Οικονομία Ελλάδα

Μανόλης Σταυρακάκης για την αναμπέλωση: «Ποτέ δεν είναι αργά» - Ποιο το μέλλον της σουλτανίνας

Η ταυτότητα και η κλιματική αλλαγή

Ο ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Μανόλης Σταυρακάκης καταθέτει στη “Νέα Κρήτη” τις προτάσεις του για τη διάσωση του κρητικού αμπελώνα

Τη δημιουργία ενός Κεντρικού Φορέα Διαχείρισης του Κρητικού Αμπελώνα, με όποια μορφή κριθεί πιο πρόσφορη, για να αναλάβει την άμεση υλοποίηση της αναμπέλωσης του κρητικού αμπελώνα, προτείνει - μέσω της εφημερίδας «Ν.Κ.» - θεωρώντας τον γενικό γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης Σταύρο Αρναουτάκη ως αρμόδιο να προχωρήσει στη διαδικασία αυτή, ο ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Μανόλης N. Σταυρακάκης. Κατά τη άποψή του δεν υπάρχει λόγος αλλά και χρόνος για νέες μελέτες.

Με ένα συντονιστικό επιστημονικό συμβούλιο είναι δυνατόν πολύ γρήγορα να αξιοποιηθούν όλες οι τεκμηριωμένες προτάσεις που περιλαμβάνονται σε όλες τις μελέτες που εκπονήθηκαν από τη δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα, υποστηρίζει ο γνωστός επιστήμονας, με την επισήμανση ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένας επιπλέον σημαντικός παράγοντας, αυτός της κλιματική αλλαγής.

Σε αποκαλυπτικές δηλώσεις του στη “Νέα Κρήτη”, ο Μανόλης Σταυρακάκης, που με απόφαση και έκκληση του πρώην νομάρχη Ηρακλείου Δημήτρη Σαρρή ήταν επικεφαλής της ομάδας για να δημιουργηθεί και να παραδοθεί η “Μελέτη Σταυρακάκη” το 2006 (πριν την τελευταία μελέτη του ΤΕΙ Κρήτης), τονίζει ότι «η αναμπέλωση είναι μια συνεχής διαδικασία που επαναλαμβάνεται, ανάλογα με την ποικιλία, την αμπελουργική περιοχή και τις ασθένειες, κατά μέσο όρο κάθε 30 χρόνια (σε σχέση με τα αυτόρριζα αμπέλια που η παραγωγική τους ζωή έφτανε τα 60 χρόνια).

Αυτό σημαίνει ότι τα αμπέλια που φυτεύτηκαν τη δεκαετία του 1980 βρίσκονται στο τέλος της παραγωγικής ζωής, άρα πρέπει να αναμπελωθούν, και μάλιστα με ρυθμό που εκτιμάται ότι θα κυμανθεί στα 4-5 χιλιάδες στρέμματα ετησίως. Και αυτή τη φορά θα πρέπει να υλοποιηθεί ένα συγκροτημένο πρόγραμμα αναμπέλωσης. Αυτό σημαίνει ότι το συντονιστικό επιστημονικό συμβούλιο θα πρέπει να δώσει σύντομα κατευθύνσεις για τη μορφή και τη δομή ενός σύγχρονου παραγωγικού αμπελώνα. Και βέβαια κυρίαρχο είναι το θέμα της επιλογής της ποικιλίας στις νέες συνθήκες στις συγκεκριμένες περιοχές (ποικιλιακή αναδιάρθρωσή εντός της ζώνης ή και επαναπροσδιορισμός των αμπελουργικών ζωνών)».

