Ρέθυμνο

Δύο δικηγόροι στις βουλευτικές εκλογές στο Ρέθυμνο

Η μάχη των... δικηγόρων θα δοθεί στις πολιτικές εκλογές στο Ρέθυμνο, αφού δύο γνωστοί δικηγόροι του Ρεθύμνου, δημοσιοποίησαν την πρόθεσή τους να αναδειχθούν στο βουλευτικό αξίωμα

Την αρχή έκανε ο Νίκος Κοτζαμπασάκης με το ΚΙΝΑΛ και ακολούθησε ο Θωμάς Λεχωβίτης με τη ΝΔ.

Με γραπτή δήλωσή του, ο γνωστός Ρεθυμνιώτης δικηγόρος Θωμάς Λεχωβίτης, κάνει γνωστή την συμμετοχή του στο ψηφοδέλτιο της Ν.Δ. στις επερχόμενες εκλογές.

Στη δήλωσή του αναφέρει συγκεκριμένα:

«Επειδή τον τελευταίο καιρό, γίνεται πολύ λόγος για την ενδεχόμενη συμμετοχή μου στο της Ν.Δ., ως υποψήφιος Βουλευτής Ρεθύμνου του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, όποτε αυτές προκηρυχθούν, αισθάνομαι ότι οφείλω μια καθαρή δήλωση στους πολίτες του Ρεθύμνου, που θα αποτελεί συνάμα και πολιτική μου δέσμευση.

Υπό το πρίσμα αυτό, ανακοινώνω δημόσια ότι αποδέχθηκα τη πρόταση συστράτευσης μου, με τους άλλους υποψήφιους του κόμματος της Ν.Δ., υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ώστε η Ν.Δ. να καταγραφεί ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη κατά τις επικείμενες εκλογές του 2019 και σχηματίσει κυβέρνηση, την πρώτη της χώρας, μετά τη μνημονιακή περιπέτεια.

Δεν ανήκω στο κομματικό στελεχικό προσωπικό της Ν.Δ., αλλά η κυβερνητική πρόταση του αρχηγού της, Κυριάκου Μητσοτάκη, θεωρείται (και δικαιολογημένα) κατά κοινή ομολογία, ακόμη και εκτός των τειχών του κόμματος του οποίου ηγείται, ως η πλέον τολμηρή αποφασιστική, ρηξικέλευθη και παράλληλα απολύτως ρεαλιστική και εφαρμόσιμη.

Το πολιτικό άγος που αποτυπώθηκε ως δερματικός ιστός στη κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ κατά το διάστημα 2015-2019, με το δραματικό εκφυλισμό του πολιτικού λόγου, την εδραίωση του λαϊκισμού, την κυριαρχία της αναξιοκρατίας, και του αμοραλισμού αναγκάζει εκ του αποτελέσματος, επιτέλους, την ελληνική κοινωνία να το αποπέμψει και να το απωθήσει στην ιστορική της μνήμη, ώστε να της θυμίζει στο μέλλον τα δεινά που της επιφυλάσσονται, κάθε φορά που σε εποχές κρίσης επιτρέπεται στη Δημαγωγία, να της υπαγορεύει συμπεριφορές και τρόπους αντίδρασης.

Η συγκυβέρνηση της, κατά δήλωση της πλέον, Αριστεράς, υπό τον Αλέξη Τσίπρα με το ακροδεξιό μόρφωμα του Πάνου Καμμένου, δεν καθυστέρησε μόνο την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια κατά τρία έτη, υποβάλλοντας την σε καθεστώς ύφεσης και λιτότητας, σε καιρούς μάλιστα που όλα τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη της Ένωσης, απολάμβαναν πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης και αναπτυξιακών κινήτρων. Έπραξε κάτι πολύ χειρότερο, γιατί είναι εθνικά επιζήμιο: Συνδύασε τη παραμονή της στην εξουσία με μια φαύλη πολιτική διχασμού των Ελλήνων, αναθεματίζοντας συστηματικά και χυδαία όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης, την ώρα που τα κυβερνητικά της σχήματα, αναζητούσαν τα πολιτικά απορρίμματα εκείνης της περιόδου.

Όποια παθογένεια της μεταπολιτευτικής περιόδου, καταγγέλθηκε από την παρούσα συγκυβέρνηση, αντί να εκλείψει, αποτέλεσε δυστυχώς, πυρηνικό στοιχείο της δικής της πολιτικής. Γι’ αυτό και η θλιβερή απάντηση των κυβερνητικών εταίρων σε κάθε επιχείρηση κριτικής. «Γιατί εσείς τι κάνατε όταν κυβερνούσατε ;».

Στον προνομιακό της χώρο, αυτόν δηλαδή της επικοινωνιακής τακτικής η παρά φύση συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όταν δεν θύμιζε τις καλύτερες στιγμές ενός Σταλινικού bureau politique, παρέπεμπε σίγουρα σε ρωμαϊκή αγορά κατά τα χρόνια της παρακμής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όταν ο όχλος χειραγωγείτο με βοηθήματα σιτιστικά και θεάματα.

