Life

Tetris, Pacman, Space Invaders: Πόσα… τάλιρα δεν είχαμε δώσει στα «ουφάδικα»;

Θυμόμαστε τα παιχνίδια της… θρυλικής δεκαετίας του ’80

Θα θυμάστε σίγουρα οι μεγαλύτεροι τις ατέλειωτες ώρες που περνούσαμε ως πιτσιρικάδες στις παλιές εκείνες κονσόλες κυνηγώντας μπίλιες με τα μικρά κίτρινα ανθρωπάκια στο γνωστό Pacman ή εξωγήινους στο επίσης κλασικό Space Invaders. Πόσα τάλιρα ή δεκάρικα από το χαρτζιλίκι δε μας είχαν χαρίσει ώρες ατέλειωτες μπροστά στις τεράστιες οθόνες-κουτιά, στα «ουφάδικα», όπως τα αποκαλούσαμε.

Ήταν η «θρυλική» δεκαετία του ’80 χωρίς ιντερνέτ, χωρίς κινητά, χωρίς έγχρωμες τηλεοράσεις, χωρίς προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή τάμπλετ, η εποχή του ενός τηλεφώνου στη γειτονιά, της ντίσκο και βεβαίως των ηλεκτρονικών παιχνιδιών στα καφενεία, που συναγωνίζονταν για το ποιο θα φέρει το καλύτερο, τελευταίας τεχνολογίας παιχνίδι, που “θρέφονταν” από τα χαρτζιλίκια.

Ήταν τα χρόνια του ρωσικού Tetris που κατέκτησε τη Δύση και του επίσης θρυλικού Pacman της ιαπωνικής Namco. Το νοσταλγικό για πολλούς από εμάς Space Invaders έχει πλέον περάσει τα σαράντα... Και βεβαίως η επέτειος δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τους Ιάπωνες, που γιόρτασαν πέρυσι τα γενέθλια του παιχνιδιού σε έναν εκθεσιακό χώρο στο Τόκιο. Το arcade, όπως είναι ο χαρακτηρισμός αυτού του είδους παιχνιδιών, Space Invaders αναπτύχθηκε το 1978 από την εταιρεία Taito και σύντομα έγινε παγκοσμίως γνωστό. Για την επέτειο δημιουργήθηκε μια τεράστια κονσόλα στην πρόσοψη του εκθεσιακού χώρου, όπου οι παίκτες μπορούσαν με φόντο το νυχτερινό Τόκιο να απολαύσουν το κυνηγητό με τα εξωγήινα σκάφη. Εκεί βρίσκονταν και ο πατέρας του Space Invaders, ο Τομοχίρο Νισικάντο, ο οποίος εξέφρασε την ικανοποίησή του για το ότι το παιχνίδι κατέκτησε τον κόσμο και διατηρεί αυτή την... ισχύ για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στην έκθεση για τα γενέθλια του Space Invaders παρουσιάστηκαν τα αρχικά σχέδια που οδήγησαν στη δημιουργία του δημοφιλούς παιχνιδιού, το οποίο έχει και μια θέση στη γνωστή λίστα των Βιβλίων Γκίνες ως ένα από τα κορυφαία σε επίπεδο δημιουργικότητας, καθώς επίσης τεχνολογικών και πολιτιστικών επιδράσεων παγκοσμίως. Διάκριση όχι άδικη, αν σκεφτεί κανείς ότι το Space Invaders σημάδεψε τις αναμνήσεις μας από εκείνα τα χρόνια και συνεχίζει να το κάνει με τους «διαδόχους» του. Άλλωστε η εφημερίδα “The Times” έχει χαρακτηρίσει το Space Invaders ως το βιντεοπαιχνίδι με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία.

