Πολιτισμός

Το μυστήριο του Τίμιου Ξύλου – Οι περιπέτειες του πολύτιμου κειμηλίου

Η πρώτη αρχαιολογική ανασκαφή στην ιστορία από την Αγία Ελένη και η ανακάλυψη του σταυρού του Χριστού, επέτειος που τιμάται σήμερα από ορθόδοξους και καθολικούς

Οι σελίδες της μεσαιωνικής ιστορίας της Ευρώπης κατακλύζονται από ιερά κειμήλια και ειδικά εκείνα που σχετίστηκαν με τα Πάθη του Χριστού, πολλά από τα οποία “πρωταγωνίστησαν” σε μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Κορυφαίο βεβαίως κειμήλιο αποτελεί το Τίμιο Ξύλο, ο σταυρός πάνω στον οποίο μαρτύρησε ο Ιησούς.

Η απαρχή της αναζήτησής τους σχετίστηκε με τη θεμελίωση και εδραίωση της νέας θρησκείας, του Χριστιανισμού, από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και τη μητέρα του, την Αγία Ελένη, με την πρώτη αρχαιολογική ανασκαφή στην ιστορία, με την εξάπλωση του Χριστιανισμού, τις Σταυροφορίες, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και βεβαίως την προσωπική ιστορία ηγεμόνων που τα τοποθέτησαν στο λάβαρό τους ή σε περίοπτη συμβολική θέση στον θρόνο τους.

Η ιστορία ξεκίνησε από τη Ρώμη, από το Ανάκτορο της μητέρας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, της Flavia Iulia Helena Augusta, της Αυγούστας Ελένης, η οποία, θέλοντας να θέσει τα θεμέλια της νέας θρησκείας που θα έσωζε από την κατάρρευση την Αυτοκρατορία της Ρώμης αντικαθιστώντας τους παγανιστικούς θεούς, πραγματοποίησε το πρώτο βασιλικό προσκύνημα στην Ιστορία στην Ιερουσαλήμ το 325 ή 326, σε ηλικία 80 ετών περίπου.

Η Ιερουσαλήμ διατηρούσε ακόμα τις μνήμες από τα σημεία που σημαδεύτηκαν από τα Πάθη του Ιησού και η Αγία Ελένη γνώριζε ότι αυτές οι αναμνήσεις των κατοίκων θα μπορούσαν να δείξουν τον δρόμο για την ανακάλυψη των κειμηλίων που την είχαν οδηγήσει στον προορισμό της. Οι θέσεις αυτές είχαν αλλοιωθεί με το πέρασμα των χρόνων, κυρίως εξαιτίας του αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος είχε κατασκευάσει πάνω από τον τάφο του Ιησού και τον Γολγοθά ένα ναό αφιερωμένο στην Αφροδίτη, στη λεγόμενη Aelia Capitolina.

Σύμφωνα με την παράδοση, στις 14 Σεπτεμβρίου (γεγονός που εξηγεί γιατί η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού γιορτάζεται αυτή την ημέρα τόσο από τους ορθόδοξους όσο και τους καθολικούς), η Αγία Ελένη μπήκε στον ναό που είχε χτίσει ο Αδριανός μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο της πόλης Μακάριο και, αφού διέταξε να ισοπεδωθεί, επέλεξε ένα σημείο ώστε να ξεκινήσει τις ανασκαφές της. Αναζητώντας απτές αποδείξεις του Πάθους του Χριστού, συνέχισε την έρευνά της, ώσπου ανακάλυψε τρεις σταυρούς. Μη ξέροντας όμως ποιος ήταν εκείνος του Χριστού, παρακάλεσε για ένα θαύμα. Ο θρύλος αναφέρει ότι μια ετοιμοθάνατη γυναίκα από την Ιερουσαλήμ κλήθηκε να έρθει στο σημείο και, αφού το σώμα της ήρθε σε επαφή με τους σταυρούς, θεραπεύτηκε μόλις την άγγιξε το ξύλο του γνήσιου σταυρού του Χριστού. Το γεγονός θεωρήθηκε ως η απόδειξη ότι είχε πετύχει τον στόχο της.

Στο σημείο αυτό η Αγία Ελένη έδωσε εντολή να ιδρυθεί ο ναός του Πανάγιου Τάφου. Τις βασικές πληροφορίες για το προσκυνηματικό, όπως αναφέρεται, ταξίδι της Ελένης παρέχει ο Ευσέβιος, ο οποίος όμως δεν αναφέρει την εύρεση του Τιμίου Σταυρού. Υπάρχουν πολλές πηγές που δίνουν το στίγμα των κοσμοϊστορικών γεγονότων, χωρίς ωστόσο να μπορούν να συνθέσουν με “ιστορικούς όρους” το παζλ. Η παράδοση αναφέρει ότι η ανακάλυψη του Τιμίου Ξύλου έγινε σε ένα πηγάδι ή μια στέρνα, όμως πολλά από τα στοιχεία μπορούν να αποδοθούν στη σφαίρα του θρύλου. Οι ιστορικοί θεωρούν μάλλον δεδομένο ότι η Αγία Ελένη ήξερε πολύ καλά τι έψαχνε και πού να το βρει, αφού οι ντόπιοι διατηρούσαν την ανάμνηση των ιστορικών αυτών τόπων ακόμα νωπή στη μνήμη τους.

