Ηράκλειο

Συγκλονιστικές αφηγήσεις μεταναστών, που έκαναν την Κρήτη πατρίδα τους!

Οι κακουχίες και ο δύσκολος ξεριζωμός

Οι κακουχίες, ο δύσκολος ξεριζωμός, το ταξίδι στην Κρήτη και το όνειρο που έγινε πραγματικότητα

Κάποιοι ξεριζώθηκαν από τη χώρα τους κακήν κακώς λόγω πολέμου. Άλλοι έφυγαν λόγω οικονομικών προβλημάτων και στην προσπάθειά τους να βρουν ένα καλύτερο μέλλον βρέθηκαν στην Ελλάδα είτε από επιλογή, είτε γιατί εδώ είχαν γνωστούς και βρήκαν εύκολα δουλειά, είτε γιατί η χώρα μας αποτελεί γι’ αυτούς την πόρτα για την Ευρώπη. Ο λόγος για τους οικονομικούς μετανάστες που αυτή τη στιγμή φιλοξενούνται στην Ελλάδα και στο νησί μας.

Σήμερα, στην εφημερίδα μας σας παρουσιάζουμε έξι προσωπικές ιστορίες αλλοδαπών μεταναστών που, ενώ ένιωθαν ότι είχαν φτάσει στο χείλος του γκρεμού, βρήκαν την ελπίδα και τη ζεστασιά στην Κρήτη. Έτσι, μετά το δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι τους, να περάσουν τα σύνορα, οπότε και έπαιξαν τη ζωή τους κορώνα γράμματα για ένα καλύτερο αύριο, μετά τον σκόπελο της γραφειοκρατίας και αφού έζησαν για αρκετό καιρό ως κυνηγημένοι από τις Αρχές, χωρίς χαρτιά και χωρίς άδεια διαμονής, τώρα πλέον χαίρονται την ελευθερία τους.

Πήραν την άδεια διαμονής, βρήκαν σπίτι και δουλειά, και πια μπορούν να κάνουν όνειρα. Μπορούν να ελπίζουν. Έχουν κάνει τις καλύτερες φιλίες με τους Κρητικούς, οι οποίοι, όπως είπαν, είναι πολύ φιλότιμοι και φιλόξενοι. Τους ενέταξαν στις τοπικές κοινωνίες. Τους δέχτηκαν με χαρά από την πρώτη στιγμή, τους άνοιξαν τα σπίτια τους και τους πήραν στις δουλειές τους, με τους ίδιους να μην έχουν νιώσει ούτε για μια στιγμή αυτό που λέμε ρατσισμός και κοινωνικός αποκλεισμός.

Μιλώντας στη “Νέα Κρήτη”, εξιστορούν τις περιπέτειες που έζησαν όταν πήραν την απόφαση να ξεκινήσουν το μακρύ ταξίδι της προσφυγιάς, αφήνοντας πίσω το βιος τους, τις οικογένειες και τα σπίτια τους, αλλά και τις κακουχίες και τις δυσκολίες που βίωσαν, στιγμές όμως που μένουν ως μια δυσάρεστη ανάμνηση αφού πλέον σίγουρα έχουν κάνει μια νέα ευχάριστη αρχή στη ζωή τους.

Ένας Πακιστανός που... μιλάει Κρητικά!

Αν τον ακούσεις να μιλά, θα νομίσεις ότι είναι Κρητικός. Ο λόγος για τον Αμπάς από το Πακιστάν, ο οποίος ήρθε στην Κρήτη το 2010 στην ευαίσθητη ηλικία των 14 χρονών. Η ζωή στη χώρα του και η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του δεν του επέτρεπαν να μείνει άλλο εκεί. Ως μέλος μιας πολύτεκνης οικογένειας, αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο και να φύγει από τη χώρα του σε πολύ μικρή ηλικία για να δουλέψει και να βοηθήσει τόσο τους γονείς όσο και τα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια του. Τα χρήματά όμως δεν έφταναν και η κατάσταση στο Πακιστάν δυσκόλευε όλο και πιο πολύ. Η μόνη λύση ήταν να φύγει και να αναζητήσει αλλού ένα καλύτερο μέλλον. Ξαφνικά από τη μια στιγμή στην άλλη, όπως μας λέει, βρέθηκε μόνος σε μια ξένη χώρα, την Ελλάδα, όπου έπρεπε να αρχίσει τη ζωή του από το μηδέν, αλλά και να αποκτήσει ταυτότητα. 

