Οικονομία

64.500 νέες θέσεις εργασίας στην Ελλάδα

Αναιμική ανάκαμψη της απασχόλησης: Στο 21,2% έπεσε η ανεργία το 2018  

Στην περιγραφή της απασχόλησης και της ανεργίας στην Ελλάδα το 2017, αλλά και τις εξελίξεις του πρώτου τριμήνου του 2018 προχώρησε η ICAP με έρευνά της. Σύμφωνα με την ICAP, «η σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά την πρόσφατη οικονομική κρίση έπληξε με σφοδρότητα την αγορά εργασίας.

Ωστόσο, από το 2014 και μετά σημειώνονται τάσεις ανάκαμψης της απασχόλησης και περιορισμού της ανεργίας, με αργούς όμως ρυθμούς». Η τάση ανάκαμψης της απασχόλησης, που αρχικά εμφανίστηκε το 2014, συνεχίστηκε και την επόμενη τριετία. Ειδικότερα, κατά το δ' τρίμηνο του 2017 η απασχόληση κατέγραψε αύξηση 2,4% σε ετήσια βάση (σε σύγκριση με το δ' τρίμηνο του 2016), ενώ σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο οι απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 2,3% (λόγω και της εποχικότητας στην απασχόληση, π.χ. στον τουρισμό). Ο αριθμός των απασχολουμένων στα τέλη του 2017 ανήλθε σε 3.736,3 χιλ. άτομα. Τη θετική αυτή εξέλιξη επιβεβαιώνει η αύξηση κατά 2,1% του μέσου αριθμού των απασχολουμένων το 2017/2016, ρυθμός που ήταν ελαφρώς υψηλότερος σε σχέση με το προηγούμενο έτος (1,7%).

Εξελίξεις το α' τρίμηνο του 2018: Η θετική εικόνα που καταγράφηκε την περίοδο 2014-2017 συνεχίζεται και το τρέχον έτος. Βάσει των στοιχείων της τελευταίας έρευνας εργατικού δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το α' τρίμηνο του 2018, προκύπτουν τα εξής:

* Η απασχόληση στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 1,8% συγκριτικά με το α' τρίμηνο του 2017. Ο αριθμός των απασχολουμένων διαμορφώθηκε σε 3.723,8 χιλ. άτομα, προκύπτει δηλαδή προσθήκη 64.500 νέων θέσεων εργασίας (συγκριτικά με το α' τρίμηνο του 2017).

* Οι πρόσφατες αλλαγές είχαν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω βελτίωση του λόγου «άνεργοι/απασχολούμενοι», με τον δείκτη να περιορίζεται πλέον σε 26,9% (από 30,5% το α' τρίμηνο του 2017).

* Το ποσοστό των μισθωτών εκτιμάται σε 65,6% των συνολικά απασχολουμένων, με τον δείκτη αυτό να παραμένει σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της Ε.Ε., όπου οι μισθωτοί αντιστοιχούν σε περίπου 84% του συνόλου απασχολουμένων.

H εφημερίδα “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με τον καθηγητή του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος σχολίασε την κατάσταση της εθνικής μας οικονομίας λέγοντας χαρακτηριστικά: «Είναι δύσκολο να επιχειρήσει κανείς μια ασφαλή πρόβλεψη, και δη ένας μη οικονομολόγος. Είναι γεγονός ότι στην έκδοση “Ελληνική Οικονομία” η Εθνική Τράπεζα είχε προβλέψει τον Μάρτη 2018 ανάπτυξη 2% για το 2018, ενώ μόλις προχθές ο διοικητής της ΤτΕ εκτίμησε ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί ταχύτερα στο άμεσο μέλλον, ανακινώντας όμως και συγχρόνως το, ήδη συζητημένο, ζήτημα των ενδεχόμενων συνεπειών της δέσμευσης για διαρκή υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Εκτιμώ ότι αρκετά θα εξαρτηθούν από την έξοδο στις αγορές (μετά από την έξοδο από το Πρόγραμμα τον Αύγουστο, με δεδομένη και την πρόσφατη συμφωνία του Eurogroup) και κυρίως από την αντίδραση- “συμπεριφορά” τους. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν μια σειρά από παράγοντες που συνεχίζουν να δρουν ανασχετικά σε μια εμπράγματη και σταθερή ανάπτυξη.

