Κρήτη

Το καλώδιο αποκάλυψε ένα συναρπαστικό ναυάγιο

«Φως» σε ιστορίες αιώνων αρχαίου εμπορίου ρίχνει το φορτίο του αρχαίου πλοίου που «ενώνει» τους θαλάσσιους δρόμους μεταξύ Ιονίου - Αιγαίου και Κρήτης

Ήταν σίγουρα μια σκληρή δοκιμασία για τους αρχαίους ναυτικούς εκείνη η μέρα. Δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς το πότε, ούτε το πώς, τουλάχιστον όχι σε αυτή τη φάση. Ξέρουμε όμως πια ότι το φορτωμένο, με πολύτιμο κατά πάσα πιθανότητα κρασί, σκαρί δεν άντεξε στη μάχη με τα στοιχεία της φύσης και βυθίστηκε κάπου ανάμεσα στα τέλη του 5ου μ.Χ. και τα μέσα του 4ου αιώνα στο στενό μεταξύ Κυθήρων και Νεάπολης.

Το πλοίο έμεινε στον βυθό με το άθικτο φορτίο του να αποκαλύπτει, όπως κατέληξε σε βάθος 222 μέτρων, τη μορφή που είχε πριν ο χρόνος και οι “ένοικοι” του βυθού εξαφανίσουν τα εκτεθειμένα οργανικά στοιχεία του, όπως το ξύλο. Η “σιωπή” του διήρκεσε για αιώνες, ως το 2019, οπότε οι εργασίες για την κατασκευή του καλωδίου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας αποκάλυψαν το σπάνιο εύρημα, το οποίο για πρώτη φορά ερευνήθηκε και χαρτογραφήθηκε από την Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων με τη συνδρομή του ΕΛΚΕΘΕ, με τα αποτελέσματα της υποβρύχιας έρευνας να γνωστοποιούνται από το υπουργείο Πολιτισμού.

Το εντυπωσιακό στοιχείο που έρχεται πλέον στο φως είναι ότι δεν πρόκειται απλά για ένα από τα πολλά αρχαία ναυάγια που έχουν εντοπιστεί, αλλά για ένα πολύτιμο κομμάτι του ιστορικού “παζλ”, που προσθέτει το δικό του “λιθαράκι” στη συναρπαστική ιστορία του εμπορίου στην ευρύτερη περιοχή. Αφενός, όπως μας εξήγησε ο τμηματάρχης του Γραφείου Κρήτης της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων Κρήτης και καταδυόμενος αρχαιολόγος, δρ. Θεοτόκης Θεοδούλου, γιατί το φορτίο του μας διηγείται την πολυπλοκότητα που είχαν οι εμπορικές σχέσεις, με το εν λόγω πλοίο να μεταφέρει ταυτόχρονα αμφορείς από το Ιόνιο και το Αιγαίο, και αφετέρου καθώς το φορτίο ήταν αδιατάρακτο, κάτι σπάνιο σε αυτόν τον βαθμό, με τη γενική εικόνα της συγκέντρωσής του να διατηρεί γενικά το σχήμα του πλοίου.

Οι αμφορείς που εντοπίστηκαν είναι, σύμφωνα με τα προκαταρτικά αποτελέσματα της υποβρύχιας έρευνας, κυρίως προερχόμενοι από την Κέρκυρα και δευτερευόντως του λεγόμενου τύπου Solocha ΙΙ, από την ομώνυμη περιοχή του Εύξεινου Πόντου, όπου ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά, με τους συγκεκριμένους να έχουν ως πιθανή προέλευσή τους την Πεπάρηθο, όπως ονομαζόταν στην αρχαιότητα η Σκόπελος. Επίσης, αναγνωρίστηκαν αμφορείς από τη Χίο.

Το σημαντικό αυτό ναυάγιο της Κλασικής περιόδου ερευνήθηκε προκαταρκτικά και ανελκύστηκαν δειγματοληπτικά κάποιοι από τους αμφορείς που μετέφερε.

Μεταξύ των ευρημάτων από το φορτίο του ναυαγίου που ερευνήθηκαν είναι τρεις πίθοι, καθώς και σύνολο επιτραπέζιων αγγείων, τα οποία μετέφερε το πλοίο, από τα οποία ανελκύστηκαν, όπως γνωστοποίησε το υπουργείο Πολιτισμού, ένας επιτραπέζιος αμφορίσκος με επίπεδη βάση, ένα πινάκιο, ένα ιχθυοπινάκιο και δύο σκυφίδια.