Σήμερα είναι 25 χρονών. Βρίσκεται στην Κρήτη, που ήταν και επιλογή του να έρθει πριν 11 χρόνια. Μιλά άπταιστα Ελληνικά και δη με κρητική προφορά. Αφού αν τον ακούσει κανείς νομίζει ότι είναι πραγματικό Κρητικάκι. Έχει φτιάξει τη ζωή του και καταφέρνει με τα χρήματα που βγάζει να συντηρεί και την οικογένειά του που έχει μείνει πίσω στο Πακιστάν. Όλα αυτά όμως έγιναν με πολύ κόπο και προσωπική θυσία από τον ίδιο, όπως μας λέει, περιγράφοντας την ιστορία της μετανάστευσής του.

«Ήρθα εδώ για να στηρίξω την οικογένειά μου. Ήθελα να δουλέψω. Είμαστε πέντε αδέλφια και όλα έχουν μείνει πίσω στο Πακιστάν. Είχα ανάγκη να δουλέψω για να ζήσω. Η χώρα μου δεν είχε να μου προσφέρει αυτή τη δυνατότητα. Το σχολείο το άφησα. Ήθελα να έρθω στην Ελλάδα. Ήρθα παράνομα. Ταλαιπωρήθηκα. Δεν ήξερα αν θα ζήσω, αν θα καταφέρω να γυρίσω σπίτι μου ζωντανός. Όταν έφυγα από την πατρίδα μου βρέθηκα αντιμέτωπος με μεγάλες περιπέτειες, ταξιδεύοντας με τη βάρκα μέχρι να καταφέρω να έρθω στην Κρήτη. Κινδύνεψα πολλές φορές. Θυμάμαι 20 μέρες περπατούσα, πέρασα θάλασσες, ποτάμια και βουνά. Δύσκολες στιγμές. Πολλοί έχουν πεθάνει. Δεν άντεξαν. Έμπαινα στα λεωφορεία και φοβόμουν μη με αντιληφθούν και με συλλάβουν. Ήταν πολύ δύσκολο. Ήμουν και πολύ μικρός όταν πέρασα τα σύνορα. Είχα όμως ελπίδες και όνειρα. Ήθελα να έρθω στην Ελλάδα και το κατάφερα. Όλα αυτά πέρασαν πια και είναι μόνο μια ανάμνηση ίσως λίγο πικρή», μας λέει και προσθέτει: «Όταν έφτασα στην Κρήτη, τοτεσάς δεν είχα τόπο να κοιμηθώ. Δεν είχα να φάω τις πρώτες μέρες. Ήμουν ξένος ανάμεσα σε ξένους. Μόνος, ανήμπορος και αρκετά κουρασμένος από τις κακουχίες και την ταλαιπωρία που πέρασα ταξιδεύοντας τόσες μέρες. Μετά βρήκα κάποιους συγχωριανούς μου που νοίκιαζαν σπίτι στη Θέρισο. Κοιμόμασταν, θυμάμαι, πέντε νοματαίοι σε ένα δωμάτιο.

Δεν είχα όμως τοτεσάς χρήματα να βοηθάω και έπρεπε κάτι να κάνω. Να σταθώ στα πόδια μου. Στην αρχή μού έστελνε ο πατέρας μου ό,τι περίσσευε από το υστέρημά του. Όμως, αυτά ίσα-ίσα φτάνανε για να φάω κάτι το πρωί και το βράδυ. Να περάσω δύο μήνες. Στην αρχή δε σας κρύβω πως απογοητεύτηκα και ήθελα να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου. Οι φίλοι μου όμως μου έλεγαν να κάτσω να το παλέψω. Και αυτό έκανα.

Τοτεσάς θυμάμαι δίνανε κόκκινη κάρτα (άσυλο). Πήγα κάνα δυο φορές στην αρμόδια υπηρεσία. Μου ζητούσαν ενοικιαστήριο του σπιτιού και διάφορα άλλα δικαιολογητικά, που δεν είχα. Πόμεινα λοιπόν 10 χρόνια να ζω παράνομος εδώ. Με έπιασε η Αστυνομία, με κρατήσανε τέσσερις μέρες και μου δώσανε ένα χαρτί να φύγω από την Ελλάδα.

Άνεργος έμεινα 5-6 μήνες. Άλλη μια φορά έκαναν έλεγχο στη δουλειά, με ανακάλυψαν και ήθελαν να επιβάλουν πρόστιμο στο αφεντικό μου. Εδά δυο χρόνια κατάφερα να έχω στα χέρια μου την άδεια.