Η ταυτότητα

Στο σημείο αυτό ο κ. Σταυρακάκης λέει χαρακτηριστικά: «Εδώ έχουμε δύο σημαντικά θέματα... Το πρώτο αφορά την ταυτότητα των κρητικών ποικιλιών. Από τη φύση τους οι ποικιλίες είναι πολυκλωνικές, προέρχονται δηλαδή από περισσότερα τού ενός μητρικά φυτά και παρουσιάζουν μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφορές στους μορφολογικούς, φυσιολογικούς και παραγωγικούς χαρακτήρες. Είναι επομένως απαραίτητο να προσδιοριστεί αμπελογραφικά και γενετικά το αντιπροσωπευτικό μεσοτυπικό δείγμα κάθε ποικιλίας, ο βιότυπος δηλαδή που κυριαρχεί στους αμπελώνες. Και στην ταυτότητα αυτή να βασιστεί η παραγωγή του πολλαπλασιαστικού υλικού. Για παράδειγμα, το Βιδιανό μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν ελάχιστα γνωστό. Αυτό δικαιολογεί εν μέρει και τη σύγχυση που υπήρχε (και πιθανόν ακόμη υπάρχει) με το Θραψαθήρι ή και τη Βιλάνα, πολύ παλιές και ποιοτικές ποικιλίες με αρωματώδη χαρακτήρα (ίσως εδώ να οφείλεται και ένα ποσοστό της σύγχυσης). Η ταυτοποίηση των ποικιλιών είναι η απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του όποιου προγράμματος αναμπέλωσης, ιδιαίτερα ενόψει των επιπτώσεων της αύξησης της θερμοκρασίας, στο πλαίσιο της πιθανολογούμενης ή αναμενόμενης κλιματικής αλλαγής».

Η κλιματική αλλαγή

Σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Μανόλη Σταυρακάκη, «το δεύτερο θέμα είναι ακριβώς η διερεύνηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στον κρητικό αμπελώνα, που όπως έχουμε αναλυτικά παρουσιάσει στο Διεθνές Συμπόσιο στη Σαντορίνη, με θέμα “Κλιματική αλλαγή και μεσογειακός αμπελώνας” (2017), αναμένεται να είναι και θετικές και αρνητικές, με τις δεύτερες μάλλον σε μεγαλύτερη ένταση, κυρίως από την αύξηση της μέσης ημερήσιας θερμοκρασίας, και ανεξάρτητα από το ύψος των βροχοπτώσεων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, στον κρητικό αμπελώνα, η μέση θερμοκρασία του αέρα την περίοδο 1990-2010 παρουσίασε άνοδο κατά 0,7-1,5οC σε σχέση με εκείνη της περιόδου 1970-1990 και, ανάλογα με την αμπελουργική περιοχή, σε ορισμένες περιπτώσεις πλησίασε τους 21οC, με αποτέλεσμα η εκβλάστηση των λανθανόντων οφθαλμών να γίνει 5-12 ημέρες νωρίτερα, ενώ η πλήρης ωρίμανση των σταφυλιών έγινε 7-12 ημέρες νωρίτερα, και σε αισθητά μεγαλύτερες τιμές της μέγιστης θερμοκρασίας, με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις στον αρωματικό και τον φαινολικό χαρακτήρα των σταφυλιών. Ασφαλώς όσοι αναλάβουν το έργο της αναμπέλωσης θα εκτιμήσουν, θα αξιολογήσουν και θα προσαρμόσουν όλα τα δεδομένα από τον πολύ μεγάλο αριθμό ερευνητικών εργασιών που έχουν γίνει στις ευρωπαϊκές αμπελουργικές χώρες (ιδιαίτερα στη Γαλλία), αλλά και στην Ελλάδα, στο πλαίσιο των ευνοϊκών ή λιγότερο ευνοϊκών σεναρίων τόσο της διεπιστημονικής Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) στην Ελλάδα, όσο και της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC).

Από παρατηρήσεις των τελευταίων χρόνων στον αμπελώνα του Ηρακλείου, διαπιστώσαμε ότι πράγματι στην ποικιλία Σοβινιόν Μπλαν (Sauvignon blanc) παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του ποικιλιακού αρωματικού δυναμικού στις πολύ υψηλές θερμοκρασίες, κάτι βέβαια που οι Γάλλοι ερευνητές είχαν εντοπίσει σε ορισμένες περιοχές του γαλλικού αμπελώνα από τα τέλη της δεκαετίας του 2010, όταν και πρότειναν τη “μεταφορά” της ποικιλίας σε βορειότερα αμπελουργικά διαμερίσματα, πρόταση που ήδη έχει αρχίσει να υλοποιείται.

