Οικονομία

Ευθύνες για τη χαμηλή ανάπτυξη

Σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύτηκε από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών DIW, άμεσες ευθύνες επιρρίπτονται στην κυβέρνηση για το γεγονός ότι δεν αξιοποίησε την κρίση, με αποτέλεσμα η οικονομική ανάπτυξη να περιοριστεί μόλις στο 1-2%.

Με αφορμή την εκπνοή του τρίτου προγράμματος προσαρμογής στις 20 Αυγούστου, το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW) του Βερολίνου δημοσίευσε έκθεση για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, η οποία δείχνει ότι τα επόμενα χρόνια η ανάπτυξη θα είναι χωρίς δυναμική.

Στην έκθεση, που παρουσιάστηκε χθες, δίδεται έμφαση στο γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, αντί να δημιουργήσουν ένα κλίμα φιλικό για επενδύσεις, καταπολεμώντας παράλληλα τη γραφειοκρατία και συνδέοντας τους τομείς της παιδείας και της έρευνας με την οικονομία. Αναφερόμενη στις εξελίξεις και τις προοπτικές της ιδιωτικής οικονομίας, η έκθεση του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου αναφέρει ότι η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) μειώθηκε από το ξεκίνημα της κρίσης μέχρι το 2014 κατά 42%. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να βρίσκεται 38% χαμηλότερα από το 2008, δηλαδή προ κρίσης.

Κατά συνέπεια, ο επικεφαλής συντάκτης της έκθεσης, ο οικονομολόγος Αλέξανδρος Κρητικός, δήλωσε στην παρουσίαση στο Βερολίνο ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια μόλις κατά 1%-2%.

Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να προκαλεί ανησυχία είναι και η σημαντική αύξηση που κατέγραψε το έλλειμμα της κεντρικής διοίκησης στο α’ εξάμηνο του έτους.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, στο εξεταζόμενο διάστημα το ταμειακό αποτέλεσμα της κεντρικής διοίκησης παρουσίασε έλλειμμα 2,055 δισ. ευρώ, έναντι ελλείμματος 890 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2017.

Κατά την περίοδο αυτή, τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού διαμορφώθηκαν σε 21,911 δισ. ευρώ, από 20,336 δισ. ευρώ πέρυσι.

Όσον αφορά στις δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού, στις οποίες περιλαμβάνονται και δαπάνες ύψους περίπου 672 εκατ. ευρώ, που αφορούν την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών (έναντι 799 εκατ. ευρώ πέρυσι), αυτές διαμορφώθηκαν σε 24,520 δισ. ευρώ, από 23.962 δισ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2017.

Σύμφωνα με το DIW, δύο τομείς είναι σε θέση να συμβάλουν μελλοντικά στην ανάπτυξη. Η ελληνική οικονομία διαθέτει γρήγορα αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις κυρίως στον τομέα των Logistics, αλλά και της παροχής υπηρεσιών στον τομέα της Πληροφορικής.

Παράλληλα, η έκθεση του γερμανικού ινστιτούτου τονίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό σύστημα Παιδείας και Έρευνας, τα οποία ωστόσο σπανίως αξιοποιούνται από νεοφυείς εταιρείες ή μεγάλες επιχειρήσεις. Πρόκειται ουσιαστικά για το μείζον πρόβλημα που αφορά τη διασύνδεση εκπαιδευτικού συστήματος και ακαδημαϊκής-επιστημονικής κοινότητας με την ιδιωτική πρωτοβουλία. Για παράδειγμα, ενώ ο αριθμός επιστημονικών δημοσιεύσεων είναι μεγάλος, ο αριθμός καταθέσεων ευρεσιτεχνίας βρίσκεται 86% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Οι όποιες δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας δεν είναι, ωστόσο, σε θέση να αποδώσουν χωρίς το κατάλληλο πλαίσιο που είναι σε θέση να παράσχει η ελληνική κυβέρνηση με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να τονωθεί η προσφορά.

Η έκθεση παρατηρεί, εκτός αυτού, ότι το ελληνικό Δημόσιο οφείλει να στηρίξει την ανάπτυξη εταιρειών με ριζικές μεταρρυθμίσεις στη Διοίκηση, τη Δικαιοσύνη και το φορολογικό σύστημα. Οι μεταρρυθμίσεις στα πεδία αυτά του δημόσιου τομέα θα δώσουν ώθηση και ανάσες στην εθνική οικονομία.

Ο οικονομολόγος Αλέξανδρος Κρητικός δήλωσε στο Βερολίνο ότι «η κρίση χαρακτηρίζεται συχνά ως ευκαιρία για μια νέα αρχή. Με την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος, όμως, σταματούν οι πιέσεις για μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε να αξιοποιήσει την κρίση ως ευκαιρία για να θέσει τα θεμέλια για μια βιώσιμη ανάπτυξη. Σε περίπτωση που η χώρα εκμεταλλευόταν τις υπάρχουσες δυνατότητες, θα ήταν εφικτή μια οικονομική ανάπτυξη έως και 5%».

Σχόλια