Αργότερα έπιασα δουλειά ως μελισσοκόμος στις Αλόιδες Ρεθύμνου και εκεί δουλεύω τώρα εννέα χρόνια με 40 ευρώ μεροκάματο. Μένω στο Ηράκλειο και πηγαινοερχόμαστε στο Ρέθυμνο. Οι άνθρωποι στους οποίους δουλεύω με βοήθησαν πάρα πολύ και οικονομικά αλλά και σε όποια άλλη ανάγκη ή πρόβλημα είχα. Μου έδιναν χρήματα, μου έπαιρναν ρούχα. Τους σέβομαι. Μπορεί η οικογένειά μου να είναι στο Πακιστάν, όμως αυτοί οι άνθρωποι μού δίνουν ένα κομμάτι ψωμί και ζω. Είμαι πολύ ευχαριστημένος. Τα αφεντικά μου είναι πολλοί καλοί άνθρωποι και με βοήθησαν να φτιάξω τη ζωή μου. Βγάζω τα έξοδά μου και τα υπόλοιπα τα στέλνω στους γονείς μου, και έτσι επιβιώνουμε. Ο πατέρας μου δουλεύει ως αγρότης στη χώρα μου. Στέλνω κι εγώ ό,τι μπορώ για να τους συντηρήσω».

Το αύριο

Στην ερώτησή μας πώς σκέφτεται το μέλλον του, ο Αμπάς μάς εξομολογείται την αγάπη του για την Ελλάδα και το ότι θα ήθελε να μείνει για πάντα εδώ, με το πρόσωπό του να φωτίζεται από χαρά.

«Θέλω να ξομείνω στην Ελλάδα μέχρι να πεθάνω. Μου αρέσει πάρα πολύ εδώ. Με όποιους Έλληνες έχω σμίξει μου έχουν φερθεί καλά. Έχω κάνει πολλές φιλίες και παρέες εδώ. Τα αφεντικά μου με βοηθάνε σαν το κοπέλι τους. Θέλω επίσης να παντρευτώ και να κάνω οικογένεια εδώ. Δεν έχω πρόβλημα να παντρευτώ Κρητικιά. Αγαπώ την Ελλάδα και την Κρήτη. Εδώ μεγάλωσα, αν σκεφτεί κανείς ότι ζω εδώ από 14 χρονών. Πήγα στην πατρίδα μου μετά από 10 χρόνια. Έκατσα 20 μέρες εκεί, αλλά με μεγάλο ζόρι. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο εκεί. Ζορίστηκα, έφυγα, γύρισα στην Κρήτη και δε θέλω να ξαναφύγω ποτέ».

Για όσα ακούγονται για τους συμπατριώτες τους, γεγονότα που κάνουν πολλούς Έλληνες δύσπιστους στο να δεχτούν τους μετανάστες στη χώρα μας, καθώς επίσης και για την ταλαιπωρία που βιώνουν οι αλλοδαποί μετανάστες έως ότου πάρουν στα χέρια τους την πολυπόθητη άδεια διαμονής για να πάψουν να ζουν ως κυνηγημένοι, τόνισε πως «εγώ προσωπικά από τις φασαρίες θέλω να μείνω μακριά. Είμαι ξένος, δε θέλω να κάνω κάτι άσχημο εδώ. Αυτή τη στιγμή συμπατριώτες μου που δεν έχουν χαρτιά, ούτε άσυλο, ούτε άδεια δηλαδή, φοβούνται να πορίσουν από το σπίτι που μένουν εδώ όξω. Αυτά τα παιδιά εδώ και 10, 13 και παραπάνω χρόνια περιμένουνε πότε θα τους επιτρέψει ο νόμος να ζήσουν ελεύθεροι. Για όλα αυτά τα παιδιά πρέπει να γίνει κάτι, ώστε να ζουν νόμιμα εδώ. Πρέπει να γίνει ένα σωστό κουμάντο. Όπου και να πάνε ζητάει το αφεντικό χαρτιά ώστε να μην έχει κανείς πρόβλημα. Και αν βρουν κάπου δουλειά, το κάνουν στα κρυφά και φοβούνται μην τους πιάσει η Αστυνομία. Έχουν όμως ανάγκη να δουλέψουν, να ζήσουν.