Αντίθετα το Βιδιανό διατήρησε στις ίδιες εδαφοκλιματικές και καλλιεργητικές συνθήκες το αρωματικό του δυναμικό, όμως και εδώ η μείωση ήταν σημαντική όταν καλλιεργούταν σε περιοχές με χαμηλό υψόμετρο. Πρακτικά αυτό σημαίνει πως οι λευκές κρητικές ποικιλίες θα συναντήσουν μεγαλύτερα προβλήματα προσαρμογής στις νέες κλιματικές συνθήκες σε σχέση με τις ερυθρές, ενώ θα ωφεληθούν οι επιτραπέζιες ποικιλίες (εξαιτίας του εμπλουτισμού της ατμόσφαιρας με διοξείδιο του άνθρακα), με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα υπάρχει νερό για πότισμα. Στο δυσμενές όμως σενάριο της κλιματικής αλλαγής ίσως κάποιες ποικιλίες του κρητικού αμπελώνα θα είναι δύσκολο να επιβιώσουν ή να παραγάγουν τους ποιοτικούς οίνους. Και τότε ίσως θυμηθούμε οι παλιότεροι τα “πάνω αμπέλια”, τους ορεινούς αμπελώνες που σιγά-σιγά εγκαταλείφτηκαν αφήνοντας κάποια κλήματα να αναρριχώνται σε άγρια μορφή πάνω στους δρύες».

Επομένως, σύμφωνα με τα βήματα και τις προτεραιότητες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, ο Μανόλης Σταυρακάκης τονίζει την ανάγκη «να αξιοποιηθεί το εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό της Κρήτης που ασχολείται με την αμπελουργία».

Πριν από κάθε ενέργεια, όμως, ο Μανόλης Σταυρακάκης αναφέρεται στην ανάγκη για τη σύσταση του κεντρικού συντονιστικού φορέα.

Η αναζήτηση των πόρων

Όπως λέει στο σημείο αυτό ο ομότιμος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, «η εξεύρεση πόρων για την αναμπέλωση είναι πρωταρχικής σημασίας και επιβάλλεται η αξιοποίηση κάθε πιθανής πηγής. Παραδείγματα υπάρχουν στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, και προτάσεις ρεαλιστικές. Για παράδειγμα, στα ελληνικά πανεπιστήμια ένα ποσοστό των ερευνητικών κονδυλίων πηγαίνει στον Ειδικό Λογαριασμό Έρευνας.

Αντίστοιχα με αντικείμενο τον κρητικό αμπελώνα δίδονται ερευνητικά προγράμματα και κονδύλια, ποσοστό των οποίων κατ’ αντιστοιχία θα πηγαίνει στον οργανισμό αναμπέλωσης. Αλλά προφανώς δεν αρκεί η χρηματοδότηση. Είναι αναγκαία η ιεράρχηση στόχων και ο έλεγχος της απόδοσης του κάθε μέτρου».

Και συνεχίζει λέγοντας: «Ένα μεγάλο πρόβλημα αποτελεί η απόκτηση γνήσιου, πιστοποιημένου πολλαπλασιαστικού υλικού των κρητικών ποικιλιών. Ασφαλώς στο στάδιο αυτό η δημιουργία φυτωριακής μονάδας στο πλαίσιο λειτουργίας του φορέα αναμπέλωσης είναι μάλλον ανέφικτη. Αυτό όμως που μπορεί και πρέπει να γίνει χωρίς ιδιαίτερα μεγάλο κόστος, μετά την ταυτοποίηση των κρητικών ποικιλιών, είναι η εγκατάσταση αμπελώνα (εμβολιοληψίας), ώστε να μην παρουσιαστεί ξανά ένα νέο Κοτσιφολιάτικο.

Είναι επίσης πρώτης προτεραιότητας στον σχεδιασμό του κρητικού αμπελώνα να καθοριστεί η κρίσιμη μάζα έκτασης για κάθε ποικιλία, ώστε να υπάρξει επαρκής παραγωγή ποικιλιακού (ή και πολυποικιλιακού) οίνου, σύμφωνα και με τις ανάγκες της αγοράς».

