Ηράκλειο

Τριάντα χρόνια από το κάψιμο της Νομαρχίας: Η μάχη για την «τιμή» της σταφίδας

Μνήμες από την επεισοδιακή Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 1991, ανασύρουν αγρότες και συνδικαλιστές που είχαν τότε ξεσηκωθεί για την τιμή της σταφίδας - Αφιέρωμα της «ΝΚ»

Όπλα κατά των αστυνομικών έβγαλαν σε ανύποπτο χρόνο εξαγριωμένοι αγρότες, την ώρα που το κτήριο της Νομαρχίας Ηρακλείου είχε παραδοθεί στις φλόγες. Την αποκάλυψη αυτή κάνει η «ΝΚ» σήμερα, 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της Νομαρχίας, φέροντας για πρώτη φορά στη δημοσιότητα μαρτυρίες αγροτικών στελεχών, που θυμούνται πως «σαν από θαύμα» δε χάθηκε ανθρώπινη ζωή.

Το ημερολόγιο, λοιπόν, έγραφε Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 1991. Την ημέρα εκείνη, μάλιστα, «μετρούσαμε» άλλα 29 χρόνια από το ιστορικό συλλαλητήριο του 1962, πάλι για τη σταφίδα, στην πλατεία Ελευθερίας. Τότε, δηλαδή, που η κυβέρνηση της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή «υποδεχόταν» 25.000 διαδηλωτές, όχι μόνο με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, αλλά και με οπλισμένους φαντάρους. Και όπως έγραφε η εφημερίδα φέτος στις 26 Ιουλίου (κάτι το οποίο ουδέποτε εγράφη σε αυτά τα 59 χρόνια), οι στρατιώτες, σύμφωνα με μαρτυρίες, φαίνεται να χρησιμοποίησαν ακόμα και αληθινές σφαίρες για να διαλύσουν τον κόσμο, πυροβολώντας για εκφοβισμό. Οι τότε, λοιπόν, τριαντάρηδες, 30 χρόνια μετά, στην ίδια πλατεία, έρχονται με ακόμα πιο άγριες διαθέσεις, «κουβαλώντας» στις μνήμες τους τις περίφημες υποσχέσεις του... στρατηγού (!) Βαρδουλάκη για ένα πενηνταράκι αύξησης στη σταφίδα, που δεν τους δόθηκε ποτέ!

Η «ΝΚ» σήμερα δημοσιεύει για πρώτη φορά μαρτυρίες που αποκαλύπτουν ότι αρκετοί διαδηλωτές οπλοφορούσαν τότε και κάποιοι από αυτούς, την ώρα του μεγάλου χαμού, έβγαλαν πιστόλι μέσα στη Νομαρχία Ηρακλείου, λέγοντας ότι δε θα διστάσουν να πυροβολήσουν από το μπαλκόνι και τα παράθυρα του κτηρίου κατά των ανδρών των ΜΑΤ, κάτι που ευτυχώς απέτρεψαν τα μέλη της Συντονιστικής Επιτροπής.

Αλλά σήμερα, επίσης για πρώτη φορά, θα παρουσιάσουμε και τα στοιχεία εκείνα που «συνδέουν» μεταξύ τους τα δύο ιστορικά συλλαλητήρια, αφού τουλάχιστον οι μισοί από τους αγρότες του Ηρακλείου, που κατέβηκαν στην πλατεία Ελευθερίας τη Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 1991, ένιωθαν πως είχαν το καθήκον να συνεχίσουν τη διαμαρτυρία της Τετάρτης 25 Ιουλίου 1962, «κουβαλώντας» μέσα τους όλα αυτά τα χρόνια τη σκληρή αντιμετώπιση που συνάντησαν από την Ελληνική Χωροφυλακή και τον Ελληνικό Στρατό της εποχής ΕΡΕ.

Όπως γράφαμε και στο αφιέρωμα για το συλλαλητήριο του 1962, η κυβέρνηση Καραμανλή, αδυνατώντας να ελέγξει την οργή του πλήθους, κατέβασε από την Αθήνα τον στρατηγό Βαρδουλάκη, ο οποίος μίλησε στους διαδηλωτές από το μπαλκόνι της Νομαρχίας, δίνοντάς τους... τον λόγο της τιμής του ότι η κυβέρνηση θα τους έδινε την αύξηση που ζητούσαν. Μόλις ένα πενηνταράκι, δηλαδή, στην τιμή ασφαλείας της σταφίδας, που εκείνη την περίοδο ήταν στις 6,50 δραχμές το κιλό και θεωρούταν χαμηλή για τις ανάγκες των αγροτών, αφού είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά από τον περονόσπορο, που «χτύπησε» τα αμπέλια σε Κρήτη και Πελοπόννησο, τη χρονιά του 1960!