Προσωπικά θέλω να ευχαριστήσω την Ελλάδα. Με έχει βοηθήσει και δεν έχω κανένα παράπονο. Τώρα, για τα όσα ακούγονται για εμάς τους Πακιστανούς, θέλω να πω πως όπου κι αν πας υπάρχουν και καλοί και κακοί άνθρωποι. Απλά θα ήθελα να πω ότι πολλές φορές σε σχέση με το αν κάνει κάποιος Αφγανός ή κάποιος από το Μπαγκλαντές κ.λπ. μια κλεψά ή κάτι άλλο παράνομο, επειδή δεν έχει χαρτιά να αποδείξει την ταυτότητα και την καταγωγή του, λέει πως είναι από το Πακιστάν και έτσι τα ρίχνουν όλα στους Πακιστανούς. Τα παιδιά από τη χώρα μου δουλεύουν στα χωράφια, παίρνουν 20 ευρώ και κάνουν τον σταυρό τους που έχουν να φάνε και που ζούνε».

Γάμος στο Μαρόκο με Κρητικούς κουμπάρους

Η δεύτερη περίπτωση αλλοδαπού μετανάστη είναι ο Εμάλ Αμπτουλά από το Μαρόκο. Ζει 11 χρόνια στην Κρήτη, ενώ το καλοκαίρι ετοιμάζεται να παντρευτεί στο Μαρόκο με Κρητικούς κουμπάρους. Ωστόσο, αμέσως μετά τον γάμο, όπως μας εξομολογείται, θα πάρει τη γυναίκα του να έρθουν στην Κρήτη για να συνεχίσουν τη ζωή τους.

«Όταν πρωτοήρθα, είχα αγωνία - δεν το κρύβω. Αναρωτιόμουν πού θα μείνω και τι δουλειά θα κάνω για να ζήσω. Ήρθα μόνος. Έφυγα από το Μαρόκο ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο. Επέλεξα να έρθω στην Ελλάδα διότι μου άρεσε πάντα το κλίμα. Είχα μια ελπίδα ότι εδώ θα βρω δουλειά εύκολα και έτσι ήρθα. Βρήκα και κάτι φίλους μου εδώ και έτσι μπόρεσα να κάνω μια αρχή. Ήρθα κατευθείαν στην Κρήτη. Δε συνάντησα κάποιο πρόβλημα όλα αυτά τα χρόνια κατά την παραμονή μου στο νησί. Δεν αισθάνθηκα ρατσισμό. Αντιθέτως, οι άνθρωποι ήταν πολύ φιλικοί. Ωστόσο, εννέα ολόκληρα χρόνια δεν είχα άδεια διαμονής. Πάλεψα πολύ για να την πάρω», μας είπε με σπαστά Ελληνικά.

«Ήμουν κατά κάποιο τρόπο παράνομος. Δεν ήξερα τη γλώσσα και δεν ήξερα πού να απευθυνθώ. Τι να κάνω για να μπορέσω να ενταχθώ νόμιμα στην κοινωνία εδώ. Φοβόμουν. Δεν είχα καθόλου χαρτιά. Με σταματούσε η Αστυνομία και δεν είχα να τους δείξω τίποτα. Με κράτησαν μια βδομάδα μέσα. Ένιωθα σαν νεκρός άνθρωπος. Σαν άνθρωπος χωρίς ταυτότητα. Ζούσα κυνηγημένος εννέα ολόκληρα χρόνια. Δεν ήξερα αν θα τα καταφέρω, όμως δεν έκανα πίσω. Το πάλεψα. Ευτυχώς όμως και αυτό το θέμα τακτοποιήθηκε πια. Δουλειά βρήκα στα χωράφια. Εκεί βγάζω το μεροκάματο. Τώρα μένω στα Βορίζια. Η κοινωνία ήταν ανοιχτή από την πρώτη στιγμή. Με αγκάλιασε. Νιώθω πια ότι έχω βάλει τη ζωή μου σε μια τάξη. Νιώθω χαρούμενος και ελεύθερος», μας είπε, ενώ στην ερώτησή μας αν του λείπει κάτι από τη χώρα του, απάντησε χωρίς να το πολυσκεφτεί: «Δε μου λείπει τίποτα. Δεν αναπολώ τίποτα από τη χώρα μου. Εδώ τα έχω όλα. Πηγαίνω σπάνια εκεί και σκέφτομαι να ζήσω μόνιμα στην Ελλάδα. Απλά θα ήθελα να ζητήσω από τους αρμόδιους να γίνουν τα πράγματα πιο εύκολα για όλους εμάς που ερχόμαστε στην Ελλάδα με στόχο μια καλύτερη ζωή».

