Πολιτισμός

Κώστας Σπυρόπουλος: «Δεν είμαστε όλοι για όλα»

Το απρόοπτο που του έτυχε σε παράσταση αλλά και τι του αρέσει να κάνει μετά την δουλειά

Ο Κώστας Σπυρόπουλος σκηνοθετεί, διασκευάζει και παίζει στο «Τοc Τοc πάλι… πάλι…» και μιλά για τις ιδεοψυναγκαστικές διαταραχές και τη σημασία του καλλιτέχνη.

Ακολουθεί συνέτευξή του: 

«Έχει ρίζες αυτό το έργο, είναι στημένο για βόρεια Ελλάδα» μας λέει ο κ. Σπυρόπουλος και μας εξηγεί ότι ο βασικός πρωταγωνιστής, που υποδύεται ο ίδιος, είναι ένας παοκτσής ταξιτζής από τη Θεσσαλονίκη και, μάλιστα, η πρώτη του παρουσίαση συνέπεσε με το πρωτάθλημα του ΠΑΟΚ.

Μιλώντας για το έργο που αφορά σε μεγάλο βαθμό τις ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές και τα τικ που μπορεί να έχουμε ως άνθρωποι, ο κ. Σπυρόπουλος μοιράστηκε μαζί μας «κάτι που δεν του έχει ξανασυμβεί ποτέ» περιγράφοντας το ως τη «μεγαλύτερη εμπειρία» της ζωής του. «Ο καθένας από τους ήρωες αντιμετωπίζει ένα από αυτά τα θέματα. Ένας από τους ήρωες πάσχει από Gilles de la Tourette, τον ερμηνεύει ο Δημήτρης Σταρόβας και έχει το χαρακτηριστικό ότι βρίζει και γαυγίζει. Οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτό έχουν βρυχηθμούς, κάνουν φωνές που δεν αναγνωρίζεις. Στην εξέλιξη είναι πολύ επιθετικοί, αλλά το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι βρίζουν και δεν μπορούν να σταματήσουν. Κάποια στιγμή στο Ράδιο Σίτυ υπήρξε ένα παιδί 16 χρονών που φώναζε. Θεώρησα ότι είναι κάποιος ατίθασος και πρέπει να φύγει από την αίθουσα. Ειδοποίησα και το είπα και στον κόσμο. Μου είπαν τελικά ότι είναι ένα παιδί που πάσχει από αυτό και συνοδεύεται από τη μητέρα του. Τους κάλεσα στο καμαρίνι στο διάλειμμα. Η μητέρα μου είπε ‘σας παρακαλώ μην μας διώχνετε, θέλω το παιδί να δει την παράσταση’. Του μίλησα για τη δουλειά μου, ότι η παρεμβατικότητα είναι άκυρη σε αυτή την περίπτωση. Ό,τι βλέπει είναι προγραμματισμένο, γεωμετρημένο και το κομμάτι του αυθορμητισμού είναι πολύ μικρό. ‘Θα σε παρακαλούσα να μας βοηθήσεις για να μπορέσουμε να κάνουμε την παράσταση και να την παρακολουθήσεις’. ‘Κύριε Σπυρόπουλε’, μου είπε, ‘θα παίρνω το μπουφάν κάθε φορά που μου έρχεται αυτό και θα το βάζω στο πρόσωπο μου’. Προλογίζω στον κόσμο αυτό που έγινε και τους λέω ότι θέλω και εσείς να τον βοηθήσετε. Ακούγαμε κατά τη διάρκεια της δεύτερης πράξης ένα μακρινό ήχο που δεν τον καταλάβαινες καν» μας διηγείται συγκινημένος. Όπως αναφέρει αυτό περιγράφει το έργο, «ότι μέσα από την αγάπη και την κατανόηση αυτής της ομάδας, σταματούν για κάποια δευτερόλεπτα τα τικ τους. Από μια ομαδική ψυχοθεραπεία που προτείνει στο έργο ένας από τους ασθενείς σταματούν τα τικ μέσω της αγάπης και της επαφής και βλέπω μπροστά μου να βιώνω το θέμα του έργου. Η θεματολογία του έργου έγινε ζωή. Αυτό δεν μου έχει συμβεί ποτέ με κανένα έργο» τονίζει.

«Είναι ένα παιχνίδι, δεν είναι τόσο σοβαρό»

