Οικονομία

Θετικό σήμα από τη Fitch για την ελληνική οικονομία

Πλησιάζει η ώρα αποφάσεων για νέα έκδοση ομολόγου ίσως και τις επόμενες μέρες

Με μια απόφαση που αποδείχθηκε πιο θετική από τις συντηρητικότερες προσδοκίες που κυριαρχούσαν τις τελευταίες μέρες στις αγορές ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings αναβάθμισε αργά χθες το βράδυ την πιστοληπτική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας κατά μία  βαθμίδα, δίνοντας μάλιστα στην αξιολόγηση αυτή θετική προοπτική (outlook) από σταθερή που ήταν.

Αυτό σημαίνει ότι με τα σημερινά δεδομένα, εάν επιβεβαιωθούν τα κριτήρια και οι προσδοκίες του οίκου για πρόοδο σε συγκεκριμένα μέτωπα η πιστοληπτική αξιολόγηση της οικονομίας έχει θετική δυναμική μεσοπρόθεσμα. 

Με την αναβάθμιση η Fitch στέλνει σήμα εμπιστοσύνης στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική από την κυβέρνηση και δίνει ώθηση στην πιστοληπτική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας προς την επενδυτική βαθμίδα που είναι ο κορυφαίος στόχος για την ελληνική οικονομία προκειμένου να βελτιωθούν αισθητά οι όροι δανεισμού για το δημόσιο και τις ελληνικές επιχειρήσεις αλλά και το προφίλ των επενδυτών που θα μπορεί να προσελκύει η ελληνική οικονομία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις βασικές παραδοχές που κάνει ο διεθνής οίκος είναι πως η ελληνική κυβέρνηση θα πετύχει συμφωνία με τους Ευρωπαίους για χαμηλότερους στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων στο 2,5% του ΑΕΠ το 2021, και υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία που θα έχει για την ανάπτυξη η μείωση των στόχων κατά μια ποσοστιαία μονάδα.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν οι αναφορές για την πολιτική σταθερότητα στη χώρα μετά τις εκλογές του Ιουλίου, την εποικοδομητική σχέση της κυβέρνησης με τους πιστωτές και την πρόοδο στις συζητήσεις σε συνεννόηση με τους εταίρους, αντανακλώντας την πεποίθηση των αγορών πως οι όποιες διεκδικήσεις πετυχαίνει η Ελλάδα πρέπει να είναι προϊόν συνεννόησης με τους Ευρωπαίους, στους οποίους άλλωστε η χώρα οφείλει το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της, σχεδόν 240 δισεκατομμύρια ευρώ. 

Είναι ενδεικτική η αναφορά του οίκου ότι θεωρεί πως η ελληνική κυβέρνηση θα διατηρήσει την εποικοδομητική σχέση με τους πιστωτές, κάτι που περιορίζει τον κίνδυνο οικονομικών συγκρούσεων «που προκάλεσε οικονομική αστάθεια στο παρελθόν».

Ώρα αποφάσεων για νέο ομόλογο

Η αναβάθμιση είναι μια εξέλιξη που εκτιμάται πως φέρνει πιο κοντά την έκδοση νέου ομολόγου από το ελληνικό δημόσιο, ίσως και την Τρίτη, πιθανόν 15ετούς διάρκειας και ύψους περίπου 2,5 δισ. ευρώ.

Οι τελικές αποφάσεις σταθμίζονται τις επόμενες ώρες ανάλογα και με το εάν θα προκληθούν αναταράξεις στις αγορές από το αποτέλεσμα των περιφερειακών ιταλικών εκλογών αύριο.

Εφόσον σύμβουλοι και οικονομικό επιτελείο αποφασίσουν πως η ώρα για την έκδοση έχει φθάσει το μεγάλο στοίχημα θα είναι το επιτόκιο με το οποίο το δημόσιο θα καταφέρει να δανειστεί τα ποσά που αναζητά, που εκτιμάται πως θα κινηθεί στη ζώνη του 2%.

 

Η έκδοση θα είναι η πρώτη για τη φετινή χρονιά, εντάσσεται στο δανειακό πρόγραμμα του δημοσίου για το 2020 και αποτελεί μέρος της στρατηγικής του ΟΔΔΗΧ για περαιτέρω βελτίωση του προφίλ εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους και για τακτική παρουσία στις αγορές αφού πρακτικά φέτος δεν υπάρχουν επείγουσες χρηματοδοτικές ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν.

Σειρά έχουν οι επόμενοι οίκοι

Αναφορικά με το «project» των αναβαθμίσεων, το μεγάλο στοίχημα πλέον είναι η στάση των υπολοίπων διεθνών οίκων που αναμένεται να ανοίξουν τα χαρτιά τους μέσα στους επόμενους μήνες, αποκαλύπτοντας την ταχύτητα με την οποία η ελληνική οικονομία θα προσεγγίσει την επενδυτική βαθμίδα. Σύμφωνα με την κλίματα της Standard & Poor’s και της DBRS η χώρα απέχει τρεις βαθμίδες από την επενδυτική κατηγορία ενώ ελαφρώς μεγαλύτερη κατά μια επιπλέον βαθμίδα είναι η απόσταση της Moody’s. Οι δύο πρώτες αναμένεται να δώσουν νέα αξιολόγηση στην ελληνική οικονομία στις 24 Απριλίου ενώ στις 8 Μαίου αναμένεται η «ετυμηγορία» από τη Moody’s. 

Την ικανοποίηση του για την αναβάθμιση από τη Fitch εξέφρασε ο υπουργός ΟικονομικώνΧρήστος Σταϊκούρας τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι «η εξέλιξη αυτή τοποθετεί το αξιόχρεο της χώρας πιο κοντά στην επενδυτική βαθμίδα», αντανακλά την βελτίωση των προοπτικών, την ενίσχυση της σταθερότητας και την τόνωση της εμπιστοσύνης στην Ελλάδα, μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου. «Η Ελληνική Κυβέρνηση σημείωσε ταχεία πρόοδο στη μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχει προχωρήσει στην ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, έχει προωθήσει το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, ακολουθεί μία συνετή, φιλο-αναπτυξιακή δημοσιονομική πολιτική και βελτιώνει τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.

Η αναβάθμιση αυτή είναι ιδιαίτερα θετική για την οικονομία και τη χώρα». Τονίζει πάντως πως η κυβέρνηση δεν εφησυχάζει και συνεχίζει την εφαρμογή της πολιτικής της «για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και τη βιώσιμη ανάπτυξή της, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης».

Τι «βλέπει» η Fitch

Μεταξύ των βασικών επισημάνσεων του διεθνούς οίκου είναι τα εξής:

Συνεχίζεται η βελτίωση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους στη βάση μιας σταθερής πολιτικής, διατηρήσιμης ανόδου του ΑΕΠ και τη συνεχιζόμενη δημοσιονομική υπεραπόδοση. Η θετική προοπτική αντανακλά τις βελτιωμένες προοπτικές για πολιτική σταθερότητα  και υλοποίηση των πολιτικών μετά τις εκλογές του Ιουλίου καθώς και την ύπαρξη μεγαλύτερης εμπιστοσύνης για τη σταθερή αποκλιμάκωση του χρέους. Η ελληνική κυβέρνηση, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει κάνει ομαλή πρόοδο στη μείωση της φορολόγησης εργασίας και κεφαλαίου και στην έναρξη αντιμετώπισης των θεμάτων στον τραπεζικό τομέα, ενώ προσπαθεί να δώσει νέα ώθηση στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Σύμφωνα με τον οίκο αυτές οι εξελίξεις στηρίζουν το μακροοικονομικό προφίλ της χώρας και ενισχύουν την εμπιστοσύνη ότι οι σχέσεις με τους Ευρωπαίους πιστωτές θα παραμείνουν εποικοδομητικές. Θεωρούν επίσης πως η προσέλκυση επενδύσεων και η περαιτέρω βελτίωση του οικονομικού κλίματος μπορούν να βελτιώσουν την εκτίμηση για την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα.

Υπάρχει περισσότερη εμπιστοσύνη πως η δημοσιονομική στάση θα παραμείνει συνετή ενώ υπογραμμίζει την υπέρβαση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα τα προηγούμενα χρόνια εκτιμώντας πως και το 2019 ο προϋπολογισμός έκλεισε με πλεόνασμα σχεδόν 4% του ΑΕΠ. Αναμένει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα μειωθεί στο 3,5% και στο  2,5% του ΑΕΠ φέτος και το 2021 αντίστοιχα. Όπως τονίζει η κυβέρνηση σχεδιάζει να επαναδιαπραγματευθεί τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα ως μέρος μιας συμφωνημένης διαδικασίας με τους Ευρωπαίους και υπογραμμίζει πως μια μείωση των στόχων κατά μια ποσοστιαία μονάδα θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική ώθηση στην οικονομία.

Το χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να αποκλιμακωθεί με σταθερό βηματισμό  στο 161% του ΑΕΠ έως το 2021 από 181,2% το 2018 και εκτιμά πως παρά το ότι το χρέος παραμένει και θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα υπάρχει σειρά παραγόντων που υποστηρίζουν τη βιωσιμότητα του. Υπογραμμίζει μεταξύ άλλων το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης, το ότι το 94% του χρέους είναι κλειδωμένο σε σταθερό επιτόκιο και δεν είναι ευάλωτο σε αλλαγές στις αγορές ενώ η μέση διάρκεια ωρίμανσης του χρέους είναι 21 χρόνια και είναι μεταξύ των μεγαλύτερων στη λίστα των κρατών που αξιολογεί η Fitch. Επιπλέον εκτιμά πως η βελτίωση της παρουσίας της Ελλάδας στις αγορές in 2019 ενισχύει περαιτέρω τη δημοσιονομική ευελιξία της χώρας.

Προσδοκά ανάπτυξη 2,% φέτος και το 2021. Θεωρεί ωστόσο πως σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ εξαρτάται από την ανάκαμψη των επενδύσεων που παραμένουν χαμηλότερες κατά 62% σε σχέση με τα επίπεδα του 2008 και είναι ως ποσοστό του ΑΕΠ οι χαμηλότερες μεταξύ των εταίρων στην ευρωζώνη. Σύμφωνα με τον οίκο η τάση σε αυτό το πεδίο παραμένει ασθενής και οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 2% σε ετήσια βάση στο τρίτο τρίμηνο του 2019. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο διεθνής οίκος αναμένει σταδιακή αποκλιμάκωση του ρυθμού ανάπτυξης στο 1,2% μέχρι το 2027. Η Κομισιόν τοποθετεί την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα σε ένα εύρος 0,6% - 2% ενώ το ΔΝΤ στο 0,9%.

Καταγράφεται πρόοδος στη βελτίωση των συνθηκών στον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο τα κόκκινα δάνεια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Ο οίκος αναμένει ότι οι ελληνικές τράπεζες θα επιταχύνουν το ρυθμό μείωσης των κόκκινων δανείων μέσα στο 2020 αξιοποιώντας το σχέδιο Ηρακλής με τη χρήση εγγυήσεων 12 δισ. ευρώ. Προειδοποιεί όμως πως τα σχέδια των ελληνικών τραπεζών για εξυγίανση των ισολογισμών τους και μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους σε μονοψήφια ποσοστά τα προσεχή 2 – 4 χρόνια παραμένουν ευάλωτα στο γενικό περιβάλλον που θα διαμορφωθεί στην ελληνική οικονομία, στη διάθεση των επενδυτών για επενδύσεις στο πεδίο αυτό καθώς και στην αποτελεσματικότητα του νομικού πλαισίου.

Η Ελλάδα διαθέτει υψηλό απόθεμα ασφαλείας στα  26,8 δισ. ευρώ (14,5% του ΑΕΠ) το οποίο μάλιστα δεν έχει «πειραχθεί» από την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου τον Αύγουστο του 2018. Το απόθεμα αυτό καλύπτει τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες και για το διάστημα μετά το 2021, παρέχοντας πρόσθετη ασφάλεια έναντι του κινδύνου στο μέτωπο της αναχρηματοδότησης. Την ίδια στιγμή οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων έχουν σημειώσει αξιόλογη πτώση με το επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο αναφοράς να έχει υποχωρήσει στα επίπεδα του 1,4% στις αρχές του 2020 από 4,3% που ήταν ένα χρόνο νωρίτερα ενώ η χώρα έχει ολοκληρώσει την πρόωρη αποπληρωμή του πιο ακριβού μέρους των δανείων που οφείλει στο ΔΝΤ (2,7 δισ. ευρώ).

Ο προϋπολογισμός του 2020 είναι ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της εξισορρόπησης του μίγματος πολιτικής σε σχέση με τα τελευταία χρόνια που η δημοσιονομική πολιτική στηρίχθηκε υπέρμετρα στην αύξηση της φορολογίας και την υπο - εκτέλεση των επενδυτικών δαπανών.

Τι θα φέρει νέα αναβάθμιση

Οι παράγοντες που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν περαιτέρω βελτίωση στην πιστοληπτική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό ή μη, είναι σύμφωνα με τη Fitch οι εξής:

Θετικό track record στη μείωση του δημοσίου χρέους και η εξασφάλιση στοιχείων που θα φέρουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη διατήρηση της οικονομικής ανάκαμψης σε βάθος χρόνου.

Μια συνεπής πορεία συνετής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής που θα υποστηρίζεται από μια εποικοδομητική σχέση με τους πιστωτές στον επίσημο τομέα αλλά και από ένα σταθερό πολιτικό περιβάλλον.

Χαμηλότερο ρίσκο μετάδοσης των κινδύνων του τραπεζικού τομέα στον κρατικό προϋπολογισμό.

Τι θα μπορούσε να φέρει υποβάθμιση

Στη λίστα με τα «not to do», μεμονωμένα ή συνολικά, για να μην υπάρξει κίνδυνος υποβάθμισης είναι τα εξής: 

Χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής που θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών στην προοπτική βιωσιμότητας του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης.

Αρνητικές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα που θα αυξήσουν τους κινδύνους για την πραγματική οικονομία και τα δημόσια οικονομικά.

Επανάκαμψη των συνεχιζόμενων μεγάλων ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που θα αποδυναμώσουν περαιτέρω την καθαρή εξωτερική θέση της χώρας.

ethnos

Σχόλια