«Σπάσανε τα σύνορα και φύγαμε για Κρήτη»

Η τρίτη περίπτωση αφορά δύο φίλους από την Αλβανία, που το “έσκασαν” μαζί κρυφά από τους γονείς τους με προορισμό τους την Κρήτη, που για εκείνους, όπως λένε, φάνταζε σαν την Αμερική! Τον Αντώνη, όπως συνηθίζουν να τον λένε εδώ, και τον Gjergii Arben, για τον οποίο όμως η μοίρα έπαιζε ένα άσχημο παιχνίδι, αφού πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή, έχοντας ωστόσο εκπληρώσει το μεγάλο του όνειρο, που δεν ήταν άλλο από το να έρθει στην Ελλάδα και δη στην Κρήτη.

«Είμαστε από την Αλβανία. Φύγαμε από εκεί διότι υπήρχε μεγάλη κρίση. Δεν είχαμε χρήματα, δεν είχαμε δουλειά. Η Αλβανία τότε ήταν κομμουνιστική χώρα. Ζούσε μέσα στη φτώχια. Ακούγαμε και βλέπαμε πώς ζουν οι υπόλοιποι λαοί και ζηλεύαμε. “Σπάσανε” τα σύνορα και μπορέσαμε και φύγαμε. Η ιστορία μας μέχρι να φτάσουμε Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη. Όμως θα τα περιγράψουμε με λίγα λόγια, διότι θα θέλαμε μερόνυχτα.

Ήρθαμε στην Ελλάδα πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1993. Ήμασταν 15 χρονών παιδιά. Τα τέσσερα πρώτα χρόνια ζοριστήκαμε άσχημα. Δεν είχαμε χαρτιά. Αρχικά μπορέσαμε να φτάσουμε μέχρι τη Νάουσα, μετά Αθήνα και λίγο αργότερα κατεβήκαμε στην Κρήτη, που αποτελούσε και το μεγάλο μας όνειρο. Όλα αυτά τα περάσαμε πάντα ταξιδεύοντας οι δυο μας, έχοντας ο ένας τον άλλο σε κάθε περιπέτεια και σε κάθε δυσκολία που συναντούσαμε. Στο μεροκάματο η Κρήτη φάνταζε για εμάς σαν την Αμερική. Ήρθαμε για μια καλύτερη ζωή. Θέλαμε να δουλέψουμε. Φύγαμε κρυφά από τους γονείς μας για να έρθουμε στην Ελλάδα. Έφυγαν πολλοί τότε. Άλλοι πήγαιναν Ιταλία και άλλοι Ελλάδα.

Στην πρώτη μας απόπειρα να φύγουμε μας έπιασαν στον δρόμο και μας γυρίσανε πίσω αμέσως. Δεν το βάλαμε όμως κάτω. Ξαναδοκιμάσαμε την τύχη και τις αντοχές μας. Θυμάμαι ήταν το Πάσχα των Ορθοδόξων, όταν πλέον καταφέραμε να φτάσουμε στην Ελλάδα. Αρχικά πήγαμε στη Νάουσα. Μέχρι να βρούμε σπίτι και δουλειά μέναμε έξω στον δρόμο και όπου βρίσκαμε. Δουλειά είχαμε, φαγητό μάς πρόσφεραν οι άνθρωποι για τους οποίους δουλεύαμε, όμως σπίτι για να μείνουμε δεν μπορούσαμε να βρούμε.

Μετά μπορέσαμε και πήγαμε Αθήνα, όπου μείναμε λίγο και καταλήξαμε επιτέλους στην Κρήτη, παρά τις δυσκολίες. Ζούσαμε πραγματικά την ανάστασή μας ως άνθρωποι όταν φτάσαμε στο νησί», μας είπε ο Αντώνης, περιγράφοντας το τι πέρασαν έως ότου φτάσουν στο νησί μας.

«Περπατώντας χιλιόμετρα μέσα στη νύχτα και στο κρύο από Αλβανία με σύμμαχο την τύχη και την αντοχή μας, για να έρθουμε Ελλάδα αντιμετωπίσαμε πολλές φορές τον φόβο. Ήμασταν όμως ελεύθεροι πια. Έτσι πιστεύαμε. Αν πηγαίναμε Ιταλία, τα έξοδα λόγω της θάλασσας θα ήταν πολλά περισσότερα. Πολλές στιγμές πέρασε από το μυαλό μας η ιδέα ότι μπορεί να πεθάνουμε. Θυμάμαι ήταν φορές που είχα παγώσει ολόκληρος περπατώντας πάνω στο χιόνι, στα βουνά της Νάουσας, όπου το χιόνι έφτανε το ένα μέτρο. Φύγαμε με λίγα ρούχα και με ένα ζευγάρι παπούτσια. Τα παπούτσια όμως μετά από τόσα χιλιόμετρα σκίστηκαν και τα πόδια μας πάγωναν από το χιόνι. Η ζωή μας παιζόταν κορώνα-γράμματα...

