Πολιτισμός

Ο άρραφος χιτώνας του Χριστού στους Τρεβήρους της Γερμανίας

Το  ιερό κειμήλιο της Τριρ και τα άλλα που βρίσκονται σε εκκλησίες και μοναστήρια ανά την Ευρώπη

Ένα από πολλά κειμήλια με πλούσια ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων, και θεωρείται ως ένα από εκείνα που παραπέμπουν στα Πάθη του Ιησού, είναι ο θεωρούμενος ως ο άρραφος χιτώνας του Ιησού, τον οποίο, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, φορούσε κατά τη διαδρομή του μαρτυρίου ως τον Γολγοθά και οι Ρωμαίοι στρατιώτες αφαίρεσαν πριν τον σταυρώσουν, ρίχνοντας κλήρο για το ποιος θα τον πάρει, καθώς ήταν άρραφος και υπήρχε κίνδυνος να σκιστεί.

Όπως σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις, αρκετές εκκλησίες στην Ευρώπη διεκδικούν την κατοχή του γνήσιου κειμηλίου, ή έστω ενός τεμαχίου του, με πιο γνωστό όμως εκείνο που βρίσκεται στην πόλη Τριρ της Γερμανίας, την Augusta Treverorum των Ρωμαίων ή Αυγούστα των Τρεβήρων.

«Οι ουν στρατιώται, ότε εσταύρωσαν τον Ιησούν, έλαβον τα ιμάτια αυτού και εποίησαν τέσσαρα μέρη, εκάστω στρατιώτη μέρος, και τον χιτώνα. Ην δε ο χιτών άρραφος, εκ των άνωθεν υφαντός δι’ όλου. Είπον ουν προς αλλήλους: Mη σχίσωμεν αυτόν, αλλά λάχωμεν περί αυτού τίνος έσται, ίνα η γραφή πληρωθή η λέγουσα “διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς, και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον”»

Κατά Ιωάννην, 19, 23-24

Ο λόγος είναι η σημασία που είχαν οι Τρεβήροι για τον Κωνσταντίνο, καθώς επέλεξε την πόλη ως έδρα της επικράτειάς του, η οποία περιελάμβανε τις επαρχίες της Βρετανίας και της Γαλατίας μετά τον θάνατο του πατέρα του Κωνστάντιου και την ανακήρυξή του από τις λεγεώνες στο Γιορκ ως Αυγούστου. Καθώς εκεί έζησε και η μητέρα του, η Αγία Ελένη, στο πλευρό του γιου της, η ίδια επέλεξε τους Τρεβήρους για να στείλει ένα από τα κειμήλια που φέρεται ότι ανακάλυψε κατά το προσκυνηματικό της ταξίδι στην Ιερουσαλήμ το 327 ή 328.

Ιστορικά η πρώτη αναφορά στο κειμήλιο, που φυλάσσεται στον καθεδρικό της Τριρ, χρονολογείται στον 11ο αιώνα, με πιο τεκμηριωμένη εκείνη από την 1η Μαΐου 1196, όταν μεταφέρθηκε σε νέα θέση σε ένα παρεκκλήσι αφιερωμένο στον χιτώνα που καθαγιάστηκε μέσα στον ναό από τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη Α’ της Τριρ. Τα μονοπάτια που ακολούθησε μέσα στον χρόνο είναι αδύνατον να εντοπιστούν προγενέστερα, αφήνοντας πεδίον δόξης λαμπρό στον θρύλο.

Το κειμήλιο αρχικά φυλασσόταν μέσα σε μια λειψανοθήκη, μακριά από την κοινή θέα. Όμως στα 1512 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α’, που έτυχε να περιοδεύει στην πόλη, απαίτησε να δει τον χιτώνα του Ιησού, που γνώριζε ότι φυλασσόταν εκεί.

Ο ρωμαιοκαθολικός Αρχιεπίσκοπος της πόλης, Ριχάρδος βον Γκρεϊφενκλάου, δεν είχε άλλη επιλογή από το να ικανοποιήσει την επιθυμία τού μονάρχη, διατάσσοντας το άνοιγμα της λειψανοθήκης. Όμως τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα στην πόλη και οι κάτοικοι άρχισαν να απαιτούν να δουν και εκείνοι το κειμήλιο.

Η πρώτη έκθεση του κειμηλίου στην Τριρ στα 1512 διήρκεσε 23 ημέρες, κατά τις οποίες αναφέρεται ότι 100.000 πιστοί έσπευσαν να προσκυνήσουν τον χιτώνα. Εξαιτίας του μεγάλου πλήθους που συνέρρευσε, την επόμενη χρονιά κατασκευάστηκε ένας ειδικός ξύλινος εξώστης στη δυτική πρόσοψη του καθεδρικού, προκειμένου να εκτεθεί τα κειμήλιο μαζί με άλλα που υπήρχαν στην κατοχή του. Κάπως έγινε η αρχή των δημόσιων εκθέσεων του χιτώνα ανά τους αιώνες και βεβαίως ξεκίνησε η ιστορική έρευνα για την αυθεντικότητά του.

Ο άρραφος χιτώνας των Τρεβήρων κατά την πρόσφατη έκθεσή του. 

