Πολιτισμός

Γιάννης Καλπούζος: «Προχωράμε ως χώρα με το βλέποντας και κάνοντας»

Συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα ξεδιπλώνονται, με φόντο τον έρωτα του Ζώτου και της Χαβαή, στις σελίδες του νέου μυθιστορήματος του γνωστού συγγραφέα Γιάννη Καλπούζου, με τίτλο “Γινάτι, Ο σοφός της λίμνης”.

Ο αναγνώστης μεταφέρεται στα Ιωάννινα στις αρχές του 20ού αιώνα, στη δύσκολη καθημερινότητα, τη συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων, τον διχασμό των Ελλήνων σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς, και γίνεται συνταξιδιώτης των ηρώων με φόντο την άγρια ομορφιά της λίμνης των Ιωαννίνων.

Ο Γιάννης Καλπούζος, με αφορμή την παρουσίαση του νέου του βιβλίου, βρέθηκε πριν από λίγες μέρες στην Κρήτη και μίλησε στην εφημερίδα “Νέα Κρήτη” για το γινάτι... και πώς αυτό καθορίζει τη ζωή μας, την ιστορία από την οποία αρνούμαστε... να διδαχτούμε, την ταυτότητα του Έλληνα, αλλά και το μέλλον του βιβλίου στη χώρα.

* Κύριε Καλπούζο, τι θα διαβάσει ο αναγνώστης που θα πάρει στα χέρια του το νέο σας βιβλίο;

«Η μυθοπλασία του διαδραματίζεται από το 1917 μέχρι το 1929, με επίκεντρο τα Γιάννενα και γύρω από την τρικυμιώδη ερωτική σχέση του Ζώτου και της Τουρκογιαννιώτισσας Χαβαή. Η θρησκεία, η φυλή, η οικογένεια, ο κοινωνικός περίγυρος, ένας φόνος, μια αυτοκτονία, τα προβλήματα του βιοπορισμού, όσα φημολογούνται για τη γέννηση του Ζώτου, ο φόβος μιας βεντέτας, ραδιουργίες, συκοφαντίες και πολλά άλλα υψώνουν διαρκώς εμπόδια, ενώ έρχονται και κάποια ανομολόγητα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη Μικρά Ασία να ξεσηκώσουν θύελλες. Ο Ζώτος και η Χαβαή καλούνται να υψώσουν το ανάστημά τους και να ακολουθήσουν τα “θέλω” τους. Θα το πετύχουν;

Οι δύο πρωταγωνιστές πλαισιώνονται από πλειάδα δευτεραγωνιστών: τον σιορ Δονάτο, έναν αινιγματικό βαρκάρη που λέει σοφές ορμήνιες, παρότι κρύβει τους δικούς του καημούς και τις αμαρτίες, τον τυχοδιώχτη παπα-Λέρα, που υπερηφανεύεται ότι εκδύει τις γυναίκες από τα αμαρτήματα και από τα εσώρουχα, τον λούστρο Εβραίο Γιάκο, τον Βιργίλη, Βλάχος στην καταγωγή, έναν σατανικό κομπογιαννίτη εμπειρικό γιατρό και άλλοι, μεταξύ των οποίων σε κεντρικό ρόλο μια γυναίκα-αράχνη με μάτια ωσάν σε κατάνυξη προσευχής και με φλεγόμενους δαίμονες εντός τους.

Στο υπόστρωμα της πλοκής αναπαριστάνονται η καθημερινή ζωή, η τοπιογραφία και η ανθρωπογεωγραφία, ξεδιπλώνονται τα συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα της εποχής, ενώ θέση έχουν η προσφυγιά Μικρασιατών και Ποντίων, η φοβερή μάστιγα της ληστοκρατίας στην Ήπειρο, ο διχασμός των Ελλήνων σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς, οι εργασίες για την εξόρυξη πετρελαίου στη Δραγοψά και η ανταλλαγή πληθυσμών, όπου εντάσσονται και οι Τουρκογιαννιώτες».

* Πως ένα “γινάτι” μπορεί να καθορίσει τη ζωή μας;

«Με πάμπολλους τρόπους. Το γινάτι έχει δυο δρόμους, σαν την αρετή και την κακία. Από τη μια το μίσος, ο θυμός, η εκδικητικότητα, η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός, η έπαρση, η ξεροκεφαλιά και τόσα άλλα. Όλα μπορούν να μας βλάψουν ή να μας καταστρέψουν ή να μας αποπροσανατολίσουν από τον δρόμο όπου βρίσκονται οι καλές πεθυμιές. Από την αντίπερα όχθη υπάρχει το δημιουργικό γινάτι, το γόνιμο πείσμα. Όταν θέτεις στόχους και αγωνίζεσαι να τους κατακτήσεις. Όταν παλεύεις να μη σου τσαλαπατούν την αξιοπρέπεια και το φιλότιμο».