Το 1998 όμως φτιάξαμε τα χαρτιά μας και πλέον μπορούμε να ζούμε νόμιμα εδώ. Μας νομιμοποιήσανε και είμαστε πολύ ευτυχισμένοι τώρα. Οι Κρητικοί είναι καλοί άνθρωποι, φιλότιμοι και φιλόξενοι. Σε δύσκολες στιγμές μάς υπερασπίστηκαν και αυτό δεν το ξεχνάμε», πρόσθεσε ο Αντώνης.

Ως αγρότης αλλά και σε διάφορα οικοδομικά μερεμέτια εργάζεται σήμερα ο Αντώνης, που μένει στη Βόνη από το 1994.

«Μια μεγάλη γυναίκα με έβαλε εκείνα τα χρόνια στο σπίτι της εκεί και με έχει πια σαν “ψυχοπαίδι” της», σημειώνει αναφερόμενος στη γυναίκα που τον στήριξε τον πρώτο καιρό που βρέθηκε στην Κρήτη. Και οι δύο φίλοι που ήρθαν από την Αλβανία πριν από 27 χρόνια κατάφεραν να φτιάξουν οικογένεια στην Ελλάδα και έκαναν παιδιά. Από τότε επισκέφτηκαν τη χώρα τους αρκετές φορές με την οικογένειά τους. Η Αλβανία από τότε έχει βελτιωθεί κατά πολύ. Όμως τα παιδιά τους θέλουν να μείνουν για πάντα στην Κρήτη, με τον Αντώνη να προσθέτει επίσης πως «σαν Αλβανοί είχαμε αποκτήσει κακό όνομα τον πρώτο καιρό, όμως είναι στο χέρι του καθενός να αποδείξει το αντίθετο».

«Παρά να είσαι κρυμμένος σε ένα κλουβί, καλύτερα να είσαι ελεύθερος. Το 1998 άλλαξε η ζωή μας», μας είχε πει ο Gjergii Arben, λίγο πριν πεθάνει, εκφράζοντας τη μεγάλη του χαρά. Μια χαρά η οποία ισχύει για κάθε μετανάστη που ξεριζώνεται από την πατρίδα του φορτωμένος όνειρα και ελπίδες, τις οποίες παλεύει να ικανοποιήσει σε μια άλλη χώρα.

Οι «Μουντιράκηδες» από τη Συρία

Η Αλ Χαμιντιά ή Χαμιντιέ ή Χαμεντίγιε είναι μια πόλη στην παράκτια γραμμή της Συρίας, 3 χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη χώρα του Λιβάνου. Η πόλη ιδρύθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα με ευθεία διαταγή του Τούρκου σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ Β' γύρω στο 1897, προκειμένου να εξυπηρετήσει ως καταφύγιο για τους Κρητικούς που εγκατέλειψαν την Κρήτη, όταν το νησί έπαψε να αποτελεί τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έχει πληθυσμό περίπου 10.000 κατοίκων, των οποίων η πλειοψηφία ακόμα μιλάει την κρητική διάλεκτο στην καθημερινότητά τους, και διατηρούν τα ήθη και τα έθιμα της παλιάς τους πατρίδας.

Απόγονοι Κρητικών που εκδιώχθηκαν και αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο για τη Συρία, είναι ο Γιάννης και ο Αχμέτ, που φέρουν το Κρητικό επίθετο “Μουντιράκη”. Και οι δύο έχουν σήμερα άσυλο.

Οι προπαππούδες τους έφυγαν από την Κρήτη το 1897. Έζησαν δηλαδή αυτό που γίνεται τώρα στη Συρία. Στην Κρήτη ήταν βοσκοί και αγρότες, ενώ παράλληλα ασχολούνταν και με άλλες χειρωνακτικές τέχνες. Αυτό έκαναν και εκεί που πήγαν, χτίζοντας ένα ολόκληρο χωριό με τα χέρια τους, το Χαμιντιέ!!!