Αρκούμαι να επισημάνω το, αναγνωρισμένο απ’ όλους, πρόβλημα της υπερ-φορολόγησης, σε συνδυασμό με την απομείωση της φοροδοτικής ικανότητας, που επηρεάζει, μεταξύ άλλων, την ιδιωτική κατανάλωση. Τέλος, οφείλει να επισημανθεί ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνη της στην “παγκόσμια οικονομική αρένα”. Είδαμε, για παράδειγμα, πως η ιταλική πολιτική κρίση, προ μηνός, επηρέασε την απόδοση του ελληνικού ομολόγου, ενώ το ενδεχόμενο ενός διευρυμένου “οικονομικού-εμπορικού πολέμου”, λόγω του οικονομικού προστατευτισμού και της πολιτικής επιβολής δασμών από μεριάς προέδρου Τραμπ, δε θα αφήσει ανεπηρέαστο το διεθνές εμπόριο, ούτε και την ευρωπαϊκή οικονομία και σίγουρα δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας».

Στο 21,2% έπεσε η ανεργία το 2018

Εξελίξεις το 2017: Οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας παρέμειναν θετικές και το 2017, με τον αριθμό των ανέργων να βαίνει μειούμενος την τελευταία τετραετία, σύμφωνα με τη μελέτη της ICAP.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το δ' τρίμηνο του 2017 ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε και πάλι, σε 1.006,8 χιλ. άτομα, μειωμένος κατά 10,4% σε ετήσια βάση. Συγκριτικά με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο του 2017 (γ'), ήταν αυξημένος κατά 3,8%, γεγονός που απορρέει από την εποχικότητα στην αγορά εργασίας.

Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε σε 21,2% στο δ' τρίμηνο του 2017, από 23,6% στα τέλη του 2016.

Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 21,5% το 2017 (από 23,5% το 2016), γεγονός θετικό, εφόσον η ανεργία συνεχίζει να υποχωρεί για τέταρτο κατά σειρά έτος.

Εξελίξεις το α' τρίμηνο του 2018: Το α' τρίμηνο του 2018 το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε 21,2%, έναντι αντίστοιχου 23,3% το α' τρίμηνο του 2017. Την ίδια περίοδο, ο αριθμός των καταγεγραμμένων ανέργων ανήλθε σε 1.001,2 χιλ. άτομα, μειωμένος κατά 10,2% σε ετήσια βάση.

Ο κ. Παπαδάκης αναφέρθηκε και στο κομμάτι της ανεργίας, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Όντως η ICAP έχει δίκιο αναφορικά με την τάση ανάκαμψης της απασχόλησης. Η τάση μείωσης της ανεργίας που εμφανίστηκε το 2014 (μετά το ιστορικό υψηλό σε Ελλάδα και Ευρώπη την περίοδο 2011-2013) συνεχίστηκε σταθερά για όλη την τριετία και εξακολουθεί και το 2018.

Σύμφωνα με τη Eurostat, τον Μάρτιο του 2018 η ανεργία έχει περιοριστεί στο 20,1%, ενώ και η νεανική ανεργία έχει μειωθεί στο 43,2%. Πρόκειται για θετικές εξελίξεις, που επιτρέπουν κάποια αισιοδοξία. Από την άλλη μεριά, μια σειρά από επίμονα προβλήματα οφείλουν να μας απασχολήσουν. Η ανεργία, παρά τη μείωσή της, παραμένει ιδιαίτερα υψηλή (στην Ε.Ε. είναι στο 7%), η νεανική ανεργία επίσης (στην Ε.Ε. είναι 15,1%), ενώ το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας (15,6% στην Ελλάδα και μόλις 3,4% στην Ε.Ε.) αποκρυσταλλώνεται σε διαρθρωτικό πρόβλημα. Παράλληλα, η ένταση της επισφαλούς εργασίας, με την εμφάνιση και διεύρυνση πολλών και ποικίλων μορφών της, όσο και το υψηλό ποσοστό Neets, δηλαδή των νέων ανθρώπων που απέχουν από κάθε μείζονα θεσμική μέριμνα του Κοινωνικού Κράτους (15,3% το 2017, σύμφωνα με τη Eurostat), αλλά και η χαμηλή απασχολησιμότητα των πρόσφατων πτυχιούχων (όπως ανέδειξε το πρόσφατο Monitor της Commission), σε συνδυασμό με τις εκτατικές συνέπειες του brain drain και φαινόμενα που εδραιώθηκαν τα χρόνια της κρίσης, όπως το ζήτημα της διαγενεακής μεταβίβασης της φτώχιας (το οποίο ανάδειξε η πρόσφατη έρευνά μας για τη νέα γενιά στην Ελλάδα), δεν επιτρέπουν κανέναν εφησυχασμό. Αντιθέτως, αποτελούν ευθεία πρόσκληση για τις δημόσιες πολιτικές, πολλώ δε μάλλον αν λάβει κανείς υπόψη την ισχυρή συσχέτιση της ανεργίας (ενίοτε και της επισφαλούς απασχόλησης) με ζητήματα φτώχιας και κοινωνικού αποκλεισμού, όσο και με τη διεύρυνση των ανισοτήτων στα χρόνια της κρίσης».

Σχόλια