* Οι ιστορικές αναφορές και σε αυτό το βιβλίο σας είναι πλούσιες. Έχουμε διδαχθεί από την Ιστορία;

«Δυστυχώς ελάχιστα. Ακόμη προχωράμε ως χώρα ή και ως πολίτες με το βλέποντας και κάνοντας, χωρίς να σχεδιάζουμε σοβαρά και μακρόχρονα σχέδια και να πασχίζουμε να τα υλοποιήσουμε. Πέραν αυτού, ούτε πλείστα όσα μυθεύματα αποσείσαμε, ούτε τις παθογένειες που μας διακρίνουν πολεμήσαμε. Όμως, για να διδαχθεί κανείς από την Ιστορία, πρέπει αφενός να τη γνωρίζει, αφετέρου να την αναλύσει σε βάθος, χωρίς προκαταλήψεις και αγκυλώσεις. Έχω την άποψη ότι τίποτε από τας δύο δε συμβαίνει, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την πλειονότητα των συμπατριωτών μας».

* Χριστιανοί, μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Πόντιοι, προσφυγιά, πόνος... Το βιβλίο διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα, ωστόσο οι ομοιότητες με το σήμερα είναι πολλές...

«Όπως το λέτε είναι. Άλλωστε, αυτός είναι και ο στόχος του βιβλίου ως κοινωνικό μυθιστόρημα με φόντο την Ιστορία. Ερευνώντας ή κατά τη διάρκεια της γραφής αισθανόμουν συχνότατα ότι όσα διαδραματίζονται συμβαίνουν σε τωρινό χρόνο. Από την τότε τρόικα των ξένων δανειστών έως το προσφυγικό κύμα, από κινήματα που προσομοιάζουν με το “Δεν πληρώνω”, μέχρι τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες σε πάρα πολλά ζητήματα».

* Η υπόθεση του βιβλίου σας ξετυλίγεται στα Γιάννενα με φόντο την άγρια ομορφιά της λίμνης. Γιατί επιλέξατε αυτήν την πόλη;

«Η περιοχή των Ιωαννίνων και η χρονική περίοδος από το 1917 μέχρι το 1929 προσφερόταν να αναπτύξω τα θέματα που με απασχολούν στο συγκεκριμένο βιβλίο. Για παράδειγμα, η συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων μετά το 1913, όταν αλλάζουν οι ρόλοι εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, η ταυτότητα του Έλληνα μέσα από το υπάρχον πολυφυλετικό περιβάλλον και όσων προσφύγων καταλήγουν εκεί μετά το 1922, καθώς και το ποικιλόμορφο γινάτι που χαρακτηρίζει τους Ηπειρώτες, αλλά και τους Έλληνες γενικότερα».

«Το σήμερα έχει τις πηγές του στο χθες»

«Ζω πολλές ζωές από την περιπλάνησή μου σε αλλοτινούς καιρούς»

* Δεν είναι η πρώτη φορά που καταγίνεστε με τη συγγραφή ενός ιστορικού μυθιστορήματος. Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει και σας κάνει να ασχολείστε με την Ιστορία;

«Νιώθω ότι ζω πολλές ζωές μέσα από την περιπλάνησή μου σε αλλοτινούς καιρούς. Όμως συγχρόνως ανακαλύπτω και από τι έχουμε κτιστεί, είτε αυτό αφορά νοοτροπίες και συμπεριφορές, είτε αρετές, ελαττώματα και παθογένειες. Στρέφοντας την προσοχή μου στο παρελθόν, μαθαίνω και οπλίζομαι. Το σήμερα έχει τις πηγές του στο χθες και σκύβω εκεί να πιω νερό για να ξεδιψάσω νου και ψυχή».

* Εσείς - ως αναγνώστης - τι βιβλία προτιμάτε να διαβάζετε;

«Κυρίως ποίηση, κοινωνικά μυθιστορήματα, διηγήματα και φιλοσοφικά κείμενα. Όμως και κάθε άλλο καλό βιβλίο. Η ανάγνωση είναι απόλαυση και θησαυροφυλάκιο γνώσεων».

* Το βιβλίο σήμερα πόσο έχει επηρεαστεί από την κρίση;

«Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα περιόρισε κατά πολύ τις πωλήσεις, με αποτέλεσμα να κλείσουν ή να μαραθούν εκδοτικοί οίκοι και βιβλιοπωλεία και να χάσουν πολλοί άνθρωποι τη δουλειά τους. Ωστόσο, η αναγνωσιμότητα, μέσω των δανεισμών, μάλλον αυξήθηκε».

Σχόλια