Σ’ αυτό το χρονικό πλαίσιο της ηθικής και ψυχικής καταρράκωσης φρονηματικά, ενός περήφανου λαού, όπως ο Ελληνικός, καλείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης, να ηγηθεί της εκστρατείας για επιστροφή κατ’ αρχήν στη κανονικότητα, που σημαίνει εδραίωση της ελευθερίας των πολιτών, των θεσμών της Δημοκρατίας, εμπέδωση του διακριτού ρόλου των τριών εξουσιών, εφαρμογή του Συντάγματος και κυρίως επιβολή της αξιοκρατίας, ως ουσιαστικής συνιστώσας της δημοκρατικής λειτουργίας, ώστε να επανέλθει η αξιοπιστία της χώρας στο Διεθνές περιβάλλον, με τη θεσμική της θωράκιση.

Και μετά να εγγυηθεί την ανάπτυξη του τόπου, με απόδοση των ωφελημάτων από αυτήν σε όλο το λαό.

Και άλλα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, του συνταγματικού λεγόμενου τόξου, όπως το ΚΙΝΑΛ και το ΠΟΤΑΜΙ, έχουν κατά καιρούς καταθέσει θετικές προτάσεις για έξοδο από τη κρίση, γόνιμες για πολύπλευρο διάλογο. Εναπόκειται όμως στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ως αρχηγού του πλειοψηφούντος κόμματος, να ενσωματώσει ό,τι θετικό εξάγει ένας ουσιαστικός πολιτικός προβληματισμός στη δική του κυβερνητική πολιτική.

Από αυτό το προσκλητήριο επομένως δεν θα μπορούσα να λείψω. Ως απλός στρατιώτης, χωρίς κομματικές αγκυλώσεις και αναφορές. Με μόνο μου όπλο το ήθος, που νομίζω ότι διαθέτω, την εργασιακή μου εμπειρία και τις κοινωνικές μου παραστάσεις. Η νέα βουλή εξάλλου θα πρέπει να ανανεωθεί τόσο, σε στελεχικό δυναμικό, όσο το επιβάλλουν οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η χώρα στο μεταμνημονιακό πολιτικό, οικονομικό και διεθνές περιβάλλον».

Την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου στις 20.00, ο υποψήφιος βουλευτής Ρεθύμνου του ΚΙΝΑΛ, Νίκος Κοτζαμπασάκης, θα παραθέσει την πρώτη του προεκλογική ομιλία, στο ωδείο Ρεθύμνου, πρόσφατα παρενέβη και για θέματα του πανεπιστημίου Κρήτης:

Αν κάτι είναι βέβαιο για όσους διακονούν τόσο την Ανώτατη Εκπαίδευση, όσο και τη Δικαιοσύνη, είναι ότι η χώρα δεν χρειάζεται καμία καινούρια Νομική Σχολή. Ότι η ίδρυση μίας ακόμη Νομικής δεν μπορεί να είναι προϊόν κανενός σοβαρού προγραμματισμού, δεν διασταυρώνεται με την αγορά εργασίας, αλλά θα επαυξήσει απλώς τις στρατιές των ανέργων, θα δημιουργήσει ακόμη περισσότερες φρούδες ελπίδες σε χιλιάδες οικογένειες, χωρίς αντίκρυσμα - άρα εξαπατεί.

Την ώρα που δεν διαθέτουμε σοβαρά ΑΕΙ για τον Τουρισμό, που οι Εφαρμοσμένες Επιστήμες είναι διασωληνωμένες, που δεν εκπαιδεύουμε νέους επιστήμονες στην τυποποίηση των αγροτικών προϊόντων, που η καινοτομία πελαγοδρομεί σ' έναν αγώνα μοναχικό, συνεχίζουμε τις πολιτικές από το παρελθόν, δηλαδή την πελατειακή εξυπηρέτηση παραγόντων και περιοχών-γυρίζοντας την πλάτη στο μέλλον.

Αλλά, αν παρ' ελπίδα υποτεθεί ότι χρειάζεται μία νέα Νομική, πού θα έπρεπε να ιδρυθεί αυτή, στην Πάτρα, ή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και συγκεκριμένα στο Ρέθυμνο, όπου υφίστανται και λειτουργούν εξαιρετικά Τμήματα Κλασικών Σπουδών, όπως και Τμήματα συναφούς αντικειμένου [Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες], με προφανές το όφελος και μόνον εκ της διεπιστημονικής συνέργειας;

Νομική Σχολή δεν πρέπει να ιδρυθεί. Αλλά, αν ιδρυθεί, πρέπει να τη διεκδικήσουμε. Αφού διασφαλίσουμε και τη λειτουργία της Σχολής Τουρισμού στο Ρέθυμνο.

Μπορούμε. Αλλά θέλουμε, επιτέλους, να διεκδικήσουμε;».

Σχόλια