Εδώ τότε ζούσαν στο χωριό Αυλή του δήμου Μινώα Πεδιάδος. Έφυγαν από την Κρήτη λόγω του πολέμου. Πήγαν πρώτα στον Λίβανο. Μετά πήγαν στη Συρία. Ήταν λεβέντες. Έφτιαξαν το Χαμιντιέ με την πέτρα, όπου όλοι μιλούσαν Κρητικά. Ήταν 2.200 άνθρωποι τότε στο Χαμιντιέ και σήμερα μιλάμε για περίπου 10.000 κατοίκους. Έκαναν παιδιά, τους γονείς δηλαδή του Γιάννη και του Αχμέτ, και εγγόνια, ενώ σκοπός τους ήταν να διατηρήσουν το ελληνικό στοιχείο και να το μεταδώσουν στα παιδιά και τα εγγόνια τους, ώστε να τα κρατήσουν ζωντανά και αναλλοίωτα στον χρόνο τα ήθη και τις παραδόσεις της Ελλάδας και της Κρήτης...

Οι περιγραφές στα παιδιά και στα εγγόνια τους για το πόσο όμορφα, αρμονικά και δημιουργικά ζούσαν στην Κρήτη πριν τον πόλεμο συγκινούσαν.

«Όλα όσα ακούγαμε και μαθαίναμε μετά μεγαλώνοντας κι εμείς από τους πατεράδες και τις γιαγιάδες μας μάς έκαναν να ονειρευόμαστε ότι θα μας δοθεί η ευκαιρία κάποτε να ζήσουμε στην Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Κρήτη, απ’ όπου καταγόμαστε. Τελικά αυτό το όνειρο έγινε πραγματικότητα», μας είπε ο Γιάννης, μιλώντας μας για όσα μάθαιναν για την Ελλάδα από τους παππούδες και τους γονείς τους και τον διακαή πόθο τους να έρθουν κάποια στιγμή στη χώρα μας.

«Μιλάμε τα Κρητικά από τους παππούδες μας. Εκείνοι μας τα έμαθαν. Ακόμα και μαντινάδες μάς έλεγαν. Αναγκάστηκαν εκείνα τα χρόνια να φύγουν από τον τόπο τους, όμως κράτησαν τις ρίζες και τις παραδόσεις. Μας έμαθαν όλες τις τέχνες που ήξεραν, όπως επίσης να καλλιεργούμε τα χωράφια. Και εμείς ξέραμε ότι έχουμε ρίζες στην Κρήτη. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας μιλούσαν για την Κρήτη πάντα στους γονείς μας και έσταζαν “μέλι”. Αναπολούσαν τις ωραίες στιγμές και τις ομορφιές του νησιού. Μεγαλώσαμε με κρητικές παραδόσεις, τρώγαμε κρητικά παραδοσιακά φαγητά, όπως χοχλιούς, στιφάδο, βρούβες και ραδίκια. Όλα τα ήθη και τα έθιμα της Κρήτης μάς τα δίδαξαν. Μας τα μετέδωσαν. Είχαν εκδιωχθεί από τον τόπο τους, όμως η ψυχή και το μυαλό τους πλανιόταν πάντα στην Κρήτη και στην Ελλάδα», πρόσθεσε ο Γιάννης.

«Επειδή ουσιαστικά είμαστε Έλληνες, όσο ζούσαμε εκεί ήμασταν “οι ξένοι” για τους ντόπιους Άραβες. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μετά από πολύ κόπο και προσπάθεια, μένουμε με τις οικογένειες και τα παιδιά μας μόνιμα στα Χανιά. Είμαι ψαράς, αυτή την τέχνη έμαθα από τους γονείς μου. Σε ηλικία 9 χρονών παράτησα το σχολείο και ασχολήθηκα με τη θάλασσα. Είμαστε μια χαρά εδώ. Έχω τη δουλειά μου και την οικογένειά μου. Η μάνα μου έκανε 15 παιδιά. Πριν τον πόλεμο στην πατρίδα μας περνούσαμε καλά. Μετά όμως τα πράγματα και η επιβίωση εκεί ήταν πολύ δύσκολα. Στην Κρήτη είχαμε συγγενείς, γι’ αυτό ήρθαμε πρώτη φορά το 1988, οπότε και άρχισα να δουλεύω στα καράβια. Μετά συνέχισα ως ψαράς. Έκατσα μέχρι το 1999. Μετά πήγα στην Κύπρο και μετά ξαναγύρισα στην Κρήτη. Το Χαμιντιέ δεν έχει πόλεμο αυτή τη στιγμή, όμως έχει πολλές δυσκολίες η ζωή εκεί, έχει ακρίβεια. Εδώ δεν ένιωσα ποτέ ξένος. Η κοινωνία της Κρήτης με αγκάλιασε. Όλους τους Χανιώτες τούς θεωρώ φίλους μου πια», μας λέει, ενώ περιγράφοντας το πώς έφτασε στην Κρήτη και στην Ελλάδα, περιγράφει: «Έφυγα από τη Συρία και πήγα στον Λίβανο. Πήραμε το καράβι, φτάσαμε στην Τουρκία και από εκεί περάσαμε στη Σάμο με το φουσκωτό. Κατόπιν ήρθαμε στην Κρήτη. Δεν ήταν τόσο απλή όλη αυτή η διαδικασία. Είχε πολλές περιπέτειες, πολλή ταλαιπωρία, σκληρές κακουχίες και πολύ φόβο για τη ζωή μας. Στην Κρήτη αρχικά ένας φίλος μάς πήρε από τη Σούδα και μας φιλοξένησε στο σπίτι του. Στη συνέχεια βρήκαμε σπίτι και φτιάξαμε τη ζωή μας. Τα παιδιά μας πάνε σε ελληνικό σχολείο και μιλάνε Ελληνικά. Δε γνωρίζουν καλά Αραβικά. Έχουν Αραβικά ονόματα Λεϊλά, Μουσταφά κ.λπ., όμως τα Ελληνικά είναι πια η γλώσσα τους, τα μιλάνε άπταιστα. Μάλιστα, όταν τους ρωτάμε αν θέλουν να γυρίσουμε πίσω ή να παραμείνουμε στην Κρήτη, η απάντησή τους είναι ξεκάθαρη: “Στην Κρήτη μεγαλώσαμε και εδώ θέλουμε να μείνουμε”».