Από νωρίς «μύριζε μπαρούτι»

Ήταν από τις πιο θερμές ημέρες εκείνη του Σεπτέμβρη του 1991. Το θερμόμετρο είχε χτυπήσει «κόκκινο», την ώρα που χιλιάδες αμπελουργοί κατέβαιναν από τα χωριά τους με μαύρες σημαίες, αγροτικά αυτοκίνητα και πολλά τρακτέρ, γεμίζοντας την πλατεία Ελευθερίας, για να διεκδικήσουν πολιτική στήριξης της σταφίδας και να διαμαρτυρηθούν που άλλαζε ο κανονισμός και καταργούταν ο κρατικός προστατευτισμός.

Το συλλαλητήριο εκείνο ήταν τόσο μαζικό, που μόνο με το συλλαλητήριο του 1962 μπορούσε να συγκριθεί σε όγκο και παλμό. Εκτιμάται ότι ο κόσμος ξεπέρασε τους 15 χιλιάδες, αλλά υπάρχει και μια εκτίμηση σύμφωνα με την οποία στην εξέλιξή του το συλλαλητήριο εκείνο συγκέντρωσε τον ίδιο ή και περισσότερο κόσμο σε σχέση με το συλλαλητήριο που είχε γίνει 29 χρόνια πριν, στην ίδια πλατεία, και πάλι για τη σταφίδα, με τη συμμετοχή 20.000 ή και 25.000 διαδηλωτών!

«Εκείνο το συλλαλητήριο δεν ήταν κομματικό. Ήταν καθαρά ταξικό. Από τα λίγα ταξικά συλλαλητήρια που έχουμε κάνει μέχρι σήμερα. Πρέπει να είχαμε μαζευτεί τουλάχιστον 15.000 διαδηλωτές»

Ναπολέων Λουκαδάκης, πρώην πρόεδρος ΟΑΣΝΗ

Κι ενώ στα γεγονότα του 1962 είχαμε τον περονόσπορο του 1960, σε εκείνα τα γεγονότα είχε προηγηθεί το τελειωτικό χτύπημα των αμπελιών μας από τη φυλλοξήρα.

Ο Ναπολέων Λουκαδάκης, που τότε ήταν πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής και πρόεδρος της ΟΑΣΝΗ, θυμάται πως «ήταν η μεγαλύτερη ζέστη εκείνου του καλοκαιριού. Αλλά ο κόσμος ήταν αποφασισμένος. Δεν υπήρχαν «χρώματα». Εκείνο το συλλαλητήριο δεν ήταν κομματικό. Ήταν καθαρά ταξικό. Από τα λίγα ταξικά συλλαλητήρια που έχουμε κάνει μέχρι σήμερα. Πρέπει να είχαμε μαζευτεί τουλάχιστον 15.000 διαδηλωτές...».

«Συνεταιριστής είχε βγάλει πιστόλι»

Ο παλαίμαχος συνδικαλιστής των αγροτών Στάθης Φραγκιαδάκης, από το Κυπαρίσσι, που μετείχε στη Συντονιστική Επιτροπή του συλλαλητηρίου, αποκαλύπτει για πρώτη φορά σήμερα πολύ δύσκολες καταστάσεις, που «μύριζαν» μπαρούτι.

«Είδα με τα μάτια μου πρόεδρο συνεταιρισμού, που δεν είναι σήμερα στη ζωή, να έχει βγάλει το πιστόλι και να σημαδεύει από το παράθυρο της Νομαρχίας τούς αστυνομικούς», αποκαλύπτει 30 χρόνια μετά, μιλώντας στην εφημερίδα μας, ο Στάθης Φραγκιαδάκης. ««Τι κάνεις εκεί; Τρελός είσαι;», του φώναξα. «Θα τους σκοτώσω», μου είπε. Κι εγώ τότε τον έπεισα να κατεβάσει το όπλο λέγοντάς του: «Μπορεί να σκοτώσεις το παιδί ενός συγγενή ή ενός φίλου σου. Για όνομα του Θεού. Βάλε το πιστόλι στην τσέπη»...».

