Πολιτισμός

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Αναζητώντας την αλήθεια και την ουσία της Δημοκρατίας

Ποια είναι εκείνα τα βασικά χαρακτηριστικά που κάνουν τη δημοκρατία αυθεντική; Είναι σε θέση ο άνθρωπος να αναστοχαστεί πάνω σε αξίες που είναι σημαντικές για τον βίο του;

Η εφημερίδα “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με τον Ηλία Βαβούρα, ο οποίος είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συγγραφέας, προσπαθώντας να αναζητήσει την ουσία της δημοκρατίας, η οποία έχει έναν φιλοσοφικό πυρήνα, ο οποίος εδράζεται πάνω στις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας.

Ο Ηλίας Βαβούρας αξιοποιεί σε αυτήν την πρωτότυπη συνέντευξη τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους (και όχι μόνο), με στόχο να δημιουργήσει αναγνώστες που θα προβληματιστούν και θα αναστοχαστούν πάνω στη δημοκρατία και στον ίδιο τον άνθρωπο. Η συνέντευξη είναι αποκαλυπτική.

* Στις μέρες μας επικρατεί ένα παράδοξο που σχετίζεται με τη δημοκρατία. Θεωρείται πως είναι η ιδανικότερη μορφή διακυβέρνησης, αλλά αμφισβητείται από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Για ποιο λόγο πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό;

«Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε σ' αυτό το πολύ ενδιαφέρον ερώτημα με μερικές εποικοδομητικές παρατηρήσεις στιβαρών φιλοσοφικών μορφών, όπως ο Σωκράτης, ο Hobbes ή ο Καστοριάδης, επί της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι διαβουλεύσεις είναι λιγότερο επιτυχείς σε μεγάλες δημοκρατικές συνελεύσεις απ’ ό,τι σε μικρότερα συμβούλια. Ένας από τους οποίους είναι ότι για να δίνουμε σωστές συμβουλές για όλες τις υποθέσεις που συμβάλλουν στη διατήρηση μιας κοινοπολιτείας πρέπει όχι μόνο να κατανοούμε τα πράγματα στην πατρίδα μας, αλλά και τις εξωτερικές υποθέσεις. Επειδή, λοιπόν, σε μια μεγάλη συνέλευση πολύ λίγοι τα κατανοούν αυτά τα πράγματα, ως επί το πλείστον άπειροι (αυτό λέει ο Hobbes, και όχι ανίκανοι), τι άλλο μπορεί να προσφέρει αυτός ο μεγάλος αριθμός συμβούλων με τις αμόρφωτες γνώμες τους στα καλά συμβούλια, παρά μόνο εμπόδια και παρεμποδίσεις (Hobbes); Εδώ εδράζεται και η σωκρατική-πλατωνική άποψη, ότι η πολιτική είναι επιστήμη και πρέπει να ασκείται μόνο από ειδικούς-πολιτικούς επιστήμονες, οι οποίοι υπό τη γνώση της ουσίας και του σκοπού του ανθρώπου θα διευθετούν τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα.

Άλλος ένας λόγος για τον οποίο μια μεγάλη δημοκρατική συνέλευση δεν είναι τόσο κατάλληλη για συσκέψεις είναι επειδή ο κάθε ένας που προσφέρει τη γνώμη του το θεωρεί αναγκαίο να εμφανίζονται το καλό και το κακό, το ωφέλιμο και το ζημιογόνο, το έντιμο και το ανέντιμο περισσότερο ή λιγότερο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, και να κάνει να εμφανίζεται δίκαιο αυτό που είναι άδικο, όπως καλύτερα εξυπηρετεί τον σκοπό αυτού που μιλάει. Ο σκοπός της δημοκρατικής ευγλωττίας (όπως μας διδάσκουν όλοι οι δάσκαλοι της ρητορικής) δεν είναι η αλήθεια (εκτός και αν είναι τυχαίο) αλλά η νίκη, της οποίας το χαρακτηριστικό δεν είναι η ενημέρωση, αλλά η σαγήνη (Hobbes). Η ρητορική είναι “πίστις ἄνευ τοῦ εἰδέναι” (Πλάτ. Γοργ. 454e): η ρητορική είναι δημιουργός πειθούς, η οποία παρέχει πίστη άνευ γνώσεως για μείζονα θέματα.

Ο τρίτος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι δίνουν λιγότερο επιτυχείς συμβουλές σε μια μεγάλη συνέλευση είναι επειδή έτσι από τις κομματικές παρατάξεις δημιουργούνται φατρίες σε μια κοινοπολιτεία, και από τις φατρίες διχασμοί και εμφύλιος πόλεμος. Αλλά όταν ένα κόμμα, δηλαδή μια δυνάμει ή ενεργεία φατρία είναι κατώτερη σε ψήφους, αλλά ανώτερη ή όχι πολύ κατώτερη σε ισχύ, τότε αυτά που δεν μπορούν να αποκτήσουν με δεξιοτεχνία και με τη γλώσσα επιχειρούν να τα αποκτήσουν με τη δύναμη των όπλων, και έτσι φτάνουμε σε εμφύλιο πόλεμο (Hobbes). Συνεπάγεται, επομένως, ότι όταν η νομοθετική δύναμη βρίσκεται στα χέρια τέτοιων συνελεύσεων, όπως αυτές, τότε οι νόμοι αναγκαστικά είναι ασταθείς και αλλάζουν, όχι σύμφωνα με τις μεταβολές των κρατικών υποθέσεων, ούτε σύμφωνα με τη μεταβλητότητα των απόψεων των ανθρώπων, αλλά ανάλογα με ποιο κόμμα θα βρίσκεται στην πλειοψηφία σε κάθε συνέλευση. Επομένως, οι νόμοι ταλαντεύονται σαν να βρίσκονταν πάνω σε νερά (Hobbes)».

Ένας κυβερνήτης έχει επιτελέσει πλήρως το πολιτικό καθήκον του όταν - έκτος από τους θεμελιώδεις φυσικούς νόμους της αυτοσυντήρησης και της ασφάλειας - έχει προσπαθήσει επιμελώς με ευεργετικά νομικά θεσπίσματα να εδραιώσει την ευημερία της πλειονότητας των υπηκόων και να την καταστήσει όσο πιο διαρκή γίνεται

* Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που κάνουν τη δημοκρατία γνήσια και αληθινή;

«Για τον Καστοριάδη, η άριστη δημοκρατική συνθήκη ισοδυναμεί με την άμεση - και όχι δι' αντιπροσώπων - δημοκρατία, δηλαδή με αυτοθέσμιση, με αυτονομία, με μια πολιτική πράξη που δημιουργεί και θέτει η ίδια τους δικούς της νόμους και θεσμούς, αποκτώντας οντότητα στη συνεχή πορεία από τη γένεση στη φθορά των πάντων. Το ισχυρότερο ιστορικό παράδειγμα, σύμφωνα με τον Καστοριάδη - όχι ως παράδειγμα/πρότυπο απόλυτης μεταφοράς του στο τώρα, αλλά ως παραδειγματική ενεργητική έκφραση/έμπνευση της αυτοθέσμισης και της αυτονομίας - είναι η αθηναϊκή δημοκρατία, η οποία αυτοκαθόριζε συλλογικά/δημοκρατικά/πλειοψηφικά τον εαυτό της και τον σκοπό της, δημιουργώντας η ίδια τους νόμους της, αλλά ταυτόχρονα είχε και τη δυνατότητα να αυτοελέγχεται, να θέτει η ίδια το μέτρο της ύπαρξής της μέσω των ελεγκτικών και δικαστικών λειτουργιών του πολιτεύματος.

Η καστοριαδική ερμηνεία και κατανόηση των πολιτικών συνθηκών θέτει τον άνθρωπο ως μέτρο όλων των πραγμάτων. Όπως ακριβώς και ο σοφιστής Πρωταγόρας, ο Καστοριάδης αποφαίνεται “πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον εἶναι͵ τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστι͵ τῶν δὲ μὴ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν”: Ο άνθρωπος αποτελεί το μέτρο της ύπαρξής του, ο ανθρώπινος πολιτισμός συνιστά την αρχή και το τέλος όλων των πραγμάτων, έξω από τον πολιτισμό επικρατεί το ανθρωπολογικό και κοσμικό χάος. Για τον Καστοριάδη μέτρο είναι η ανθρώπινη πολιτικά δομημένη κοινότητα που αυτοθεσμίζει την ύπαρξή της και τον σκοπό της και ελέγχει εμπειρικά την ορθότητα ή την αποτυχία των αποφάσεων και ενεργειών της».

* Διαφέρει ο πολιτικός ανήρ του Αριστοτέλη από τους σύγχρονους πολιτικούς;

«Για τον Αριστοτέλη “Η δε φρόνησις άρχοντος ίδιος αρετή μόνη. Τας γαρ άλλας έοικεν αναγκαίον είναι κοινάς και των αρχομένων και των αρχόντων, αρχομένου δε γε ουκ έστιν αρετή φρόνησις, αλλά δόξα αληθής”: Η διανοητική αρετή της φρόνησης ως δομικός καταλύτης της γνώσης και της άσκησης της πολιτικής επιστήμης είναι κτήμα μόνο του ανώτερου πολιτικού ανδρός, που είναι πολιτικός κυβερνήτης κατά τις αρχές του φυσικού δικαίου.

Οι αρχόμενοι δεν είναι κτήτορες της φρόνησης αλλά συμμετέχουν σ’ αυτήν μέσω της συναινετικής ή εξαναγκαστικής συνομολογίας τους στις νομικές διατάξεις, που δεν είναι ενεργητικοί φορείς της φρόνησης, αλλά αντανάκλαση της ανώτατης κυβερνητικής φρόνησης ως δόξα αληθής. Η αληθής δόξα δεν αποτελεί πολιτική επιστήμη που δύναται να αποδείξει ορθολογικά τις αρχές της και να κατευθύνει απαρέγκλιτα τη βούληση της Πολιτείας προς τον αγαθό ανθρώπινο σκοπό της ευδαιμονίας, αλλά δήλωση πίστης άνευ λόγου στο προς ευδαιμονία πολιτικό εγχείρημα της κυβερνώσας φρονήσεως.

Αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά της έννοιας πολίτης από την έννοια πολιτικός ανήρ. “Πολίτης δ' ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς, ἡ δὲ φρόνησις ἄρχοντος ἴδιος ἀρετὴ μόνη”: Ο αληθινός πολιτικός άνδρας διαφέρει από τον κοινό πολίτη όσον αφορά την αρετή της φρόνησης, που έτσι καθίσταται το ειδοποιό γνώρισμα του πολιτικού ανδρός.

Ο φρόνιμος αληθινός πολιτικός άνδρας ορίζει επιστημονικά-ορθολογικά τους κανόνες της πολιτικής αρετής, στους οποίους οι κοινοί πολίτες εθίζονται προαιρετικά μέσω της υπακοής τους στις νομικές διατάξεις, μέσω του ομοιότροπου εθισμού τους στην αληθή πολιτική δόξα, που δεν αποτελεί έλλογη φρόνηση, αλλά μιμητική αντανάκλασή της.

Η διαφορά με τους σύγχρονους πολιτικούς είναι εμφανέστατη τόσο όσον αφορά στην αρετή της φρόνησης, την οποία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ασφαλώς δεν κατέχουν, όσο και στη συμμετοχή τους στην άσκηση της δικαστικής και της κυβερνητικής εξουσίας, η οποία δεν είναι η αρμόζουσα. Βέβαια, εδώ ο Αριστοτέλης μάς λέει εκ προοιμίου δεν είμαστε πολίτες με την πλήρη σημασία του όρου, εφόσον δε μετέχουμε άμεσα “κρίσεως καὶ ἀρχῆς”, αλλά δι’ αντιπροσώπων».

* Η οικονομική κρίση έβαλε όρια στην ελευθερία του ανθρώπου;

«Στο “De Cive” (Κεφ. 13. 6) ο Hobbes οριοθετεί τα καθήκοντα του φορέα κυριαρχίας επί των υπηκόων του: 1) Να διαθέτουν υπεράσπιση απέναντι σε ξένους εχθρούς (εξωτερική ασφάλεια). 2) Να διατηρείται η εσωτερική ειρήνη (εσωτερική ασφάλεια). 3) Να πλουτίσουν στο μέτρο του συμβατού με τη δημόσια ασφάλεια (ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα, εργασία, ιδιοκτησία). 4) Να απολαμβάνουν ακίνδυνη ελευθερία (αυτοσυντήρηση).

Είναι εξαιρετικά σημαντικό για την πολιτική φιλοσοφία του Hobbes, αλλά και για την πολιτική φιλοσοφία εν γένει το ότι στο “De Cive” (Κεφ 13. 3) ο Hobbes θέτει ως στόχο της πολιτικής αρχής, εκτός από την αυτοσυντήρηση και την ασφάλεια των υπηκόων - που την προασπίζει με κάθε νομική και εξουσιαστική αυστηρότητα - την ευημερία της πλειονότητας των υπηκόων. Ένας κυβερνήτης έχει επιτελέσει πλήρως το πολιτικό καθήκον του, όταν - έκτος από τους θεμελιώδεις φυσικούς νόμους της αυτοσυντήρησης και της ασφάλειας - έχει προσπαθήσει επιμελώς με ευεργετικά νομικά θεσπίσματα να εδραιώσει την ευημερία της πλειονότητας των υπηκόων και να την καταστήσει όσο πιο διαρκή γίνεται, και προσπάθησε επίσης να μην υποφέρει κανένας άνθρωπος, παρά μόνο από δική του υπαιτιότητα (του υπηκόου) ή από κάποια περίσταση που δε θα μπορούσε να προληφθεί. Συνεπώς ο κυβερνήτης, εκτός από το ζην, είναι υποχρεωμένος να φροντίζει, μέσω νομικών θεσπίσεων, και για το ευ ζην των υπηκόων του.

Ακολούθως, επειδή η ευτυχία των υπηκόων βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την οικονομική τους κατάσταση, ο Hobbes κατατάσσει στα καθήκοντα του κυριάρχου την εξασφάλιση από την πλευρά του όλων εκείνων των παραγόντων που αποτελούν τις προϋποθέσεις του πλουτισμού και κατ’ επέκταση της ευδαιμονίας των υπηκόων: α) η εργασία (δημιουργία προϋποθέσεων εργασίας των υπηκόων), β) η οικονομία (προσπάθειες ανάπτυξης της κρατικής οικονομίας), γ) φυσικά προϊόντα της γης και του νερού (ελεύθερη πρόσβαση των υπηκόων σ’ αυτά) και δ) ο πόλεμος (επεκτατική πολεμική επιχείρηση, όταν η οικονομική ανάπτυξη περιορίζεται ασφυκτικά εντός των κρατικών ορίων). Σ’ όλες αυτές τις προϋποθέσεις ευδαιμονίας των υπηκόων έρχεται να προστεθεί και η ισότητα όλων των υπηκόων στην αναλογία επιβαρύνσεων και ωφελειών στο πλαίσιο της οικονομικής λειτουργίας του κράτους. Άρα, ναι η οικονομική κρίση σ' ένα σύγχρονο κράτος έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ελευθερία-ευημερία του ανθρώπου».

Ο Ηλίας Βαβούρας

ΠΟΙΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΤΟ ΨΕΜΑ

«Φιλοσοφία και δογματισμός είναι έννοιες αντίθετες»

* Πιστεύετε πως οι εποχές μας είναι οι κατάλληλες ώστε ο άνθρωπος να αναστοχαστεί πάνω σε βασικές αξίες της ζωής του;
 
«Το φιλοσοφεῖν, η διά της απορίας αναζήτηση της αλήθειας, κατέχει οδηγητικό ρόλο στη θεμελίωση των ανθρωπίνων πορισμάτων. Ο φιλοσοφικός νους, με κύριο όπλο του τον εμπνευσμένο στοχασμό και τον ορθό λόγο, εποπτεύει τα φαινόμενα αλλά και τα αφανή, επιχειρεί να προβεί σε μια ικανοποιητική ερμηνεία τους, ικανοποιώντας “μάλα γὰρ φιλοσόφου τοῦτο τὸ πάθος, τὸ Θαυμάζειν οὐ γὰρ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ αὕτη” (Πλάτ. Θεαίτ. 155d).

Πάντοτε όμως στην πορεία αυτής της διερεύνησης ορθώνονται απορητικές δυσχέρειες, που αναμένουν την υπέρβασή τους. Η υπέρβαση της απορητικής δυσχέρειας δεν επέρχεται υπό τη διατύπωση ενός ακλόνητου μονοδιάστατου δόγματος που αυτοπροσδιορίζεται ως θεματοφύλακας του αληθινού. Φιλοσοφία και δογματισμός είναι έννοιες αντίθετες. Η φιλοσοφία επιχειρεί μέσω ενός γόνιμου επιστημονικά δομημένου διαλόγου να συμβάλει στην πρόοδο της ανθρώπινης κατάστασης. Και ως πρόοδος, ως εξέλιξη - με τη φιλοσοφική διάσταση του όρου - θεωρείται η δυναμική γνώση της ανθρώπινης φύσης και του περιβάλλοντος στο οποίο αυτή αναπτύσσεται και η αρμονική ανάπτυξη και τελείωση του ανθρώπου εντός της φυσικής-κοσμικής ή κοινωνικής-πολιτικής υποδοχής. Τη στόχευση αυτή υπηρετεί κάθε ορθολογικός φιλοσοφικός στοχασμός και αναζήτηση από τα αρχαία χρόνια, τον Διαφωτισμό και την Αναγέννηση ως τη μεταμοντέρνα σύγχρονη εποχή.

Άρα η φιλοσοφία αποτελεί την απαραίτητη ώθηση στη σκέψη των καιρών μας, που υπό το ηδύληπτο άσμα των τεχνοκρατικών σύγχρονων “Σειρήνων” τελεί υπό νάρκωση. Ας κάνουμε λοιπόν πράξη τη σωκρατική παραίνεση του “χρήναι πάντας ημάς φιλονείκως έχειν πρός το ειδέναι το αληθές τί έστι περί ών λέγομεν και τί ψεύδος” (Πλάτ. Γοργ. 505e): Όλοι μας είναι αναγκαίο να δώσουμε πρόθυμα αυτή τη διαλεκτική μάχη για να διακριβώσουμε με σαφήνεια ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα σχετικά με όσα συζητούμε».

Σχόλια