«Το ελληνικό στοιχείο τρέχει στο αίμα μας»

Ο Αχμέτ, όπως μας είπε, είναι 2,5 χρόνια στην Κρήτη. Είναι δέκα αδέλφια και αυτός με την οικογένειά τους μένουν στα Χανιά.

«Εκείνη την εποχή έκαναν πολλά παιδιά. Η μάνα μου πάντα μου έλεγε να φέρω στον κόσμο όσα πιο πολλά παιδιά μπορώ. Έτσι και έκανα. Έχω ήδη πέντε παιδιά. Στα μέρη εκείνα με τρία πράγματα καταπιάνονταν οι άνθρωποι: τα χωράφια, τη θάλασσα και την πέτρα. Με αυτή την πέτρα, συγκεκριμένα, αμμόπετρα έφτιαξαν οι προπαππούδες μας το Χαμιντιέ. Έτσι άλλοι είναι ψαράδες, άλλοι ασχολούνται με τα χωράφια και άλλοι με την πέτρα. Θυμάμαι ελληνικά τραγούδια που έλεγε ο παππούς στη γιαγιά μου, όπως και πολλές μαντινάδες», μας λέει, και αμέσως αρχίζει να μας αφιερώνει μαντινάδες στην κρητική διάλεκτο.

«Θέλανε να τα μάθουμε και μας τα έλεγαν συνέχεια. Έτσι προσπαθούσαν να μας μεταδώσουν την ελληνική παράδοση και το ελληνικό στοιχείο. Θυμάμαι πάρα πολλές μαντινάδες και τις λέω με την πρώτη ευκαιρία. Οι παππούδες και οι γονείς μας ως Έλληνες μάς μάθανε πολλά πράγματα και πολλές χειρωνακτικές τέχνες, και έτσι μπορούμε να κάνουμε πολλές δουλειές για να επιβιώσουμε. Τους είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό, όπως επίσης για το ότι το ελληνικό στοιχείο τρέχει στο αίμα μας. Η Ελλάδα και η Κρήτη είναι ένας παράδεισος. Μας αρέσει πολύ και δε θέλουμε να φύγουμε. Τα παιδιά μας αγαπούν τη χώρα και μαθαίνουν Ελληνικά».

Όπως λένε, η ζωή τους απέκτησε νόημα μόλις άρχισαν να ορθοποδούν στην Κρήτη. Σήμερα μπορούν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτούς και τα παιδιά τους, ενώ σχολιάζοντας όλα αυτά τα γεγονότα στον Έβρο και το κύμα μετανάστευσης, στέλνουν το δικό τους μήνυμά, λέγοντας πως «για κάθε πρόσφυγα η Ελλάδα είναι η πόρτα για την Ευρώπη. Κάποιοι μένουν στην Ελλάδα, άλλοι όμως στόχο έχουν να πάνε να βρουν τους συγγενείς τους, που βρίσκονται σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Σκοπός τους είναι να φτιάξουν τη ζωή τους και να ξεχάσουν τις μαύρες στιγμές του πολέμου, της πείνας και του ξεριζωμού. Βοηθήστε τους».

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια