Οικονομία

Αισιοδοξία για το νέο επταετές ομόλογο

Σήμερα αναμένεται η ανακοίνωση από την πλευρά του ΟΔΔΗΧ για την έκδοση του επταετούς ομολόγου με στόχο περίπου 3 δισ. ευρώ.

Σήμερα αναμένεται η ανακοίνωση από την πλευρά του ΟΔΔΗΧ για την έκδοση του επταετούς ομολόγου με στόχο περίπου 3 δισ. ευρώ.

Οι εκτιμήσεις για την έκδοση είναι ιδιαίτερα θετικές και αναμένεται ότι το επιτόκιό του θα κυμανθεί κάτω του 3,4%, επίπεδο υψηλό για τα δεδομένα της Ευρωζώνης, αλλά πρωτοφανώς χαμηλό για τα ελληνικά δεδομένα, με αξιολόγηση χρέους στη διαβάθμιση "junk bond".

Το αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων τις τελευταίες ημέρες, παρά την αβεβαιότητα και την αναταραχή στην αγορά, δε φαίνεται να έχουν επηρεαστεί και παραμένουν στα όρια των αρχικών εκτιμήσεων.

Η επιτυχής έκδοση του πενταετούς ομολόγου το 2017 και, κυρίως, η καλή υποδοχή του swap των 29 δισ. ευρώ έχουν δημιουργήσει περιβάλλον αισιοδοξίας για την έκδοση του επταετούς ομολόγου αυτής της εβδομάδας.

Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της έκδοσης αυτής έχει να κάνει με το ότι, μέχρι και τη λήξη του, οι υποχρεώσεις του εκδότη (του ελληνικού ΥΠ.ΟΙΚ.) για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους είναι από τις χαμηλότερες, αν όχι η χαμηλότερη, στην Ευρωζώνη, εξασφαλίζοντας έτσι πολύ υψηλό βαθμό αξιοπιστίας για τους αγοραστές του τίτλου.

Το δεύτερο πλεονέκτημα έχει να κάνει με το γεγονός ότι η απόδοσή του θα είναι πολύ χαμηλή για τα δεδομένα της Ελλάδας - πιθανότατα χαμηλότερη και από την τελευταία έκδοση του 2010 - αλλά ταυτόχρονα θα παραμένει η υψηλότερη από κάθε άλλο ομόλογο αντίστοιχης διάρκειας στην Ευρωζώνη.

Το μειονέκτημα της έκδοσης είναι ότι παραμένει ένας τίτλος που προέρχεται από εκδότη (το ελληνικό Δημόσιο), του οποίου το συνολικό χρέος παραμένει επίσημα μη βιώσιμο και οι οίκοι αξιολόγησης του δίδουν διαβάθμιση "Junk bond".

Βέβαια, όσο η χώρα βρίσκεται υπό την "προστασία" του γ' προγράμματος στήριξης, η φερεγγυότητα του χρέους έχει ως εγγυητή τον ESM, μέσω του δανείου των 86 δισ. ευρώ.

Η "αποθήκευση" των εσόδων

Οι εκδόσεις αυτές, πέραν της επανεμφάνισης των ελληνικών ομολόγων με όρους αγοράς στη δευτερογενή αγορά, δημιουργούν ένα πρόβλημα που για πρώτη φορά το ελληνικό Δημόσιο αντιμετωπίζει ύστερα από 7-8 χρόνια έλλειψης ρευστότητας: πώς θα "αποθηκεύσει" τη ρευστότητα αυτή χωρίς να προκαλεί επιτοκιακή ζημία στο Δημόσιο.

Στο ΥΠ.ΟΙΚ. υπολογίζουν ότι μέσα στους επόμενους μήνες θα αρχίσει να συσσωρεύεται μια υπερβάλλουσα - σε σχέση με τις ανάγκες του - ρευστότητα, η οποία θα αποτελέσει μέχρι το καλοκαίρι το περιβόητο "μαξιλάρι" καθαρής εξόδου στις αγορές (αποκλείοντας την ανάγκη προληπτικής γραμμής).

Το "μαξιλάρι" αυτό θα αγγίξει τα 20 δισ. ευρώ και δεν μπορεί να παραμένει "ακίνητο" χωρίς κάποια απόδοση για το Δημόσιο, δεδομένου ότι έχει "αγοραστεί" με επιτόκια αγοράς Ελλάδας...

Για το λόγο αυτό ο κ. Χουλιαράκης έχει ήδη δημιουργήσει λογαριασμό στον οποίο τα κεφάλαια αυτά θα συσσωρεύονται, για να αποτελέσουν στη συνέχεια αντικείμενο "ενεργού διαχείρισης" μέσω της διατραπεζικής αγοράς.

Σημείο τριβής το waiver

Με τη μέχρι σήμερα διαδικασία και για όσο βρίσκεται σε ισχύ το τρίτο πρόγραμμα, δηλαδή μέχρι τις 20 Αυγούστου, οι ελληνικές συστημικές τράπεζες μπορούν να δανείζονται από την ΕΚΤ με κόστος λίγο πάνω από το 0,6% με εγγύηση τα ελληνικά κρατικά ομόλογα.

Οι συστημικές τράπεζες διαθέτουν στα χαρτοφυλάκιά τους περί τα 5 δισ. ευρώ σε κρατικά ομόλογα και με αυτά εξαντλούν τη δυνατότητα πρόσβασης σε "φθηνή" ρευστότητα. Με τη διακίνηση, όμως, των περίπου 18-20 δισ. ευρώ του εγγυητικού "μαξιλαριού", από τα οποία περισσότερα από μισά προέρχονται από τον ομολογιακό δανεισμό του Δημοσίου, οι συστημικές τράπεζες αποκτούν ένα επιπλέον καταθετικό "μαξιλάρι" που καθιστά έως και περιττό το δανεισμό τους από την ΕΚΤ (αφού πρώτα μειώσουν ακόμα περισσότερο τον ELA).

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το ελληνικό Δημόσιο δεν πρόκειται να "αποθηκεύσει" χωρίς να διαχειριστεί ενεργητικά το "μαξιλάρι" αυτό, λόγω του "κόστους" που έχει η απόκτηση και ανανέωσή του.

Επιμέλεια: Νίκος Κοσμαδάκης

Σχόλια