Πέρα, όμως, από τις διάφορες προσωπικές εμπειρίες που έχει βιώσει μέσα από την παράσταση, τον ρωτάμε ποιο είναι αυτό το στοιχείο που έλκει το κοινό όλα αυτά τα χρόνια και συμβάλλει στην επιτυχία της. «Τα τελευταία 30 χρόνια ο άνθρωπος ζει με το ρήμα ‘τι είμαι’ και όχι με το ‘τι έχω’. Προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι, από που έρχεται, την ταυτότητα του, θέλει να καταλαβαίνει την ψυχή του. Αυτό σημαίνει ότι ψάχνεις περισσότερο τον εαυτό σου. Το καλό είναι ότι αποκτάς μια αυτογνωσία, μια συνείδηση, προσπαθείς να καταλαβαίνεις κώδικες για να αναλύεις τον χαρακτήρα σου. Οι χαρακτήρες ακολουθούνται από συμπεριφορές. Βρισκόμαστε στις μέρες της ψυχολογίας. Όταν συνειδητοποιείς ότι έχεις μια επαναλαμβανόμενη συνήθεια από το χτυπάω το ξύλο ή ότι περνάω από το συγκεκριμένο πεζοδρόμιο για να πάω στη δουλειά μου, ότι καθαρίζω τρεις τέσσερις φορές το ίδιο σημείο αναρωτιέσαι ‘γιατί το κάνω και τι είναι αυτό που με κάνει να μη μπορώ να το αποφύγω’. Υπάρχει η λεγόμενη ιδεοληψία που μπαίνει μια ιδέα στο μυαλό σου και αρχίζει ο καταναγκασμός και εσύ αρχίζεις και λειτουργείς με αυτό. Αν γιγαντωθούν αρχίζει η παραγωγικότητα σου και μειώνεται» αναφέρει ο κ. Σπυρόπουλος και συνεχίζει: «Το έργο επειδή στοχεύει στην αποδόμηση όλων αυτών, στοχεύει στο να τα κανιβαλίσει, να γελάσεις με αυτό που έχεις, γι’αυτό ευφραίνει τους θεατές. Λέει ότι ουσιαστικά αυτό που κάνουμε είναι ένα παιχνίδι, δεν είναι και τόσο σοβαρό αυτό που μας συμβαίνει. Μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε». Φυσικά, ο κ. Σπυρόπουλος επιμένει ότι η οικογένεια παίζει τον πρώτο ρόλο στην αναγνώριση και την αποδοχή μιας τέτοιας κατάστασης, «μετά ο γιατρός που πρέπει να τον εμπιστευτείς και να τον επιλέξεις. Η οικογένεια πρέπει να σε κάνει να απενοχοποιήσεις την ιστορία γιατρός και όχι να σκέφτεσαι ‘αχ μην το πω μην με περάσουν για τρελό». Γενικότερα η άποψη να αποφεύγουμε τους γιατρούς που είναι απαραίτητοι πολλές φορές είναι καταδικαστέα για τον σκηνοθέτη: «Πρέπει πια ο Έλληνας να μπει σε ένα περιβάλλον σοβαρό και επιστημονικό».

Η Ελλάδα στα παραπάνω θέματα φαίνεται να είναι πολύ πίσω σύμφωνα με τον σκηνοθέτη και ηθοποιό: «Η Ελλάδα είναι ένα κράτος που έρχονται όλα αργότερα. Όταν ο Γιάλομ είδε τον πρώτο του ασθενή και μίλησε για την ψυχανάλυση, εμείς εδώ μιλούσαμε για ψυχίατρο και νομίζαμε ότι θα μας βάλουν στο τρελάδικο. Η πίεση, οι ρυθμοί της ζωής, η καταναλωτική κοινωνία, το καπιταλιστικό σύστημα μας αναγκάζει να μην έχουμε ώρες, να παραβιάζουμε τη φύση. Αν έχουμε κάποια ώρα κενό, έχουμε τύψεις. Για αυτό κι εγώ περνάω καλά και χαλαρά στη Θεσσαλονίκη» μας λέει σαρκαστικά.


«Είμαστε στην εποχή της εξειδίκευσης»

Ο ίδιος έπειτα από προσωπικό ψάξιμο και διάβασμα, άλλαξε τον τρόπο που σκέφτεται, επιλέγει και συζητά με τον εαυτό του και τους φίλους του, κάτι που έφερε και στη δουλειά του: «Πρέπει να κάνεις στην ουσία life coaching, όχι σκηνοθεσία. Για να βάλεις έναν ηθοποιό να αγαπάει τη δουλειά του, να τον ‘ντρεσάρεις’ και να είναι απόλυτα αφοσιωμένος πρέπει να κάνεις δυο πράγματα. Το ένα είναι να του δίνεις έναν ανθρώπινο μισθό και το άλλο είναι να τον βάλεις σε ένα τριπάκι ότι αυτό που κάνει είναι πολύ σημαντικό, αλλά όχι με διδαχές και νουθεσίες, με την ανάλυση που χρειάζεται και την προσωπική αναζήτηση. Να του θυμίσεις γιατί ξεκίνησε να κάνει αυτή τη δουλειά» επισημαίνει. «Είμαστε στην εποχή της εξειδίκευσης, της επαγωγής στα επιμέρους» διαπιστώνει. Το ταλέντο είναι κάτι που πρέπει να το δούμε σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Δανείζεται, λοιπόν, έναν ορισμό από τη Φυσική για να μας το εξηγήσει; «Στη φυσική λέμε ότι η δύναμη δεν ορίζεται, αλλά την καταλαβαίνεις από τα αποτελέσματα της. Το ίδιο λέω και εγώ για το ταλέντο». Όλα τα παραπάνω χρειάζονται πολλές θυσίες και ο ίδιος αφιέρωσε τον εαυτό του στη δουλειά του άρα το να δημιουργήσει μια οικογένεια ήταν λίγο δύσκολο. Εξάλλου, «δεν είμαστε όλοι για όλα» όπως μας λέει.

Τέλος, του αρέσει να πηγαίνει για φαγητό μετά τις παραστάσεις. «Επίσης, μου αρέσει πολύ να πίνω καφέ με φίλους και να λέμε μπούρδες. Η στιγμή της έμπνευσης είναι πολύ αβίαστη» διαπιστώνει για να καταλήξει ότι «αυτό που μας έχουν κάνει ότι είναι κάτι ενοχικό δεν είναι καλό. Πιστεύω ότι πρέπει να το νομιμοποιήσουμε και να το απαιτήσουμε!».

Σχόλια