Αλλά το περιστατικό αυτό επιβεβαιώνει στη «Νέα Κρήτη» σήμερα και ο τότε πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Αγώνα του ιστορικού εκείνου συλλαλητηρίου, Ναπολέων Λουκαδάκης. «Μόλις τον είδα του είπα να κατεβάσει το όπλο. Πράγματι. Η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη. Δεν το έκανε, όμως, μόνο αυτός. Πολλοί είχαν τραβήξει όπλο. Διότι, εκείνη τη μέρα, ήταν πολλοί που οπλοφορούσαν. Πραγματικά δεν ξέρω πώς τα καταφέραμε. Καταλαβαίνετε τι θα είχε συμβεί αν είχαμε νεκρό...».

Μάλιστα, πολύ πριν το συλλαλητήριο κατέβαιναν από την Αθήνα κορυφαίοι αγροτοσυνδικαλιστές και προετοίμαζαν το έδαφος, συμβουλεύοντας τους Ηρακλειώτες συνδικαλιστές ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να περιφρουρήσουν τον αγώνα. Μεταξύ αυτών ήταν ο τότε πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ Βαγγέλης Αργύρης, με τον τότε γενικό γραμματέα της Συνομοσπονδίας Νίκο Λιόλιο, και ο τότε πρόεδρος της ΓΕΣΑΣΕ Βασίλης Ζαρκινός (που στις 13 Δεκεμβρίου του 1999 βρήκε φριχτό θάνατο σε πολύνεκρο δυστύχημα στο ύψος των Καμμένων Βούρλων, μαζί με τρεις δημάρχους του νομού Καρδίτσας, καθώς ταξίδευαν για Αθήνα)...

«Το ίδιο έγινε και το ’62»

Ο Στάθης Φραγκιαδάκης θυμάται ότι, «πολλές μέρες πριν εκείνο το συλλαλητήριο, η αντιπροσωπία των αγροτικών στελεχών που πήγαινε στα χωριά και καλούσε τους αγρότες σε ξεσηκωμό δεν άκουγε τίποτε άλλο παρά τη φράση... «το ίδιο έγινε και το ’62». Και στο τέλος μας κορόιδεψαν. Και μπορεί τότε η Νομαρχία να μην κάηκε, όμως τώρα θα καεί αν μας ξανακάνουν τα ίδια...».

«Είδα με τα μάτια μου πρόεδρο συνεταιρισμού, που δεν είναι σήμερα στη ζωή, να έχει βγάλει το πιστόλι και να σημαδεύει από το παράθυρο της Νομαρχίας τούς αστυνομικούς»

Στάθης Φραγκιαδάκης, παλαίμαχος συνδικαλιστής

Ο Στάθης Φραγκιαδάκης συνεχίζει προς την εφημερίδα μας τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Αυτά μας τα έλεγαν άνθρωποι 45 και 50 χρονών, που το ’62 ήταν 25, 30 και 35 χρονών. Τουλάχιστον ο μισός κόσμος που κατέβηκε στο συλλαλητήριο του 1991 είχε συμμετάσχει και στο συλλαλητήριο του 1962. Και το 1991 οι άνθρωποι είχαν αυτοκίνητα δικά τους. Κάτι που δεν υπήρχε το 1962. Μπορούσε λοιπόν να μετακινηθεί ο κόσμος. Έτσι, πολλές μέρες νωρίτερα, υπήρχε η αίσθηση ότι θα κατέβαινε τόσος κόσμος, που δε θα μας «έβαζε» η πλατεία. Εμείς αυτό που λέγαμε στις περιοδείες μας στα χωριά ήταν «προσέξτε να μην παρεκτραπούμε»...».