Ο Νισικάντο εμπνεύστηκε το παιχνίδι από τον «Πόλεμο των Κόσμων» και τον «Πόλεμο των Άστρων», ενώ η τελειοποίηση και εξέλιξή του ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη δουλειά με τα μέσα της εποχής. Ήδη με την πρώτη έξοδό του στις αγορές φάνηκε ότι θα ήταν ένα εξαιρετικά επιτυχημένο εγχείρημα, ενώ δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους και οι αμέτρητοι «διάδοχοί» του που ακολουθούσαν το παρόμοιο, απλό στη σύλληψή του, μοτίβο: μια σειρά από εξωγήινα σκάφη που εισβάλλουν στη Γη και ο χρήστης με μόνη προστασία τέσσερα οχυρά προσπαθούσε να τα καταρρίψει. Μόνο που, καθώς η εισβολή συνεχιζόταν, τα σκάφη γίνονταν ολοένα και πιο επιθετικά, με αποτέλεσμα ο χρήστης να ρίχνει κιλά ιδρώτα και βεβαίως πολλά τάλιρα ή δεκάρικα στο μηχάνημα για να συνεχίσει το παιχνίδι.

Το Space Invaders γέννησε μια ολόκληρη γενιά διαδόχων, ενώ αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τη δεκαετία του ’80 ως κλασική εικόνα της λεγόμενης «ποπ κουλτούρας».

Το αιώνιο Τetris και η Ελλάδα

Και αν οι Ιάπωνες κατέκτησαν τη Δύση εισβάλλοντας στα σπίτια ολόκληρου του κόσμου με τα... διαστημόπλοια του Space Invaders, οι Ρώσοι τα κατάφεραν με τα... τουβλάκια. Μιλάμε φυσικά για τον άλλο θρύλο των παιχνιδιών arcade, το Τetris, που συνεχίζει να κάνει τον κόσμο να... παραμιλά μπροστά στις οθόνες προσπαθώντας να βάλει στη σωστή σειρά τα τουβλάκια που πέφτουν εξ... ουρανού!

Το Τetris δεν είναι ένα απλό παιχνίδι. Είναι ένα ακόμα σύμβολο εκείνων των χρόνων και μάλιστα με ελληνική ρίζα, αφού ο «πατέρας» του, ο Ρώσος μαθηματικός Αλεξέι Πατζίτνοφ, απέτισε φόρο τιμής στη χώρα μας «βαπτίζοντας» το παιχνίδι που λάνσαρε στις 6 Ιουνίου 1984 από το ελληνικό αριθμητικό πρόθημα «τέτρα-» και τη λέξη «τένις», το αγαπημένο του άθλημα. Ο Πατζίτνοφ δεν ήταν φυσικά ένας οποιοσδήποτε κατασκευαστής παιχνιδιών, καθώς ως μέλος τής τότε Σοβιετικής Ακαδημίας Επιστημών, στον τομέα των Υπολογιστών, μπορούσε να δει πέρα από τα απλά γεωμετρικά σχήματα και τους αλγόριθμους. Όπως όμως συμβαίνει συνήθως, ο πατέρας του Τetris δεν κατάφερε, παρά την επιτυχία του παιχνιδιού, να καρπωθεί ούτε δόξα, ούτε χρήμα, καθώς η αναγνώριση ήρθε πολύ αργότερα. Ένα χρόνο μετά τη γέννησή του στους προδρομικούς τότε υπολογιστές, τον Ιούνιο του 1985, το Τέτρις πέρασε στη νέα - τότε - εποχή μέσω υπολογιστών ΙΒΜ, από τον επίσης Ρώσο Βαντίμ Γερασίμοφ. Τη σκυτάλη πήραν προγραμματιστές από την Ουγγαρία, οι οποίοι και έβγαλαν στην αγορά την εκδοχή του Τetris σε προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ενώ, βλέποντας την αλματώδη θριαμβευτική πορεία του παιχνιδιού, Βρετανοί ζήτησαν τα πνευματικά δικαιώματα από τον Πατζίτνοφ, συναντώντας όμως ένα «νιετ». Έτσι οι προγραμματιστές από τη Βρετανία αναζήτησαν άλλες εκδοχές του Τetris, κυρίως βασισμένες στην ουγγρική έκδοση σε προσωπικούς υπολογιστές, ανοίγοντας τον δρόμο για την υπερατλαντική... «κατάκτηση» μικρών και μεγάλων, που δε χόρταιναν να βάζουν στη σειρά τουβλάκια.

Λίγα χρόνια αργότερα η κυριαρχία του Τetris ήταν σχεδόν απόλυτη. Από τον Ιανουάριο του 1988 το παιχνίδι βρισκόταν σε κάθε σχεδόν σκληρό δίσκο των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ τον Μάιο της ίδιας χρονιάς είχε σπάσει όλα τα ρεκόρ πωλήσεων. Την επόμενη χρονιά, το 1989, μέσα από τη φορητή κονσόλα της Nintendo “GameBoy”, εγκαινίαζε τη νέα εποχή των παιχνιδιών arcade, με τους ύμνους από εξειδικευμένα έντυπα να μη σταματούν και τον χαρακτηρισμό «το πιο δημοφιλές όλων των εποχών» να είναι φυσικά ο κυρίαρχος.

Η… πίτσα, το Pacman και ο θρίαμβος

Το Pacman είναι ένας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα των αναμνήσεών μας που μας συνδέει με τη δεκαετία του ’80. “Γεννήθηκε» κάπου ανάμεσα σε ένα αναψυκτικό και ένα χορταστικό κομμάτι πίτσας, όταν ένας νεαρός σχεδιαστής ηλεκτρονικών παιχνιδιών, που εργαζόταν στην ιαπωνική εταιρεία Namco και ήταν υπεύθυνος για το arcade παιχνίδι Galaxian, ο 24χρονος τότε Τόρου Ιβατάνι, αποφάσισε ένα απόγευμα να αφήσει για λίγο τη δουλειά και να βγει έξω για πίτσα με τους φίλους του. Οι παραγγελίες δόθηκαν και, κουβέντα στην κουβέντα, ήρθε η χορταστική λιχουδιά. Με την πρώτη μπουκιά, το βλέμμα του Τόρου έπεσε στο σχήμα που είχε η πίτσα, καθώς της έλειπε ένα μόνο κομμάτι. Κάτι χτύπησε “κόκκινο» στο μυαλό του και τα μικρά φαιά κύτταρα άρχισαν να δουλεύουν πυρετωδώς. Η έμπνευση είχε μόλις βρει τον δρόμο της χάρη στην πίτσα, και το παιχνίδι είχε μπει ήδη στα σκαριά.

Η εταιρεία Namco ονόμασε αρχικά το παιχνίδι, που πρωτοκυκλοφόρησε στις 10 Οκτωβρίου 1979 στην Ιαπωνία, “Puck-man”, από το γιαπωνέζικο όρο “paku-paku” που υποδηλώνει τον ήχο τον οποίο κάνει κάποιος όταν τρώει. Στις ΗΠΑ, όμως, η εταιρεία Midway, που ανέλαβε τη διανομή, ύστερα από συμβουλές διαφημιστών που έβλεπαν να ανοίγεται διάπλατα η διεθνής καριέρα του, το «βάφτισε» Pacman, θεωρώντας το ως πλέον εύηχο και εύκολο ώστε να συγκρατηθεί στη μνήμη. Την ίδια στιγμή, οι θανάσιμοι εχθροί τού Pacman, τα γνωστά μας «φαντασματάκια», πήραν τα ονόματα “Blikny”, “Pinky”, “Inky" και “Clyde”. Τον θρύλο για τη γέννηση του Pacman έσπευσε να καλλιεργήσει ο ίδιος ο Ιβατάνι ποζάροντας σε μια φωτογράφηση με μια μισοφαγωμένη πίτσα, όμως λίγα χρόνια αργότερα, το 1986, παραδέχτηκε ότι η ιστορία ήταν αληθινή μόνο κατά το ήμισυ, καθώς στην Ιαπωνία ο χαρακτήρας του στόματος δεν είναι κυκλικός αλλά τετράγωνος σε σχήμα. Ο ίδιος όμως, όπως δήλωσε, αποφάσισε να τον «στρογγυλοποιήσει». Όπως και αν έχει, το παιχνίδι δεν άργησε να απογειωθεί και να γίνει από τα πλέον δημοφιλή στην ιστορία. Γνώρισε πολλούς «απογόνους» και «κλώνους», ενώ συνεχίζει ακόμα να καθηλώνει στις οθόνες, είτε των τάμπλετ, είτε των ηλεκτρονικών υπολογιστών, είτε των «έξυπνων» κινητών, μικρούς και μεγάλους με τις ώρες..!

Σχόλια