Ξεχασμένες ποικιλίες

Χαρακτηριστικά ο Μανόλης Σταυρακάκης θυμάται: «Τη δεκαετία του ’80, ο Γιάννης Μπουτάρης με ρώτησε για παλιές (ξεχασμένες) κρητικές ποικιλίες για να τις φυτέψει στο Σκαλάνι. Πρότεινα μεταξύ άλλων το Βιδιανό, το Λαδικινό, την Τσαρδάνα, το Ακουμινάτο, τον Ταχτά κ.ά. Κείνη την εποχή το να βρεις αμπέλια με Βιδιανό ήταν πολύ δύσκολο, και ο Γιάννης Κωνσταντάκης από τις Αρχάνες, ένας άριστος αμπελουργός και φίλος, κουράστηκε αρκετά ψάχνοντας στα ρεθεμνιώτικα αμπέλια για να βρει το τυπικό Βιδιανό, που φυτεύτηκε, αν θυμούμαι καλά, σε έκταση 7 στρεμμάτων στον χώρο που είναι σήμερα το οινοποιείο, στο Σκαλάνι. Τα σταφύλια οινοποιήθηκαν από τον οινολόγο Γιάννη Βογιατζή και το κρασί βραβεύτηκε στον πρώτο διεθνή διαγωνισμό της Θεσσαλονίκης. Αλλά οι ποσότητες ελάχιστες. Σήμερα το Βιδιανό καλλιεργείται σε 400-500 στρ. στον νομό Ηρακλείου, έκταση μικρή για να δώσει μια ποσότητα που θα καλύψει τις ανάγκες της αγοράς και να γίνει ευρύτερα γνωστό. Προσωπικά πιστεύω ότι η κρίσιμη έκταση για το Βιδιανό θα πρέπει να φτάσει στην επικείμενη αναμπέλωση τα 5.000 στρέμματα».

Ο Μανόλης Σταυρακάκης αναφέρεται ακόμη στην ποικιλία Ταχτά και στην έρευνα εντοπισμού αμπελιών στον νομό Ηρακλείου που είχε κάνει μαζί με τους αείμνηστους Μανόλη Γαβαλά και Στέλιο Αλεξάκη το 2011. «Ήταν η εποχή που μελετούσαμε τις ζημιές στα αμπέλια του νομού Ηρακλείου από τον περονόσπορο. Συζητούσαμε με τον Στέλιο για τις παλιές ξεχασμένες κρητικές ποικιλίες.

Προσωπικά θεωρούσα τις σταφίδες από τον Ταχτά (κουρουταχτά), τους “ελεμέδες” όπως έλεγαν οι παλιοί, πολύ γευστικές, με χαρακτηριστικό άρωμα, παρά τα μεγάλα κουκούτσια. Και στον νου μου ερχόταν τα αραιόρραγα, κίτρινα σταφύλια του Ταχτά στ’ αμπέλι στο χωριό. Θεωρώ ότι η ποικιλία είναι πολύ καλή και για κρασί. Με τη βοήθεια του Μανόλη (Γαβαλά) εντοπίσαμε ένα-δυο μικρά αμπέλια, αν θυμούμαι καλά στις Δαφνές, και ο Στέλιος έδωσε εντολή για τη συλλογή εμβολιοφόρων κληματίδων από τις κουρμούλες που είχαν αραιόρραργα σταφύλια. Και εγκατέστησε στον Άγιο Θωμά αμπελώνα με Ταχτά. Κάπως έτσι σώζονται οι παλιές, ξεχασμένες κρητικές ποικιλίες. Και το αναφέρω αυτό γιατί πιστεύω ότι στην αναμπέλωση, ενόψει της κλιματικής αλλαγής, ποικιλίες σαν τον Ταχτά έχουν θέση...». Στις δε δύσκολες κλιματικές συνθήκες, με αύξηση της μέσης θερμοκρασίας κατά 3 βαθμούς Κελσίου, ακόμη και η λευκή (και όχι μαύρη όπως από άγνοια αναφέρεται) ποικιλία Δερματάς, με μέτριους γλευκογραφικούς χαρακτήρες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί, σε συγκεκριμένες βέβαια περιπτώσεις.

Το μέλλον της σουλτανίνας

Τι λέει ο Μανόλης Σταυρακάκης, όμως, για το σταφύλι της ποικιλίας Σουλτανί και για την περίφημη Σουλτανίνα σταφίδα; Υπάρχουν προοπτικές; «Πιστεύω ότι ο Κρητικός αμπελουργός τη μεταπολεμική περίοδο συνδέθηκε στενά και βιωματικά με την ποικιλία.

Το Σουλτανί έχει μπει στο DNA του Ηρακλειώτη αμπελουργού, και ταυτόχρονα συνέβαλε σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη του και ολόκληρου του νομού. Για μένα η εισαγωγή της καλλιέργειας της Σουλτανίνας σηματοδοτεί μια σημαντική στροφή στην κρητική αμπελουργία από τον μεσοπόλεμο και μετά, που σε μεγάλο βαθμό αλλοίωσε τη διαχρονική εικόνα του κρητικού αμπελώνα με τη σταδιακή αντικατάσταση όχι μόνο των ποικιλιών που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή σταφίδων, όπως ο Ταχτάς, το Φωκιανό (γνωστό και ως Σοκιανό), και λιγότερο το Ραζακί, αλλά κυρίως των ποικιλιών οινοποιίας. Όμως η υπέρμετρη αύξηση των εκτάσεων δεν έγινε με κάποιο πρόγραμμα. Και, όπως γίνεται στις περιπτώσεις αυτές, η Σουλτανίνα φυτευόταν σε ακατάλληλες, εδαφικά και κλιματικά, περιοχές, με όλες τις συνακόλουθες επιπτώσεις στην ποσότητα και την ποιότητα των παραγόμενων σταφίδων. Έτσι, εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα με την αύξηση του κόστους παραγωγής, τις αναγκαίες επιδοτήσεις και τις τιμές ασφάλειας, που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο.

Αλλά για μένα η Σουλτανίνα δεν ήταν προτεραιότητα της κρητικής αμπελουργίας. Και συχνά γινόμουν δυσάρεστος, υποστηρίζοντας ήδη, από την εποχή που ο Παναγιώτης Τσακίρης ήταν πρόεδρος της ΚΣΟΣ, ότι αποτελεί έλλειψη προγραμματισμού ή ακόμη και παθογένεια το γεγονός ότι, στα 300.000 στρ. αμπελώνων στον νομό Ηρακλείου, τα 220.000 στρ. να είναι Σουλτανί. Μάλιστα, στην ημερίδα που είχαμε συνδιοργανώσει το Εργαστήριο Αμπελολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και η ΚΣΟΣ στο Ηράκλειο, είχα εισηγηθεί τμήμα των καλλιεργούμενων εκτάσεων να οδηγηθεί στην παραγωγή επιτραπέζιας σουλτανίνας. Και για ενίσχυση της επιχειρηματολογίας είχαμε προσκαλέσει παραγωγούς επιτραπέζιας σουλτανίνας από την Κορινθία να ενημερώσουν για την καλλιέργεια, τα (σημαντικά) έσοδα που είχαν από το σταφύλι και να κάνουν επίδειξη της χρήσης των φυτορμονών.

Οι αντιδράσεις των σουλτανοπαραγωγών στην πρότασή μου τότε ήταν επιεικώς αρνητικές. Για αυτό ξαφνιάστηκα το 2006 όταν έγινε αποδεκτή η πρόταση στο πλαίσιο της μελέτης “Μελέτη Αναμπέλωσης του κρητικού αμπελώνα - Τεχνικά και οικονομικά στοιχεία ενός ολοκληρωμένου προγράμματος (Ηράκλειο 2006)”, για τη δραστική μείωση των εκτάσεων της σουλτανίνας. Και τότε υπήρχε ακόμη χρόνος η μείωση να γίνει προγραμματισμένα. Σήμερα εκτιμώ - και όλοι πλέον συμφωνούμε - ότι η παραγωγή ποιοτικής σταφίδας Σουλτανίνας (Naturals και Soultanas) θα πρέπει να κυμανθεί το πολύ στις 10.000-15.000 τ. και να ενισχυθεί η παραγωγή της επιτραπέζιας Σουλτανίνας. Επαναλαμβάνω ότι θεωρώ τη Σουλτανίνα την ποιοτικότερη επιτραπέζια ποικιλία, πολύ υψηλής ποιότητας, που υπερτερεί όλων των νέων αγίγαρτων ποικιλιών, παρά τις καλλιεργητικές δυσκολίες και ιδιαιτερότητες. Κρίνω όμως σκόπιμο να ενημερώσω ότι τα τελευταία χρόνια έχει εισαχθεί ως Σουλτανίνα μια διαφορετική, ίσως συγγενής ποικιλία, αλλά πάντως όχι η τυπική Σουλτανίνα».

«Στηριζόμαστε στις γηγενείς ποικιλίες»

Απαντώντας σε σχετικό ερώτημά μας, ο Μανόλης Σταυρακάκης τονίζει κατηγορηματικά ότι το βάρος που ο ίδιος δίνει για να έρθει η αντίστροφη μέτρηση και να μπορέσει η Κρήτη να ανακτήσει το χαμένο έδαφός της στον τομέα της αμπελουργίας, δε θα μπορούσε να μην είναι στις γηγενείς ποικιλίες. «Θεωρώ ότι ο κρητικός αμπελώνας θα πρέπει να βασιστεί στις κρητικές ποικιλίες. Αυτό δε σημαίνει ότι είμαι αντίθετος στην εισαγωγή άλλων ποικιλιών ελληνικών ή ξένων. Αρκεί να γίνει τεκμηριωμένα και με πρόγραμμα, σε δοκιμαστικούς, συγκριτικούς αμπελώνες. Δεν έβλεπα τον λόγο γιατί θα ’πρεπε να καλλιεργηθεί η Sylvaner στη θέση της ποικιλίας Πλυτό, που συγκριτικά υπερτερεί σε ποιότητα, παραγωγικές και καλλιεργητικές ιδιότητες. Ήταν και είναι αιτία διαφωνίας με οινοποιούς, που αντιλαμβάνομαι βέβαια την επιθυμία τους να παράγουν ξεχωριστά κρασιά - άλλωστε τα χρήματά τους επενδύουν. Όμως είναι αναγκαίος ο σχεδιασμός με χρονικό ορίζοντα και η επιστημονική τεκμηρίωση. Ένας πολύ καλός αμπελουργός και φίλος από τους Κουνάβους με ρώτησε πέρυσι για την ποικιλία Μπεγλέρι, την οποία του σύστησαν ως μια “νέα” και καλή ποικιλία. Οι έρευνες που έχει πραγματοποιήσει η ερευνητική ομάδα του Εργαστηρίου Αμπελολογίας έχουν δείξει ότι είναι ίδια με το Θραψαθήρι. Χρειάζεται και το Μπεγλέρι στην Κρήτη; Πιστεύω ότι ο εμπλουτισμός του ποικιλιακού δυναμικού τού κρητικού αμπελώνα θα πρέπει να βασιστεί στην αξιοποίηση των γηγενών, των ξεχασμένων ποικιλιών, στην ανάδειξη των επιθυμητών κλώνων των πιο σημαντικών ποικιλιών και ακολούθως στην εισαγωγή άλλων ποικιλιών. Αυτή η μεθοδολογία και ιεράρχηση είναι - πιστεύω - η πλέον ορθή, άσχετα βέβαια πως η εφαρμογή της κλωνικής επιλογής είναι πολύ μακρινή υπόθεση. Γιατί αναγκαία προϋπόθεση για να εφαρμοστεί το όποιο πρωτόκολλο κλωνικής επιλογής είναι η ταυτοποίηση των κρητικών ποικιλιών με την αμπελογραφική περιγραφή και τους μοριακούς δείκτες. Και απαιτεί τη συνεργασία όλων των ειδικών επιστημόνων του κλάδου».

«Μπορούμε να βρούμε χρηματοδότηση»

Όμως, για μια σωστή αναμπέλωση στην Κρήτη και απαλλαγμένη από τα λάθη ή τις αδυναμίες της πρώτης αναμπέλωσης της δεκαετίας του ’80 απαιτούνται κονδύλια. Μπορούμε να τα βρούμε; Η απάντηση Σταυρακάκη στο σχετικό ερώτημα της “Ν.Κ.” είναι ενθαρρυντική: «Πιστεύω ότι αν υποβληθεί μια αξιόπιστη μελέτη στους Ευρωπαίους εταίρους μας, τεκμηριωμένη επιστημονικά και υλοποιήσιμη, για έναν σύγχρονο κρητικό αμπελώνα, που θα ήταν βιώσιμος χωρίς “αποζημιώσεις” και επιδοτήσεις, θα ήταν πιο ευνοϊκοί σε μια τέτοια προοπτική, να το εντάξουν σε κάποιο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, ιδιαίτερα μετά από πρόταση της Περιφέρειας. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τους Κρητικούς αμπελουργούς από τις ευθύνες συμμετοχής σε όλα τα στάδια αναμπέλωσης. Επιπλέον απαιτείται και σαφής πολιτική στα αμπελουργικά προϊόντα, ένα θεσμικό πλαίσιο που θα θωρακίζει τους αμπελουργούς και θα δίνει κίνητρα να παραμείνουν στο αμπέλι. Αν θυμούμαι καλά, ο καθηγητής Δ. Δαμιανός στη μελέτη του 2006 είχε επισημάνει ότι το 85% του ακαθάριστου εισοδήματος των σταφιδοπαραγωγών προερχόταν από τις επιδοτήσεις και μόνο το 15% από τις πωλήσεις του προϊόντος. Είναι πολύ μεγάλο το θέμα αυτό».

 

Σχόλια