Lifestyle

Η Μάρω Κοντού μιλά για την παράνομη σχέση του συζύγου της με την Αλίκη Βουγιουκλάκη

Η αγαπημένη ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου μιλά για την Αλίκη Βουγιουκλάκη και για τη σχέση της με τον πρώην σύζυγό της, Αριστείδη Καρύδη Φουκς

Έλαμψαν και οι δυο στα χρόνια του χρυσού ελληνικού κινηματογράφου. Ο λόγος για τη «σταρ» του Ελληνικού κινηματογράφου, Αλίκη Βουγιουκλάκη, και τη Μάρω Κοντού, το «απόλυτο θηλυκό» της εποχής.

Οι δυο τους - γραφόταν στα τότε περιοδικά και εφημερίδες - δεν είχαν καλές σχέσεις, εξαιτίας της σχέσης της Βουγιουκλάκη με το σύζυγο της Κοντού, όμως η ίδια η Μάρω Κοντού σε πρόσφατη συνέντευξή της, απάντησε: «Είχαμε παίξει μαζί στη «Σωφερίνα”. Μια χαρά σχέση είχαμε. Ξέρω τι θα ρωτήσετε! Γι’ αυτό που συζητιέται τόσο έντονα πως μου πήρε τον άντρα. Αυτά, αγαπητέ μου, είναι σαχλαμάρες. Για να μπει ένα τρίτο πρόσωπο σε μία σχέση, πάει να πει πως υπάρχει μια χαραμάδα για να εισβάλει… Πάει να πει πως κάτι έχει τελειώσει και δίνεται η ευκαιρία να μπει στη μέση ένας τρίτος ή μία τρίτη. Κάναμε παρέα με την Αλίκη και μετά την ταινία - μαζί μας ήταν και η αγαπημένη φίλη Σμάρω Στεφανίδου».

Ουσιαστικά, η Μάρω Κοντού παραδέχεται τη σχέση που σύναψε ο τότε σύζυγός της Αριστείδης Καρύδης Φουκς (Ντίντης) με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, λέγοντας ότι δεν της πήρε τον άνδρα μιας και η σχέση τους είχε ήδη ραγίσει...

Η ίδια η Μάρω Κοντού, άλλωστε, έχει μιλήσει στο παρελθόν ανοιχτά, πολλές φορές, τόσο για τον άπιστο σύζυγό της, όσο και για τη σχέση του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Το έκανε για πρώτη φορά, μάλιστα, λίγα μόλις χρόνια μετά το χωρισμό της από τον Φουκς, μιλώντας σε περιοδικό: «Παρόλο που η Αλίκη είναι πάρα πολύ γοητευτική γυναίκα, εγώ δεν θα την θεωρούσα ποτέ επικίνδυνη. Και σημειώστε αυτό που θα σας πω. Αν εγώ θέλω να κρατήσω έναν άντρα, είμαι απολύτως σίγουρη ότι δεν πρόκειται να μου τον πάρει καμία άλλη. Επομένως, αν μου τύχει να μου έχει πάρει μια γυναίκα έναν άντρα θα πει ότι εγώ τον άφησα πρώτη. Σας παρακαλώ αυτό να το γράψετε έτσι ακριβώς».

Σε άλλες της συνεντεύξεις έχει μιλήσει, επίσης, για το συγκεκριμένο θέμα, επιμένοντας ότι η σχέση είχε τελειώσει πριν μπει στη ζωή του συζύγου της η Αλίκη. «Στα 7 χρόνια ο άντρας μου άρχισε να ξενοβλέπει, εγώ το μυρίστηκα και δεν μου άρεσε. Το κερατάκι μου το έχω φάει. Και νομίζω ότι είναι δεδομένο. Όταν ξέρεις πολύ καλά τον άλλον πιάνεις κάτι λεπτομέρειες περίεργες. Το άλλο πρόσωπο ήταν πολύ διάσημο αλλά δεν ήταν αυτή η αιτία. Πρώτα είχαμε χαθεί και μετά έγινε αυτή η συνάντηση της Αλίκης με τον άντρα μου που ήταν μόνοι τους επί 40 μέρες και γύριζαν μια ταινία».