Ο σταφιδοπαραγωγικός κόσμος της Κρήτης ζητούσε τότε από την κυβέρνηση του Κώστα Μητσοτάκη, με υπουργό Γεωργίας τον Σωτήρη Κούβελα και υφυπουργό Γεωργίας τον Χρήστο Κοσκινά, μια γενναία στήριξη της κρητικής αμπελουργίας, που είχε «πληγωθεί» ανεπανόρθωτα από τη φυλλοξήρα. «Εμείς είχαμε ξεκινήσει την αναμπέλωση τα προηγούμενα χρόνια. Αλλά, στο μεταξύ, δεν είχαμε παραγωγή για να ζήσουμε. Και έτσι είχαμε ανάγκη στήριξης του εισοδήματός μας. Και φυσικά ζητούσαμε και «πάγωμα» των χρεών μας στην ΑΤΕ, αφού τα επιτόκια τότε ξεπερνούσαν το 25%», θυμάται ο Στάθης Φραγκιαδάκης.

Αλλά τότε υπήρχε και ο νέος κοινοτικός κανονισμός για τη σταφίδα, που χαρακτηριζόταν ως «ταφόπλακα». «Ήρθε πράγματι και η αλλαγή του κανονισμού του 1990, που εμείς δεν τον είχαμε ακόμα καταλάβει, γιατί στο μεταξύ δεν είχαμε σταφίδα. Αυτός ο κανονισμός καταργούσε την κρατική συγκέντρωση...».

Τα δακρυγόνα έριξαν το «λάδι στη φωτιά»

Η ώρα ήταν 11 το πρωί, όταν οι εκπρόσωποι του κράτους, δηλαδή ο τότε νομάρχης Ηρακλείου, Στράτος Παπαδάκης, και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Γεωργίας, Νίκος Ψιλάκης, δέχονταν την αντιπροσωπία των αγροτών. «Εγώ με τον Αριστείδη Σχοιναράκη είχαμε πάρει ένα πανό με τη λέξη «κατάληψη», που για να το περάσουμε το είχα κρύψει κάτω από την μπλούζα μου. Είχαμε αποφασίσει να το κρεμάσουμε στο μπαλκόνι της Νομαρχίας, την ώρα της συνάντησης. Ήταν μέσα και οι τοπικοί βουλευτές, ενώ υπήρχε ανοιχτή ακρόαση με τον αείμνηστο Γιώργο Σενετάκη. Όταν ο αείμνηστος Παναγιώτης Τσακίρης, τότε πρόεδρος της ΚΣΟΣ, μας έκανε το νεύμα, βγήκαμε στο μπαλκόνι και κρεμάσαμε το πανό», λέει στην εφημερίδα μας ο Στάθης Φραγκιαδάκης.

Ο ίδιος θυμάται ότι ο Στράτος Παπαδάκης αντέδρασε μόλις ενημερώθηκε από τους Μιχάλη Βουμβουλάκη και Παναγιώτη Τσακίρη για την κατάληψη. «Δε θα φύγουμε αν δεν επικοινωνήσετε με τον υπουργό Γεωργίας και αν δε μας δώσει θετικές απαντήσεις», του είπαν χαρακτηριστικά.

Στο μεταξύ, ο κόσμος από κάτω «έβραζε». Σύμφωνα με τον κ. Φραγκιαδάκη, «οι διαδηλωτές είχαν πληροφορηθεί ότι ο υπουργός δε μας έδινε ξεκάθαρες απαντήσεις. Και ξέσπασε τη στιγμή που είδε τους αστυνομικούς να ακροβολίζονται στις ταράτσες των γύρω κτηρίων σαν ελεύθεροι σκοπευτές! Την ώρα εκείνη, τα ΜΑΤ έζωσαν το κτήριο της Νομαρχίας καταλαμβάνοντας όλους τους γύρω δρόμους. Και κάποια στιγμή ξεκίνησαν να πέφτουν τα χημικά. Τότε αγρότες με μεγάλα τρακτέρ έδεσαν τις κολόνες της Νομαρχίας για να γκρεμίσουν το κτήριο. Ήταν εκείνη τη στιγμή που έσπασαν την κεντρική πόρτα και άρχισε ο κόσμος να μπαίνει μέσα...».

Ο Τύπος για τα θλιβερά επεισόδια της 30ής Σεπτεμβρίου 1991.

Ο Στάθης Φραγκιαδάκης θυμάται ότι τα πρώτα χημικά έπεσαν μέσα στο γραφείο του νομάρχη και στο κτήριο της Νομαρχίας, με στόχο να αναγκαστεί ο κόσμος να βγει έξω. Ο ίδιος θεωρεί ότι η φωτιά μέσα στη Νομαρχία ξέσπασε από τα δακρυγόνα των αστυνομικών, αφού πήραν φωτιά οι κουρτίνες και τα χαρτιά πάνω στα γραφεία.

Αλλά και ο Ναπολέων Λουκαδάκης τονίζει: «Η φωτιά δεν μπήκε από τους αγρότες. Και έξω, που είχαν βάλει φωτιά σε κάδο για να εξουδετερώσουν με τη φωτιά τη δράση των καπνογόνων, κάποιος έσπρωξε τον κάδο προς το παράθυρο της Νομαρχίας. Αλλά δεν αποδείχτηκε ποτέ ποιος ήταν. Και ήταν πολύ πιθανό να επρόκειτο για προβοκάτσια...».

Εξάλλου, ο ίδιος δηλώνει, επίσης, ότι το πρώτο δακρυγόνο στο γραφείο του νομάρχη έπεσε την ώρα των συνομιλιών, αποτελώντας «λάδι στη φωτιά» για όλα όσα θα ακολουθούσαν...

«Αντιφατικές οι απόψεις»

Η εφημερίδα «Η Αλλαγή» έκανε λόγο για αντιφατικές απόψεις, γράφοντας την 1η Οκτωβρίου 1991 τα εξής:

«Η πλευρά της κυβέρνησης, όπως εκφράστηκε μέσω του κ. Σενετάκη, είναι ότι τη φωτιά την έβαλαν διαδηλωτές πριν πέσουν τα δακρυγόνα και τα άλλα χημικά. Την άποψη αυτή διαψεύδουν οι εκπρόσωποι των αγροτών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τη φωτιά την έβαλαν «εξτρεμιστικά στοιχεία» ενώ ήταν σε πλήρη εξέλιξη η επίθεση των αστυνομικών. Η άποψη αυτή - ότι δηλαδή η φωτιά ακολούθησε τη ρίψη χημικών - επιβεβαιώνεται και από δημοσιογραφικές μαρτυρίες.

Αυτόπτης μάρτυς δήλωσε στην «Αλλαγή» ότι είδε ένα άτομο να πετά ένα μπουκάλι με βενζίνη στο εσωτερικό του κτηρίου πριν ακόμα αποχωρήσουν όλοι όσοι ήταν εγκλωβισμένοι στο κτήριο...».

Πάντως, είναι γεγονός ότι τα 13 μέλη τής τότε Συντονιστικής Επιτροπής πραγματικά «έπαιζαν με τη φωτιά», ενώ για μήνες μετά γίνονταν δικαστήρια μέχρι να εκδοθούν οι αθωωτικές αποφάσεις... ενώ δυναμικό ρόλο διαδραμάτισε και ο Γιώργος Σκουλατάκης, που ήταν ο εκφωνητής του συλλαλητηρίου.

Χιλιάδες εξαγριωμένοι αγρότες είχαν περικυκλώσει τη νομαρχία διαμαρτυρόμενοι για την τιμή της σταφίδας.

Στη Συντονιστική Επιτροπή μετείχαν ο Γιάννης Κουράκης ως πρόεδρος του ΕΚΗ, ο αείμνηστος Παναγιώτης Τσακίρης, που ήταν πρόεδρος της ΚΣΟΣ, ο αείμνηστος πρόεδρος της Ελαιουργικής Μανόλης Γαβαλάς, ο Γιάννης Πιτσιδιανός, ο Μιχάλης Βουμβουλάκης (πρόεδρος της Ένωσης Ηρακλείου), ο Αριστείδης Σχοιναράκης (αντιπρόεδρος ΟΑΣΝΗ), ο Στάθης Φραγκιαδάκης, η μετέπειτα πρόεδρος της Επιτροπής Γυναικών Αγροτισσών Καίτη Βλαστού, ο αείμνηστος Γιώργος Ασκοξυλάκης (πρόεδρος της Ένωσης Μεσαράς), ο Γιώργος Πολυζωάκης (πρόεδρος της Ένωσης Πεζών) και ο Ναπολέων Λουκαδάκης (πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Νομού Ηρακλείου). Από την ΟΑΣΝΗ μετείχαν επίσης δύο στελέχη, οι Μανόλης Ρουμελιωτάκης και Μιχάλης Δακανάλης.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια