Πολιτισμός

Κ.Π. Καβάφης: Σαν σήμερα γεννιέται και πεθαίνει - 7 «κρυμμένα» ποιήματα και μία ταινία

Σαν σήμερα 29 Απριλίου

Σαν σήμερα, 29 Απριλίου, γεννήθηκε και πέθανε ένας από τους πλέον σημαντικούς ποιητές της σύγχρονης εποχής, ο Κωνσταντίνος Καβάφης.

Ο «Αλεξανδρινός» ποιητής γεννήθηκε στις 29 Απριλίου του 1863 (με το παλιό ημερολόγιο η ημερομηνία γέννησής του είναι η 17η Απριλίου) στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και άφησε την τελευταία του πνοή ακριβώς 70 χρόνια αργότερα, στις 29 Απριλίου 1933.

Δείτε μια παραγωγή του Αρχείου Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση, σε σενάριο Σοφίας Βγενοπούλου και σκηνοθεσία Γρηγόρη Ρέντη.

(Το «Όσο μπορείς» είναι εμπνευσμένο από το ομότιτλο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη.)

Τον τιμάμε, διαβάζοντας…

Μια νύχτα

Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη,

κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.

Aπ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι,

το ακάθαρτο και το στενό. Aπό κάτω

ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών

που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

 

Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι

είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη

τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης 

-τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα

που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια!,

μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

Ηδονή

Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών

που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα.

Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα

την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.

 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

Τελειωμένα

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,

με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,

λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε

για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο

τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.

Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο·

ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα

(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).

Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,

εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,

κι ανέτοιμους -πού πια καιρός- μας συνεπαίρνει.

 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

Έπος Kαρδίας

Μετά σου το παν, νομίζω, προσηνές με μειδιά,

στον καθρέπτη των ματιών σου την χαράν αντανακλά.

Στάσου, φως μου, και ακόμη δεν σε είπα τα μισά

απ’ εκείνα που πιέζουν την ερώσαν μου καρδιά

και στα χείλη μου ορμούνε με μια μόνη σου ματιά.

Μη με ομιλής αν θέλης, μη με πης γοητευτικά

λόγια αγάπης και λατρείας. Φθάνει να ’σαι εδώ κοντά,

να σε λέγω πως σε θέλω, να σ’ εγγίζω, την δροσιά

του πρωιού που αναπνέεις ν’ αναπνέω· κι αν και αυτά

υπερβολικά τα βρίσκης, να σε βλέπω μοναχά!

 

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923, Ίκαρος 1993)

Μισή Ώρα

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω

ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα

όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.

Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης

κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο

για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν

η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.

Έτσι στο μπαρ προχθές -βοηθώντας κιόλας

πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός-

είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.

Και το κατάλαβες με φαίνεται,

κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.

Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί

μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,

χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,

χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.

 

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923, Ίκαρος 1993)

 

Στο πληκτικό χωριό

Στο πληκτικό χωριό που εργάζεται

-υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα

εμπορικό· νεότατος- και που αναμένει

ακόμη δυο τρεις μήνες να περάσουν,

ακόμη δυο τρεις μήνες για να λιγοστέψουν οι δουλειές,

κ’ έτσι να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί

στην κίνησι και στην διασκέδασιν ευθύς·

στο πληκτικό χωριό όπου αναμένει 

-έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής,

όλ’ η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμένη,

εις έντασιν ωραίαν όλ’ η ωραία νεότης του.

Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε· μέσα

στον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε...

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

Ας φρόντιζαν

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.

Aυτή η μοιραία πόλις, η Aντιόχεια

όλα τα χρήματά μου τάφαγε:

αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

 

Aλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.

Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος

(ξέρω και παραξέρω Aριστοτέλη, Πλάτωνα·

τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).

Aπό στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,

κ’ έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.

Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.

Στην Aλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·

κάπως γνωρίζω (κ’ είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:

του Κακεργέτη βλέψεις, και παληανθρωπιές, και τα λοιπά.

 

Όθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα

ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα,

την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

 

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω

να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Aυτή είν’ η πρόθεσίς μου.

Aν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους

-τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα;

αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

 

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,

κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,

θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.

Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,

πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

 

Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη

για το αψήφιστο της εκλογής.

Βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

 

Aλλά, κατεστραμμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.

Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.

Aς φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.

Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

Μπορείτε να δείτε το έργο του του Καβάφη στην επίσημη ιστοσελίδα του.

Πηγή: www.doctv.gr

Σχόλια