Μια άλλη εκδοχή παραπέμπει στο κειμήλιο που κατά την παράδοση δώρισε η αυτοκράτειρα Ειρήνη στον Καρλομάγνο το έτος 800 και στη συνέχεια ο ηγεμόνας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το κληροδότησε στην κόρη του Θεοδράδα, ηγουμένη του Αρζεντέιγ, η οποία το φύλαξε στην εκκλησία των Βενεδικτίνων μοναχών. Στα 1793, πάντα σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, οι ιερείς από τον φόβο μην καταστραφεί το κειμήλιο κατά τη Γαλλική Επανάσταση έκοψαν τον χιτώνα σε κομμάτια, από τα οποία τέσσερα διασώζονται σήμερα, ένα εκ των οποίων στον σημερινό ναό του Αρζεντέιγ.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος επανίδρυσε την Τριρ και έχτισε πολλά κτήρια, μεταξύ των οποίων τα αυτοκρατορικά λουτρά και την ομώνυμη βασιλική. 

Πάντως και σε αυτή την περίπτωση οι ιστορικές αναφορές στο εν λόγω κειμήλιο είναι πιο ύστερες από τη χρονοσειρά που καθορίζει ο θρύλος, και πιο συγκεκριμένα από μια αναφορά του Αρχιεπισκόπου της Ρουέν στα 1156, όπου όμως το κειμήλιο περιγράφεται ως ο χιτώνας που φορούσε ο Ιησούς ως παιδί, τον οποίο του είχε ράψει η Παναγία και μάλιστα μεγάλωνε με θαυματουργό τρόπο όσο περνούσαν τα χρόνια ώστε να τον φοράει ο Χριστός, και όχι ο άρραφος της σταύρωσης. Αυτή δεν είναι φυσικά η μόνη από τις παραδόσεις που αφορά στο εν λόγω κειμήλιο, αφού κάθε εκκλησία που ισχυρίζεται ότι έχει ένα αυθεντικό τμήμα του χιτώνα του Χριστού έχει και την απαραίτητη τεκμηρίωση, πάντα στα πλαίσια του θρύλου που τον συνοδεύει ανά τους αιώνες.

Στη Βασιλική της Τριρ βρισκόταν η αίθουσα του θρόνου του Μεγάλου Κωνσταντίνου. 

Μεταξύ αυτών είναι εκείνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Γεωργίας, που “θέλει” τον χιτώνα να φτάνει στη Γεωργία από έναν Εβραίο με καταγωγή από τη Γεωργία, τον Ελιόζ, ο οποίος ήταν παρών στη σταύρωση και τον απέκτησε από έναν Ρωμαίο στρατιώτη.

Νόμισμα της Φλαβίας Ιουλίας Έλενας, μητέρας του Μεγάλου Κωσνταντίνου: Κοπή στους Τρεβήρους 325-326

Ο Ηλίας, όπως είναι το εξελληνισμένο όνομά του, μετέφερε το κειμήλιο στη γενέθλια πόλη του, τη Mtskheta της Γεωργίας, όπου έκτοτε εκτίθεται σε μια κρύπτη στον Πατριαρχικό Καθεδρικό Svetitskhoveli. Το κειμήλιο αποτέλεσε, δε, το σύμβολο του Βασιλείου της Γεωργίας, όπως αποκαλύπτεται σε εικονογραφήσεις των αρχών του 18ου αιώνα. Κομμάτια από αυτό τον χιτώνα μετά από διάφορες ιστορικές περιπέτειες έφτασαν σε διάφορα μέρη της Ρωσίας, όπως στον καθεδρικό του χειμερινού ανακτόρου της Αγίας Πετρούπολης και στον Ναό των Αγίου Πέτρου και Παύλου, αλλά και στον καθεδρικό της Μόσχας, την Αγία Σοφία του Κιέβου και διάφορα μοναστήρια που ακόμα και σήμερα εκθέτουν τα κειμήλια σε διάφορες περιστάσεις. Πολλές ακόμα εκκλησίες σε ολόκληρη την Ευρώπη, είτε στην Ορθόδοξη είτε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, εκθέτουν τεμάχια τού θεωρούμενου ως αυθεντικού άρραφου χιτώνα του Ιησού, όμως εκείνος των Τρεβήρων είναι ο σημαντικότερος και ιστορικά ο πιο καλά τεκμηριωμένος, χωρίς αυτό βεβαίως να επιβεβαιώνει την αυθεντικότητά του. Ήδη από τον 19ο αιώνα εκφράστηκαν αμφιβολίες, με κάποιους να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μεταξωτό βυζαντινό ύφασμα του 5ου ή 6ου αιώνα ή για μεταγενέστερο ύφασμα των μεσαιωνικών χρόνων.

Στα 1890 μια επιτροπή που συστάθηκε συμπέρανε ότι πρόκειται για ένδυμα και όχι για υφασμάτινη θήκη, και ότι έχει πυκνή πλέξη από λείο βαμβακερό ή λινό ύφασμα καστανού χρώματος. Στο εσωτερικό του βρέθηκε μάλιστα ένα καλοδιατηρημένο κομμάτι μονοκόμματου μεταξωτού υφάσματος. Από αυτό, αλλά και από μπαλώματα από μετάξι με σχέδια πτηνών σε κόκκινο και κίτρινο χρώμα, προκύπτει το συμπέρασμα ότι το ύφασμα επιδιορθώθηκε ενδεχομένως τους βυζαντινούς χρόνους ή επενδύθηκε για την προστασία του. Πάντως οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν είναι δυνατή η ραδιοχρονολόγηση του αρχικού σωζόμενου υφάσματος λόγω της κατάστασής του.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν είναι δυνατή η ραδιοχρονολόγηση του αρχικού σωζόμενου υφάσματος λόγω της κατάστασής του. 

Το κειμήλιο από το 1974, όταν ολοκληρώθηκε η αναστήλωση του καθεδρικού, φυλάσσεται σε ξύλινη λειψανοθήκη σε ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας και εκτίθεται ορισμένες μόνο ημέρες του χρόνου.

 

 

 

Σχόλια