Και αυτή δεν ήταν η μόνη φορά που είχε αναφερθεί στη σχέση του Ντίντι με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. «Όταν με τον άντρα μου είχαμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε και ήταν φυσικό ότι όπου να 'ναι θα χωρίσουμε βρέθηκε σε ένα νησί να γυρίζει ταινία με την Αλίκη και τα έφτιαξε με την Αλίκη. Με γεια του με χαρά του. Ήταν η στιγμή για να διαλύσουμε. Βγάλτε το πια αυτό που το μασάνε σε κάθε συνέντευξη. Χώρισες γιατί στον πήρε η Αλίκη. Καμία γυναίκα δεν παίρνει κανέναν άντρα από κανένα σπίτι, όταν ήδη το σπίτι δεν είναι έτοιμο να διαλυθεί».

Μιλώντας ανοιχτά για τις απιστίες του Αριστείδη Καρύδη Φουκς είχε πει σε άλλη της συνέντευξη: «Μετά από επτά χρόνια (σχέση και γάμος), αυτό το γρουσούζικο 7 έκανε μια σκανταλιά. Μόλις έγινα γνωστή ηθοποιός και νοικοκυρούλα και χαλάρωσα, μου βάρεσε ένα ωραίο κερατάκι. Το πήρα χαμπάρι και δεν το σήκωσα. Νόμιζα ότι ήταν το πρώτο, αλλά είχε φοβερό σουξέ στις γυναίκες. Χωρίσαμε, παραμείναμε όμως πάντα φίλοι. Ενάμιση χρόνο πριν πεθάνει, έμεινε στο σπίτι μου και μου έλεγε: "Τι να σου κάνω; Πριν σε παντρευτώ με είχαν χεσμένο. Μετά που παντρευτήκαμε, με ήθελαν όλες"».

H ίδια η Μάρω Κοντού είχε περιγράψει τη γνωριμία της και το γάμο της με τον Ντίντη ως εξής, σε συνέντευξή της:

Είχατε αρκετά χρόνια σχέση πριν παντρευτείτε. Πώς προέκυψε ο γάμος σας;

Αυτό είναι μια ολόκληρη ιστορία, σχεδόν μυθιστορηματική. Είχαμε σχέση πέντε χρόνια. Όταν βγήκα στο θέατρο, κατευθείαν πρωταγωνίστρια δίπλα στον Δημήτη Χορν, με το έργο Ρομανσέρο, Οκτώβριο του 1959, ήρθαν διάφοροι γαμπροί. Όπως λένε όλοι κι όπως βλέπω και φωτογραφίες, ήμουν μια κουκλάρα. Άρχισα, λοιπόν, να παίρνω ανθοδέσμες, επώνυμες κι ανώνυμες, στο θέατρο. Μέγας θαυμαστής και πολύ φίλος μου ήταν ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης, ο παραγωγός ταινιών, ο επονομαζόμενος «πρίγκιπας» του ελληνικού σινεμά. Ο Κλέαρχος το είχε πει ξεκάθαρα στον Ντίντη, ότι, αν χωρίζαμε, εκείνος θα με πολιορκούσε ερωτικά. Εγώ τον έβλεπα μόνο σαν φίλο και ποτέ δεν υπήρξε κάτι μεταξύ μας. Μετά από έναν καβγά που είχα με τον Φουκς, πήγα με τον Κλέαρχο στην Αθηναία για φαγητό. Κούκλοι και οι δύο, σηκωθήκαμε να χορέψουμε και ξαφνικά μπαίνει μέσα ο Ντίντης. Μας βλέπει, μας δείχνει ότι μας είδε και φεύγει.

