Οικονομία

«Κίνδυνος η φορολόγηση»

Η υπερφορολόγηση, η έξαρση της φοροδιαφυγής και μακροπρόθεσμα το διεθνές περιβάλλον είναι οι τρεις κυριότεροι παράγοντες που επιβαρύνουν τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας, το χρέος αλλά και τη γενικότερη οικονομική κατάσταση.

Τα τρία αυτά ζητήματα αναλύονται επαρκώς από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννη Στουρνάρα, στην Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής που κατατέθηκε στη Βουλή.

Σε ειδικό κεφάλαιο της έκθεσης καταγράφεται ότι με το 3ο μνημόνιο δεν υπήρξε συγκράτηση δαπανών, αλλά η προσαρμογή στηρίχτηκε σε υπέρογκο βαθμό στην αύξηση των φόρων και σε περικοπή επενδύσεων.

Σε ξεχωριστό κεφάλαιο παραθέτει, επίσης, και την έκθεση βιωσιμότητας χρέους, στην οποία περιλαμβάνει και εναλλακτικό σενάριο για πρωτογενή πλεονάσματα 1,5% του ΑΕΠ από το 2023 έως το 2060 (αντί για 3% το 2023, 2,5% το 2024 και 2,2% από το 2025 και μετά που προβλέπει η συμφωνία του Eurogroup) λόγω πιθανής κόπωσης. Ένα άλλο εναλλακτικό σενάριο προβλέπει αύξηση των επιτοκίων λόγω διεθνούς αναταραχής και με βάση αυτά κάνει λόγο για σημαντικές επισφάλειες στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους.

Η ΤτΕ παραθέτει τις παρεμβάσεις στο χρέος και τα σενάρια της Επιτροπής, κάνοντας σαφές ότι «τα μέτρα ελάφρυνσης οδηγούν σε βελτίωση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και διασφαλίζουν τη συγκράτηση των χρηματοδοτικών αναγκών κάτω από το όριο του 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα», αλλά «υπό την προϋπόθεση συνέχισης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 2,2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την περίοδο 2023-2060».

«Η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παρουσιάζει, επίσης, μεγάλη ευαισθησία στην εξέλιξη των επιτοκίων δανεισμού, όπως φάνηκε στην πρόσφατη περίοδο με τις διεθνείς αναταράξεις λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην Ιταλία», αναφέρει η ΤτΕ.

Σε ειδικό κεφάλαιο για τη δημοσιονομική πολιτική αναφέρει ότι το 2017 το σύνολο των φορολογικών εσόδων αντιστοιχούσε στο 96,8% των φορολογικών εσόδων του 2007 (ή 74,8 δισ. ευρώ το 2017, έναντι 77,3 δισ. ευρώ το 2007), όταν το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές ήταν μόλις το 74,6% του ΑΕΠ του 2007 (ή 250,7 δισ. ευρώ το 2007, έναντι 187,1 δισ. ευρώ το 2017). «Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων σε συνθήκες ύφεσης προήλθε κατά κύριο λόγο από τη μεγάλη και συνεχή αύξηση των φορολογικών συντελεστών στο εισόδημα, την κατανάλωση, τα κέρδη των επιχειρήσεων και την περιουσία, με αρνητικές επιπτώσεις στην αναπτυξιακή δυναμική και τη φορολογική δικαιοσύνη».

Η ΤτΕ καταλήγει σε 3 τρία συμπεράσματα πολιτικής:

  1. Πρώτον, «η φορολογική πολιτική στην Ελλάδα λειτούργησε προκυκλικά, οξύνοντας τις επιδράσεις του οικονομικού κύκλου».
  2. Δεύτερον, «ο τρόπος κατανομής του φορολογικού βάρους αποκαλύπτει μονιμότερου χαρακτήρα παθογένειες του φορολογικού μηχανισμού, που συνδέονται με την ελλιπή φορολογική συμμόρφωση και το υψηλό κόστος εισπραξιμότητας».
  3. Τρίτον, «παρά την εκτεταμένη χρήση του ψηφιακού χρήματος, ισχυρή παραμένει η προτίμηση χρήσης μετρητών, δηλωτική του κινήτρου απόκρυψης εισοδήματος σε περιβάλλον υπερφορολόγησης». Η ΤτΕ αναφέρει για το θέμα ότι, με την τελευταία υπουργική απόφαση του Δεκεμβρίου 2017, η χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει καταστεί υποχρεωτική για το σύνολο σχεδόν των χρηματικών συναλλαγών. Εντούτοις, εκτιμάται ότι το 2016 το 88% του όγκου και το 75% της αξίας των συναλλαγών των νοικοκυριών έγιναν με μετρητά, σε σύγκριση με το 79% του όγκου και το 54% της αξίας των συναλλαγών σε επίπεδο Ευρωζώνης.

«Η μονόπλευρη εμμονή στην απόκτηση εσόδων μέσω υψηλών φορολογικών συντελεστών δε θα πρέπει να θεωρείται αυτοσκοπός. Αντίθετα, οι σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στη χάραξη μιας ολοκληρωμένης φορολογικής πολιτικής που, λειτουργώντας αντικυκλικά, θα αμβλύνει τις επιπτώσεις του οικονομικού κύκλου, θα έχει αναπτυξιακό προσανατολισμό και παράλληλα, μέσω της θεραπείας των παθογενειών, θα κατανέμει το φορολογικό βάρος με βάση τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας», καταλήγει η ΤτΕ.

 

 

Σχόλια