Οικονομία

Πρώτα μεταρρυθμίσεις κι έπειτα η αναβάθμιση της Ελλάδας

Αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας έως και δύο βαθμίδες προβλέπει η Goldman Sachs.

Ωστόσο, η διεθνής τράπεζα επενδύσεων θεωρεί πως αυτό θα πραγματοποιηθεί μόνο εφόσον η κυβέρνηση συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, όπως ακριβώς έχει δεσμευτεί.

Σύμφωνα με την αμερικανική τράπεζα, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις για το μακροπρόθεσμο χρέος ενός αξιοσημείωτου αριθμού ανεπτυγμένων οικονομιών θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν στο εγγύς μέλλον, εάν οι μακροοικονομικές τους προοπτικές και τα δημοσιονομικά και εξωτερικά τους ισοζύγια συνεχίσουν να βελτιώνονται. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης της αμερικανικής τράπεζας για τους παράγοντες στους οποίους βασίζονται οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας από τους τρεις κορυφαίους οίκους (Standard and Poor's, Moody's και Fitch).

Η ανάλυση της Goldman Sachs δείχνει ότι το δημόσιο χρέος, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και η ποιότητα των εθνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι από τους σημαντικότερους καθοριστικούς παράγοντες στις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας των κρατικών ομολόγων.

Η αύξηση του ΑΕΠ, η ανεργία και ο πληθωρισμός, επίσης, έχουν τη σημασία τους, αλλά η συμβολή αυτών των μακροοικονομικών παραγόντων στις αλλαγές των αξιολογήσεων είναι μικρή.

Όπως τονίζει η G.S., οι οίκοι αξιολόγησης εστιάζουν ιδιαίτερα στη δυναμική των χωρών σε δημοσιονομικό επίπεδο, ειδικά στο πλαίσιο της τρέχουσας συζήτησης μεταξύ των αξιωματούχων της Ευρωζώνης σχετικά με τη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων που περιορίζουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τη συσσώρευση δημόσιου χρέους.

Η Goldman Sachs διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφωνία μεταξύ των τριών κορυφαίων οίκων αξιολόγησης σε ό,τι αφορά τα ratings των χωρών. Το Μάρτιο, το μακροπρόθεσμο χρέος 12 χωρών που συμπεριλαμβάνονται στην ανάλυση της G.S. έχει ίδια βαθμολογία και από τους τρεις οίκους. Έξι χώρες έχουν την ίδια βαθμολογία από δύο οίκους, με την τρίτη βαθμολογία να διαφέρει κατά μία μόνο βαθμίδα σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκτός από αυτήν της Νέας Ζηλανδίας. Το πορτογαλικό και το ισπανικό μακροπρόθεσμο χρέος βαθμολογούνται διαφορετικά και από τους τρεις οίκους.

Η δημοσιονομική δυναμική εξηγεί ένα μεγάλο μέρος των αποφάσεων των οίκων αξιολόγησης. Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η σχέση μεταξύ των οικονομικών παραγόντων και των αξιολογήσεων, η G.S. αναλύει τις αξιολογήσεις με βάση μακροοικονομικούς, δημοσιονομικούς, εξωτερικούς και θεσμικούς παράγοντες (όπως ΑΕΠ, ανεργία, πληθωρισμός, κρατικό χρέος, δημοσιονομικό ισοζύγιο, επενδυτική θέση, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, νομικό πλαίσιο, ποιότητα ρυθμιστικού περιβάλλοντος, αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, κυβερνητική πλειοψηφία με βάση τις θέσεις στο Κοινοβούλιο).

Το δημόσιο χρέος, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και οι μακροοικονομικές μεταβλητές, καθώς και οι δείκτες μέτρησης της ποιότητας των θεσμών των χωρών και της δύναμης της κυβέρνησης είναι σημαντικοί καθοριστικοί παράγοντες για τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας των ανεπτυγμένων χωρών, όπως τονίζει η G.S.

Σε ό,τι αφορά την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία ειδικότερα, μεταξύ του 2008 και του 2012 οι χώρες αυτές σημείωσαν σημαντική υποβάθμιση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών παραγόντων και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν υποβαθμίσει επανειλημμένα το δημόσιο χρέος αυτών των χωρών. Η ανάλυση της G.S. υποδηλώνει ότι η υποβάθμιση των δημοσιονομικών προοπτικών μπορεί να εξηγήσει ένα μεγάλο μέρος των αποφάσεων των οίκων αξιολόγησης.

Μετά από μια περίοδο σταθεροποίησης, τα θεμελιώδη μεγέθη αυτών των χωρών άρχισαν να βελτιώνονται και, πρόσφατα, έγιναν μερικές αναβαθμίσεις που αποδίδονται στα κρατικά ομόλογά τους.
Όπως καταλήγει η Goldman, το 2018 οι χώρες με χαμηλές αξιολογήσεις από τους οίκους θα μπορούσαν να απολαύσουν τα διάφορα οφέλη των αναβαθμίσεων, εάν οι κυβερνήσεις τους αντισταθούν στον πειρασμό μη εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και εάν οι οικονομικές προοπτικές συνεχίσουν να είναι θετικές.

Σχόλια