Το ναυάγιο δείχνει ότι εμπορεύματα από διαφορετικές περιοχές, από το Ιόνιο και το Αιγαίο, είχαν φορτωθεί στο πλοίο, ο προορισμός και η αφετηρία του οποίου είναι δύσκολο σε αυτή τη φάση να διαπιστωθούν. Ακόμα όμως και αυτό καθαυτό το γεγονός αποτελεί εξαιρετικά σημαντική ανακάλυψη, καθώς, όπως μας εξήγησε ο δρ. Θεοδούλου, δείχνει «τα σύνθετα σχήματα του αρχαίου εμπορίου». Σύμφωνα με τον ίδιο, η ύπαρξη αμφορέων από τη Χίο και τη Σκόπελο ίσως δίνει την ένδειξη του περιεχομένου τους, καθώς και οι δύο περιοχές ήταν φημισμένες στην αρχαιότητα για την ποιότητα του κρασιού τους, που ήταν από τα ακριβότερα του αρχαίου κόσμου.

Το σημαντικό αυτό ναυάγιο της Κλασικής περιόδου ερευνήθηκε προκαταρκτικά, ανελκύστηκαν δειγματοληπτικά κάποιοι από τους αμφορείς που μετέφερε και το επόμενο βήμα είναι η εν εξελίξει εκπόνηση της τρισδιάστατης απεικόνισης του ναυαγίου από τον δρ. Ιωάννη Ίσσαρη του ΕΛΚΕΘΕ, η οποία αναμένεται να διασαφηνίσει περισσότερο τα αρχικά συμπεράσματα, τον αριθμό των ορατών στον βυθό αντικειμένων, το μέγεθος της διασποράς του φορτίου και συνεπώς κατ’ εκτίμηση το μέγεθος του πλοίου και τον πιθανό όγκο του φορτίου.

Το ναυάγιο χρονολογείται περίπου στα τέλη του 5ου μ.Χ. μέχρι τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και φαίνεται ότι κατέληξε στον βυθό με την καρίνα του, καθώς η γενική εικόνα της συγκέντρωσης του φορτίου διατηρεί γενικά το σχήμα του πλοίου.

Θησαυροί κρυμμένοι σε στεριά και θάλασσα

Σύμφωνα με το υπουργείο Πολιτισμού, το ναυάγιο είχε εντοπιστεί το 2019 στο στενό Κυθήρων-Νεάπολης σε βάθος 222 μ., στο πλαίσιο της οπτικής διασκόπησης για την καλωδίωση μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από την Κίσσαμο στη Νεάπολη Βοιών. Διερευνήθηκε αρχαιολογικά στο διάστημα 24-27 Σεπτεμβρίου από την Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων, με την τεχνική υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών, που διέθεσε το Ω/Κ “Αιγαίο” εξοπλισμένο με το υποβρύχιο τηλεχειριζόμενο όχημα (ROV) ΜΑΧ ROVER με ενσωματωμένο ηχοβολιστή πλευρικής σάρωσης (SSS).

Η υποβρύχια έρευνα πραγματοποιήθηκε με την οικονομική υποστήριξη του ΑΔΜΗΕ. Το ναυάγιο χρονολογείται περίπου στα τέλη του 5ου μ.Χ. μέχρι τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και φαίνεται ότι κατέληξε στον βυθό με την καρίνα του, καθώς η γενική εικόνα της συγκέντρωσης του φορτίου διατηρεί γενικά το σχήμα του πλοίου.

Την ανακάλυψη χαιρέτισε η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Λίνα Μενδώνη, δηλώνοντας ότι «η χώρα μας αποτελεί έναν αναπεπταμένο αρχαιολογικό χώρο, ένα αρχαιολογικό παλίμψηστο. Η στεριά, αλλά και οι θάλασσές μας κρύβουν ανεξερεύνητους πολιτιστικούς θησαυρούς. Σε κάθε μεγάλο έργο, δημόσιο ή ιδιωτικό, οι πιθανότητες αποκάλυψης αρχαιοτήτων είναι εξαιρετικά μεγάλες. Στην περίπτωση του έργου της καλωδίωσης μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από την Κίσσαμο στη Λακωνία, που έχει αναλάβει ο ΑΔΜΗΕ, εντοπίστηκε στο στενό Κυθήρων-Νεάπολης ένα σημαντικό ναυάγιο των κλασικών χρόνων, το οποίο διερευνήθηκε αρχαιολογικά από την Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την πολύτιμη τεχνική και επιστημονική υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών, ενώ το κόστος της έρευνας κάλυψε ο ΑΔΜΗΕ. Σε όλους τους συντελεστές της έρευνας εκφράζω συγχαρητήρια και ευχαριστίες».

Σημειώνεται ότι τις δύο επιστημονικές ομάδες αποτελούσαν, από πλευράς Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων (ΕΕΑ), οι αρχαιολόγοι δρ. Θεοτόκης Θεοδούλου, τμηματάρχης του Γραφείου Κρήτης της ΕΕΑ, δρ. Γεώργιος Τσιμπούκης και δρ. Σταυρούλα Βραχιονίδου, η δρ, Ωκεανογραφίας Αναστασία Κουκά (ΜΔ), και από πλευράς ΕΛΚΕΘΕ οι δρ. Γρηγόρης Ρουσάκης, Μανόλης Καλλέργης και Λεωνίδας Μανουσάκης

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια