ως συλλογικότητα και β. την αποτύπωση αυτής της συνείδησης θεσμικά. Στην πρώτη περίπτωση, το βασικό χαρακτηριστικό είναι απολύτως εθνικοαπελευθερωτικό και επηρεάζεται από τις έννοιες που διέπουν τη δημιουργία των εθνικών κρατών, στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου απαιτείται η θεσμική και νομική συγκρότηση του επαναστατικού αγώνα με το όραμα και την προοπτική της δημιουργίας του εθνικού κράτους (στο πλαίσιο που ορίζει ο Αδαμάντιος Κοραής και η νεωτερικότητα), οι επιδράσεις, όπως αυτές καταγράφονται στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, είναι ευδιάκριτο ότι προέρχονται από τον χώρο του Πολιτικού Φιλελευθερισμού».

* Είστε επίκουρος καθηγητής της Κοινωνιολογίας της Θρησκείας και του Χριστιανισμού. Με βάση τα ιστορικά δεδομένα, από το 1453 ο ελληνικός λαός ήταν υποταγμένος στον οθωμανικό ζυγό. Πώς αξιολογείτε τη συνύπαρξη των δύο αυτών πολιτισμών αφενός, και αφετέρου ασπάζεστε την άποψη ότι ο πόλεμος Ελλήνων-Οθωμανών ήταν ένας κατά βάση θρησκευτικός πόλεμος, όπως υποστηρίζει μέρος των ιστορικών;

«Θα απαντήσω ξεκινώντας από το δεύτερο ερώτημα. Τελευταία, επιχειρείται μια ερμηνευτική αναθεώρηση των ιστορικών γεγονότων, μια επαναπροσέγγιση της κατανόησης των ιστορικών δεδομένων, η οποία, αντί να διευκολύνει τον "αναγνώστη", τον συγχέει. Σε αυτή την τάση υπάγεται και η προσπάθεια αναθεώρησης ενός κατακτητικού πολέμου (οι Οθωμανοί Τούρκοι, με μια ισχυρή δυναμική, έρχονται εξ' Ανατολών, και έχοντας μια στρατιωτική υπεροπλία έναντι των λαών που επιτίθενται, τους κατακτούν και τους υποτάσσουν). Το θρησκευτικό στοιχείο σε αυτή την κατακτητική δυναμική είναι δευτερεύον. Ανήκει στα συμβεβηκότα, κατά τον Αριστοτέλη, και όχι στα ουσιώδη. Ο Huntington με τις θεωρίες του περί σύγκρουσης των πολιτισμών ανάγει το θρησκευτικό στοιχείο σε κυρίαρχο στοιχείο της σύγκρουσης. Αυτό είναι επιστημονικά έωλο, καθώς εργαλειοποιεί ιδεολογικά τη θρησκεία.

Ο πόλεμος, για να περάσω στο πρώτο σκέλος της ερώτησης, ήταν κατακτητικός και κυριαρχικός και είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή των κατακτημένων λαών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Περίπτωση συνύπαρξης, με τη δικαιωματική πρόσληψη που δίνει η νεωτερικότητα και ο μοντέρνος πολιτισμός, δεν υπάρχει, καθώς όλα εξαρτώνται σε θεσμικό επίπεδο από τις διαθέσεις του κατακτητή. Επιδράσεις, αλληλεπιδράσεις σε επίπεδο κουλτούρας, γαστρονομίας, ενδιαιτήματος και μουσικής, για παράδειγμα, υπάρχουν. Σε κάθε περίπτωση πάντως, αυτό που κυριαρχεί είναι η θέληση του κατακτητή».

* Ποιος ήταν ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την έναρξη της Επανάστασης αφενός, και αφετέρου συμφωνείτε με την αγιοποίηση του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε'; Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές απόψεις.

«Με βάση τις γραπτές ιστορικές πηγές που έχουμε, δίνεται η εντύπωση μιας αρνητικής τοποθέτησης (διπλός αφορισμός) του Οικουμενικού Πατριαρχείου έναντι του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται αφενός το πλαίσιο της ομοσπονδιακής λύσης στη σκέψη του Ρήγα Φεραίου (εντελώς αντίθετη με αυτή του Αδαμάντιου Κοραή), την οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο κρίνει θετικά, στο πλαίσιο μιας ειρηνικής πολιτειακής μεταρρύθμισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και αφετέρου η διπλωματική ικανότητα των Φαναριωτών να ξεπερνούν εμπόδια και σκοπέλους. Σε αυτό το διττό πλαίσιο θα πρέπει να γίνει κατανοητή η τοποθέτηση του Γρηγορίου του Ε' έναντι της Επανάστασης με το επιπλέον στοιχείο τις καλές σχέσεις του (υπολανθάνουσες) με τα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας. Όσον αφορά δε στην αγιοποίησή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, για τα εκκλησιαστικά πράγματα και δεδομένα θεωρείται αυτονόητη, λόγω του μαρτυρικού του θανάτου».

* Σύμφωνα με τα σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας, το 1833 ορίστηκε η Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ελλάδας. Μπορείτε να μας πείτε μερικά λόγια για τη μονομερή αυτή πράξη ανακηρύξεως από την Αντιβασιλεία;

«Καταρχάς, θα πρέπει να ειπωθεί ότι η Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ελλάδας (1833) με απόφαση της Αντιβασιλείας και του Αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φαρμακίδη είναι πράξη αυτοανακήρυξης, η οποία κατακυρώνεται από το Πατριαρχείο της Μόσχας, και δε συνάδει με τους κανόνες του κανονικού και εκκλησιαστικού δικαίου. Αποτελεί πραξικοπηματική πράξη εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο φέρνει προ εκβιαστικού αδιεξόδου. Η μετά από δεκαεπτά χρόνια αποδοχή της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1850) είναι πράξη καταναγκαστική και εξυπηρετεί και πάλι τα σχέδια της Ρωσίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι απόφαση, η οποία ταυτίζεται με την κοραητική αντίληψη, ότι το νέο εθνικό κράτος θα πρέπει να έχει ένα ενιαίο κέντρο αναφοράς εθνικά, πολιτειακά και εκκλησιαστικά. Επομένως, για την ιδέα του Κράτους-Έθνους, το "υποδουλωμένο" στους Οθωμανούς Τούρκους Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν μπορεί να υποστηρίξει μια τέτοια ιδέα και αντίληψη, γι' αυτό και πρέπει να υπάρξει αποκοπή από τη μητέρα Εκκλησία, ούτως ώστε η εθνική πλέον Εκκλησία να συμπορεύεται διαρκώς με το εθνικό πρόταγμα της Μεγάλης Ιδέας. Πρόκειται για μια κοσμική αντίληψη επιβολής, μέσω του κράτους, διάρρηξης των σχέσεων των δύο Εκκλησιών και διαπνέεται από την αντίληψη της κυριαρχίας του κράτους-έθνους πάνω στην Εκκλησία, με βάση την αρχή της απόλυτης πολιτειοκρατίας στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, κατά την οποία η Εκκλησία θεωρείται ως υπηρεσία υφιστάμενη του κράτους. Κεφαλή της Εκκλησίας αναγνωρίζεται ο Ρωμαιοκαθολικός βασιλιάς Όθωνας, και η πενταμελής Σύνοδος διορίζεται από τον εκάστοτε βασιλιά. Η μετέπειτα ιστορική πορεία των θεσμικών σχέσεων ανάμεσα σε Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εκκλησία της Ελλάδος είναι σχέσεις εντάσεων, καθώς το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο αγωνίζεται διαρκώς για τη διαφύλαξη των κεκτημένων του».

Η αλήθεια για το κρυφό σχολείο

Ο ρόλος των ιερέων στην εκπαίδευση

* Ποια είναι η θέση σας για το κρυφό σχολείο; Υπήρξε ή δεν υπήρξε;

«Είναι μια ερώτηση η οποία "απολαμβάνει" τη σύγκρουση ακραίων τοποθετήσεων και απαντήσεων. Υπάρχει ή δεν υπάρχει; Το πρόβλημα αφορά στην ίδια την ορολογία που χρησιμοποιείται. Ο πίνακας του Γύζη ενίσχυσε περισσότερο τη ρεαλιστική εκδοχή του επιφαινόμενου, παρότι ο ρομαντικός ιδεαλισμός είναι διάχυτος. Επί οθωμανικής περιόδου υπάρχουν περιοχές, κυρίως στα αστικά κέντρα, όπου λειτουργούν ελληνικά σχολεία με την οικονομική υποστήριξη των προκρίτων και που φέρουν την έγκριση και την άδεια του σουλτάνου ή τελούν υπό την αιγίδα της Εκκλησίας. Αντιστοίχως, σε άλλες περιοχές, με λίγο πληθυσμό, δύσβατες, με ελάχιστους οικονομικούς πόρους, η ύπαρξη ελληνικών σχολείων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η ιεραποστολική και εθνική περιοδεία, από χωριό σε χωριό, του Κοσμά του Αιτωλού το επιβεβαιώνει. Σε αυτές τις περιοχές, η ανάγκη εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και μιας ελάχιστης πρόσληψης παιδείας οδηγεί τους κατακτημένους στο μοναστήρι και στην εκκλησία, καθώς τα μόνα πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν μια τέτοια προσπάθεια ελάχιστης εκπαίδευσης ήταν οι μοναχοί και οι ιερείς. Ουσιαστικά σε επίπεδο συμβολισμού το ερώτημα παραπέμπει στην περίοδο της Εκκλησίας των κατακομβών, όπου και εκεί υπάρχουν στοιχεία υπερβολής.

Συμπερασματικά λοιπόν, υπάρχουν αυτές οι δύο περιπτώσεις εκπαίδευσης κατά την οθωμανική περίοδο, με τη δεύτερη να παρεκκλίνει, μέσω του ιδεαλισμού, στον χώρο του θρύλου».

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια