Πολιτισμός

Την ανάπτυξη των λιμανιών της Κρήτης ερευνούν Έλληνες και Βρετανοί αρχαιολόγοι

Ξεκινούν έρευνες αρχαιολόγοι από Ελλάδα και Βρετανία

Ομάδα Ελλήνων και Βρετανών επιστημόνων ξεκινούν έρευνα στον Κόλπο και το Ρωμαϊκό Λιμάνι Ιεράπετρας

Με την άδεια της Εφορείας Ενάλιων Αρχαιοτήτων και της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, ομάδα Ελλήνων επιστημόνων από το Εργαστήριο Γεωφυσικής -Δορυφορικής Τηλεσκόπησης και Αρχαιοπεριβάλλοντος, ξεκινούν μια σημαντική έρευνα σε συνεργασία με Βρετανούς Αρχαιολόγους που ερευνούν και μελετούν την ανάπτυξη των λιμανιών της Κρήτης και των πόλεων που συνδέονται με αυτά στα τέλη της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου.

Συναντώντας στο λιμάνι της Ιεράπετρας τον Βρετανό αρχαιολόγο Michael J Curtis από το School of Archaeology & Ancient History, University of Leicester, που συμμετέχει στην ομάδα των ερευνητών, μάθαμε πάρα πολλά που αφορούν στο αρχαίο λιμάνι και στον κόλπο της Ιεράπετρας, κρατώντας την εκτίμηση του ότι, κατά τη Ρωμαϊκή-Ελληνιστική περίοδο το λιμάνι της Ιεράπετρας ήταν το μεγαλύτερο της Κρήτης και αποτελούσε κέντρο διεθνούς εμπορίου.

«Έχω δραστηριοποιηθεί στην ελληνιστική και ρωμαϊκή Κρήτη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Τώρα έχω την έδρα μου στο Πανεπιστήμιο του Leicester όπου ερευνώ την ανάπτυξη των λιμανιών της Κρήτης και των πόλεων που συνδέονται με αυτά στα τέλη της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου. Όπως θα γνωρίζετε, οι οικισμοί των ακτών έχουν αγνοηθεί σε μεγάλο βαθμό, ειδικά στις μεταγενέστερες περιόδους, και η κατανόησή τους είναι μάλλον ασαφής. Ελπίζω ότι η έρευνά μου θα αλλάξει αυτό και θα φέρει την εστίαση πίσω σε αυτούς τους οικισμούς που απειλούνται συνεχώς από την ανάπτυξη, την αύξηση της στάθμης της θάλασσας και τη φυσική διάβρωση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο αναπτύξαμε νέες προσεγγίσεις για την παράκτια αρχαιολογία, στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν σήμερα οι παράκτιες κοινότητες και έχουμε πολλές ψηφιακές εφαρμογές που επιτρέπουν στους ανθρώπους να ασχολούνται με την τοποθέτηση και την καταγραφή τοποθεσιών και μνημείων από τα τηλέφωνά τους. Αυτό είναι κάτι που εγώ νομίζω ότι είναι πολύ κατάλληλο για την Κρήτη.

Τώρα στο αρχαίο λιμάνι της Ιεράπετρας... το δημοσιευμένο έργο για τη γεωαρχαιολογία του λιμανιού είναι πολύ χρήσιμο. Σε κάποιο βαθμό η δική μας έρευνα σχετίζεται με αυτό και είναι ίσως το επόμενο βήμα. Το πρώτο σημείο είναι ότι η κατανόησή μας για το αρχαίο λιμάνι δεν είναι καθόλου σαφής. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι του νησιού, αλλά απλά δεν γνωρίζουμε πώς εξελίχθηκε. Εκτιμώ ότι το 60% του ρωμαϊκού λιμανιού βρίσκεται τώρα στη στεριά, και αυτό περιλαμβάνει τις κύριες αποβάθρες και τις αποθήκες. Φέτος θα εμβαθύνουμε στην υποβρύχια αρχαιολογία και θα δούμε αν μπορούμε να εξηγήσουμε κάποια από τη σύγχυση πάνω στις λεκάνες. Υποψιάζομαι ότι το σχήμα του λιμανιού είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που συνήθως αναφέρεται και αυτό είναι κάτι που πρέπει να προσπαθήσουμε να το αποδείξουμε.

Η γεωαρχαιολογία του λιμανιού δείχνει ότι αυτό ήταν ένα σχετικά ρηχό λιμάνι και φαίνεται πιθανό ότι είχε ένα απομακρυσμένο σταθμό για τους μεγαλύτερους εμπόρους. Πρόκειται ίσως για το Κουφονήσι όπου αγγυροβολούσαν τα πλοία στα βαθιά νερά και από όπου τα αγαθά θα μπορούσαν να μεταφέρονται στην Ιεράπυτνα με μικρότερα σκάφη.

Η πρόκλησή μας είναι να συλλέξουμε και να αναλύσουμε τα δεδομένα που θα προκύψουν από την έρευνα μας. Η χρονολόγηση είναι πολύ σημαντική, αλλά γνωρίζουμε ότι η κατασκευή στο λιμάνι ήταν αρκετά σταθερή ώστε οι Βενετοί να χτίσουν ένα οχυρό και μια πόλη πάνω από αυτό», μας είπε ο Βρετανός αρχαιολόγος Michael J Curtis με τη βοήθεια και τη μετάφραση από τον Ιεραπετρίτη νεαρό αρχαιολόγο Νίκο Παγώνη.

«Υποδεχόμαστε μια ομάδα 8 ερευνητών από την Αγγλία και από το Ηράκλειο οι οποίοι θα κάνουν μια σημαντική αρχαιολογική έρευνα στο λιμάνι της Ιεράπετρας και περιμένουμε να τους προσφέρουμε ότι βοήθεια χρειάζονται ώστε να διευκολύνουμε το έργο τους. Περιμένουμε να ολοκληρωθεί η έρευνα τους, να γίνει η ανάλυση των δεδομένων που θα συγκεντρώσουν και να δούμε τις δημοσιεύσεις τους, που όπως μας λέει ο Βρετανός αρχαιολόγος που έφτασε πρώτος στην Ιεράπετρα, τα αποτελέσματα της έρευνας τους θα κρύβουν πολλές εκπλήξεις», μας είπε ο αρχαιόφιλος πολιτικός μηχανικός κ. Γιώργος Σωμαράκης που προσφέρει εθελοντικά τη βοήθεια του στην ομάδα των επιστημόνων.

Από την Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει ζητηθεί και έχει δοθεί άδεια για τη διενέργεια μιας διερευνητικής αποστολής και έρευνας πεδίου διάρκειας μιας περιόδου με σκοπό την εκτίμηση, καταγραφή και χαρτογράφηση των υποβρύχιων καταλοίπων του αρχαίου λιμανιού της Ιεράπετρας (αρχ. Ἱεράπυτνα) και την ταυτοποίηση της βυθισμένης αρχαίας ακτής, σε κάθε πλευρά του λιμανιού. Η πρόταση γεωαρχαιολογικής έρευνας πεδίου, περιλαμβάνει μια λεπτομερή υποβρύχια έρευνα του αρχαίου λιμένα, την έρευνα της ακτής, εναέρια έρευνα με τη χρήση μη επανδρωμένου αεροσκάφους (drone), καθώς και μια παράκτια και υποθαλάσσια γεωφυσική έρευνα της ευρύτερης περιοχής του αρχαίου λιμένα.

Η Ιεράπυτνα αποτελεί ένα αίνιγμα για τους αρχαιολόγους

Η κατοίκηση και η ίδρυση οικισμών γύρω από τον Κόλπο της Ιεράπετρας αποτελεί ένα από τα περίπλοκα αινίγματα της Κρητικής αρχαιολογίας. Η προέλευση του οικισμού κατά μήκος του κόλπου δεν είναι ξεκάθαρη, ωστόσο υπάρχουν στοιχεία για οικισμούς που χρονολογούνται την Εποχή του Χαλκού (Μινωική Περίοδος) στην παράκτια πεδιάδα κατά μήκος αυτής της πλευράς της ακτής. Οι αντιλήψεις μας σχετικά με την κατοίκηση της περιοχής και τη μετακίνηση πληθυσμών στην περίοδο μετά την Εποχή του Χαλκού είναι λιγότερο ξεκάθαρες και επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από μια παλαιά αντίληψη ότι η ακτογραμμή εγκαταλείφθηκε για την ασφάλεια που προσέφεραν υψηλότερες θέσεις. Τέτοιες προσεγγίσεις είναι αποδεικτικές μιας γενικότερης έλλειψης κατανόησης και μελέτης των παράκτιων κοινοτήτων διαχρονικά και ως εκ τούτου πιθανά συνεπάγονται τη μη σωστή ερμηνεία των γεγονότων. Η άφιξη εποίκων μεταναστών και η πλούσια πηγή τροφής που προσφέρει η θάλασσα καθιστούν απίθανο να ξεχάστηκαν οι ναυτικές παραδόσεις και οι πολιτισμοί που ήταν εμφανείς κατά την Εποχή του Χαλκού. Επιπλέον, λόγω της επικρατούσας ακαδημαϊκής άποψης σχετικά με την Εποχή του Χαλκού και την περίοδο που την ακολουθεί, η κατανόησή μας για τους παραθαλάσσιους οικισμούς αμφισβητείται περαιτέρω. Φαίνεται πως οι μέχρι τώρα ερμηνείες έχουν αποτύχει, σε γενικές γραμμές, να λάβουν δεόντως υπόψή τους τις φυσικές μεταβολές που ακολούθησαν γύρω από την ακτογραμμή και ειδικότερα τη βύθιση ενός σημαντικού τμήματος της αρχαίας ακτής.

Ήδη από τον 4ο αιώνα π.Χ. ο Κόλπος της Ιεράπετρας ήταν το φυσικό κέντρο μιας μεγάλης και ακμάζουσας πόλης η οποία μαζί με τη Φαλάσαρνα, την Κυδωνία και τον Ίτανο εξελίχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις-λιμάνια του νησιού. Η ίδρυση του αρχαίου λιμανιού της Ιεράπετρας, όπως και των άλλων μεγάλων λιμανιών, πιθανά τοποθετείται στην πρώιμη Κλασική περίοδο. Σύμφωνα με μοντέρνες αντιλήψεις, μπορούμε να θεωρήσουμε αυτές τις τέσσερις παράκτιες πόλεις ως λιμάνια λόγω της λειτουργίας τους ως κέντρων για το ενδοκοινωτικό και διεθνές εμπόριο και ως σημείων διανομής εισαγόμενων και εξαγόμενων εμπορευμάτων και προϊόντων. Αν η ερμηνεία των σύγχρονων ερευνητών είναι σωστή, τότε με την έναρξη της Ελληνιστικής περιόδου η αρχαία Ιεράπυτνα ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις και ένα τα πιο πολυσύχναστα λιμάνια του νησιού. Οι στενές σχέσεις της με την Αίγυπτο και τη Ρόδο, μεταξύ πολλών άλλων, δεν προσέφεραν μόνο οικονομικά προνόμια, αλλά είχαν και πολιτική, στρατιωτική και πολιτιστική σημασία. Το εμπόριο και η παροχή μισθοφόρων στη διακρατική αγορά αποτελούσαν βασικά στοιχεία για την οικονομική επιβίωση των κρητικών πόλεων-κρατών και συνέβαλαν στην ανάπτυξη των νομισματικών μικροοικονομιών τους, με κύρια προϋπόθεση τόσο την πρόσβαση στη θάλασσα όσο και τις καλές λιμενικές εγκαταστάσεις. Η επέκταση της πόλης - κράτους της Ιεράπυτνας κατά την Ελληνιστική περίοδο αντανακλά όχι μόνο την πολιτική εξουσία και την επιρροή της στη ξηρά αλλά και τους ισχυρούς θαλάσσιους δεσμούς που η πόλη είχε αναπτύξει σε βάθος χρόνου.

 

 

Σχόλια