Ποια ήταν η αντίδρασή σου;

Έπαθα πανικό. Φεύγουμε με τον Κονιτσιώτη, με πηγαίνει στο σπίτι και μέσα στο ασανσέρ με περίμενε ο Ντίντης. Η κατάληξη ήταν να πάμε και οι τρεις στο σπίτι του Κλέαρχου να μιλήσουμε. «Μου είπε η Μάρω ότι τσακωθήκατε, σ’ το είχα δηλώσει, στην πρώτη στραβή που θα γίνει, εγώ θα είμαι για τη Μάρω» είπε εκείνος στον Ντίντη κι αυτός θύμωσε κι έφυγε. Τις επόμενες μέρες εγώ κρατούσα το θυμό μου, δεν σήκωνα τηλέφωνα, δεν είχα επαφή με τον Ντίντη. Πλησίαζε Πρωτοχρονιά. Μου στέλνει ένα δώρο –ένα ζευγαράκι σε ένα παγκάκι με ένα φαναράκι– κι ένα γράμμα (μπλε φάκελος, μπλε κόλλα) που έλεγε: «Αν τα ξημερώματα της 1ης Ιανουαρίου 1960 δεν έρθεις να μιλήσουμε, δεν θα με βρει η ζωή». Ήταν και σεναριογράφος!

Πήγες στο κάλεσμα;

Παραμονή Πρωτοχρονιάς μάς καλεί ο Χορν, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου κι εμένα, στο σπίτι του για ρεβεγιόν και μας κάνει δώρο από ένα υπέροχο φόρεμα Ντίμης Κρίτσας. Μπαίνει ο νέος χρόνος, σβήνουν τα φώτα κι όταν ανάβουν, ένας άγνωστος κύριος που ήταν απέναντί μου μου εύχεται χρόνια πολλά και μου λέει: “Μα τι κάθεστε; Τρέξτε λοιπόν!”. Με πιάνει παγωμάρα, δεν ήξερε κανείς τίποτα. Λέω στον Χορν όλη την αλήθεια, μου λέει “Κάνε ό,τι θες, πουλάκι μου” και φεύγω. Τρέχω με τα πόδια στην πολυκατοικία, ανοιχτή η κάτω πόρτα, στερεωμένη με το χαλάκι. Πάω επάνω, ανοιχτή η πόρτα του διαμερίσματος, στερεωμένη με το χαλάκι. Τόσο καλά με ήξερε! Μπαίνω μέσα, είχε δύο κεριά αναμμένα, είχε ρίξει ένα άδειο μπουκάλι κι ένα άδειο κουτί από χάπια στο πάτωμα κι ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Σηκώνεται, με αγκαλιάζει και μου λέει: «Πάμε στο Πικέρμι, στον Αρία το κέντρο, να κάνουμε Πρωτοχρονιά; Τα έφαγα όλα αυτά, λουκούμι!». Τότε μου έκανε την πρόταση γάμου, 1η Ιανουαρίου του 1960, και σε δέκα μέρες παντρευτήκαμε.

Ήταν ευτυχισμένη στιγμή ο γάμος;

Περίεργη στιγμή. Με φόβισε και λίγο, μου άρεσε κιόλας. Δεν το είχαμε σαν όνειρο να παντρευτούμε, κανένας από τους δυο μας. Συνήθως οι γυναίκες σκαλίζουν εντέχνως το θέμα του γάμου. Αφού μου το πρότεινε, εκ των υστέρων σκέφτηκα το «γιατί». Ένιωσε απειλή από τον Κονιτσιώτη και τους επίδοξους γαμπρούς και ήθελε να με έχει σίγουρη.

Ήταν ξαφνικό, δεν έβαλες καν νυφικό…

Έβαλα ένα ρούχο του Dior, που το είχα αντιγράψει σε μοδίστρα, και δύο στοιχεία από νυφικό, τούλι στο κεφάλι και γάντια. Ήμασταν λίγο ανατρεπτικοί γενικώς. Κουμπάρος μας ήταν ο Γιάννης Μαρής, μας το ζήτησε μόνος του. Τότε γυρίζαμε τις ταινίες Έγκλημα στο Κολωνάκι και Έγκλημα στα Παρασκήνια, είχαμε γίνει φίλοι και γίναμε και κουμπάροι.

 

Πηγή: iefimerida.gr

Σχόλια