Η Αγία Ελένη πραγματοποίησε ανάλογες ανασκαφές και στη Βηθλεέμ, δίνοντας εντολή να κατασκευαστεί και εκεί ένας εντυπωσιακός ναός, στο σημείο όπου γεννήθηκε ο Χριστός, τη σημερινή Βασιλική της Γέννησης. Η Αγία Ελένη ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής στη Ρώμη το 327, μεταφέροντας ένα μεγάλο κομμάτι από το Τίμιο Ξύλο, το οποίο, στο μεταξύ, είχε τεμαχιστεί, ένα τμήμα της επιγραφής του σταυρού και άλλα κειμήλια που επιθυμούσε να στεγαστούν στο Ανάκτορό της. Πολλά από αυτά βρίσκονται ακόμα εκεί, στη Βασιλική που ιδρύθηκε πάνω από το παλάτι της Αυγούστας, η οποία για τον λόγο αυτό τιμάται στη χάρη του Τίμιου Ξύλου και αποκαλείται “Τίμιος Σταυρός της Ιερουσαλήμ”. Τα υπόλοιπα κομμάτια του σταυρού μεταφέρθηκαν σε διάφορα σημεία της Αυτοκρατορίας και διασπάρθηκαν σε ναούς και μοναστήρια, επιτελώντας τον σκοπό για τον οποίο η Αυγούστα έκανε εκείνο το θαρραλέο και επικίνδυνο ταξίδι, να θεμελιώσουν τη νέα θρησκεία και να εμπνεύσουν την πίστη των πρώτων Χριστιανών.

Οι περιπέτειες του πολύτιμου κειμηλίου

Αρχικά το πιο μεγάλο κομμάτι από το αυθεντικό κειμήλιο βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ, όπου το άφησε η Αγία Ελένη αναχωρώντας για τη Ρώμη. Το κειμήλιο αυτό έπεσε στα χέρια του Πέρση βασιλιά Χοσρόη ΙΙ, όταν αυτός εισέβαλε στους Αγίους Τόπους στα 614. Δεκατρία χρόνια αργότερα, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος κατάφερε να τον νικήσει, να ανακτήσει το Τίμιο Ξύλο, να το μεταφέρει αρχικά στην Κωνσταντινούπολη και να το επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ στις 21 Μαρτίου 630.

Το Τίμιο Ξύλο στους αιώνες που πέρασαν γνώρισε πολλές περιπέτειες, με πιο σημαντική τη μετατροπή του στα χέρια των σταυροφόρων σε λάβαρο το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη μάχη εναντίον του Σαλαδίνου στην περιοχή Χατίμ.

Η τραγική ήττα του χριστιανικού στρατού της Δύσης στα 1187 σήμανε και την εξαφάνιση του μεγαλύτερου μέρους του πολύτιμου κειμηλίου ή κατά άλλους την καταστροφή του στην πυρά. Κομμάτια όμως του Τίμιου Ξύλου διασώθηκαν, και αρκετά επιβίωσαν ως τις μέρες μας, με την ιστορία δύσκολα να μπορεί να πιστοποιήσει με τρόπο κατηγορηματικό την αυθεντικότητά τους. Πολλά από τα κειμήλια που βρίσκονται σήμερα στη Δύση μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη κατά την Άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους στα 1204.

Σε αυτά περιλαμβάνονται κάποια από τα πιο γνωστά τμήματα του Τίμιου Σταυρού, που σήμερα βρίσκονται στην Παναγία των Παρισίων, τη Νοτρ Νταμ, καθώς επίσης στους Καθεδρικούς της Πίζας και της Φλωρεντίας, για τα οποία η έρευνα απέδειξε ότι προέρχονται από ξύλο ελιάς, αλλά και στο Αυτοκρατορικό Θησαυροφυλάκιο της Βιέννης, το Σατσκάμερ. Σήμερα το μεγαλύτερο τμήμα Τίμιου Ξύλου θεωρείται εκείνο που φυλάσσεται στο Άγιο Όρος στη Μονή Ξηροποτάμου, ενώ από τα πιο σημαντικά είναι εκείνο που παραμένει στην Ιερουσαλήμ.

 

 

Σχόλια