Κρήτη

Σεισμός στη Κρήτη: Προβληματισμός των επιστημόνων για την μετασεισμική ακολουθία

«Κανείς δεν μπορεί να μας πει αν η αλυσίδα της έξαρσης έκλεισε ή όχι», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Παπαδόπουλος

Οι επιστήμονες δεν κρύβουν τον προβληματισμό τους για το γεγονός ότι, αν και οι δύο σεισμικές «πηγές», εκείνη του Αρκαλοχωρίου και αυτή του τελευταίου ισχυρού σεισμού, δεν έχουν κάποια άμεση σχέση μεταξύ τους αλλά τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά, δεν παύει να προσδιορίζουν μια σεισμική διέγερση στην κεντρική και Ανατολική Κρήτη που συνεχίζεται εδώ και έναν και πλέον χρόνο, από τις 2 Μαΐου του 2020, όταν καταγράφηκαν 6,6 ρίχτερ νότια της Ιεράπετρας, για να ακολουθήσουν, στις 27 Σεπτεμβρίου, τα 6 ρίχτερ στο Αρκαλοχώρι και τα 6,3 στο Λασίθι την περασμένη Τρίτη.

Από την πρώτη στιγμή οι σεισμολόγοι περίμεναν να δουν την εξέλιξη της μετασεισμικής ακολουθίας, η οποία αποτελεί και τη βασική ένδειξη, μαζί με την πάροδο δύο τουλάχιστον 24ωρων, ότι ένας μεγάλος σεισμός είναι και ο κύριος. Ωστόσο αυτή συνέχιζε ως αργά χθες να είναι περιορισμένη. Αντίθετα στην περίπτωση του σεισμού στο Αρκαλοχώρι και τον χορό των μετασεισμών που ξεκίνησε σχεδόν αμέσως, φτάνοντας μέχρι και τα 5,3 ρίχτερ μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο μετά την κύρια δόνηση.

Ο σεισμός στο Αρκαλοχώρι ήταν επιφανειακός, με το επίκεντρο όχι απλά πάνω στην ξηρά αλλά ακριβώς κάτω από τον αστικό ιστό, ενώ εκείνος της Τρίτης μέσα στη θάλασσα και σε αξιοσημείωτο βάθος. Και ίσως αυτή να είναι η βασική διαφορά.

«Με δεδομένο ότι όλα τα μεγάλα σεισμολογικά κέντρα στις τελικές τους λύσεις δίνουν ως εστιακό βάθος για τα 6,3 ρίχτερ τα 25 με 30 χιλιόμετρα, τότε υπάρχει η γεωφυσική εξήγηση. Και αυτή είναι ότι σε τέτοια βάθη δεν παράγονται πολλοί μετασεισμοί. Το πρόβλημα δεν είναι, όμως, μόνο το ότι δεν έχουν ακολουθήσει αρκετές μετασεισμικές δονήσεις, αλλά και ότι αυτές οι λίγες είναι μικρής έντασης. Με δεδομένο το μέγεθος του ισχυρού σεισμού, θα έπρεπε να αναμένει κανείς κάποιον αξιοσημείωτο, με το ‘’ταβάνι’’ σε αυτά τα μεγέθη να φτάνει μέχρι και τα 5,6 ρίχτερ από τον ίδιο εστιακό χώρο», τόνισε ο σεισμολόγος, διευθυντής Ερευνών Σεισμολογίας στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και υπεύθυνος του Εθνικού Κέντρου Προειδοποίησης για Τσουνάμι, Δρ. Γεράσιμος Παπαδόπουλος σε δηλώσεις του στη «Ν.Κ.».

Με την εκτίμηση αυτή συμφωνεί και ο γεωλόγος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Δρ. Χαράλαμπος Φασουλάς, ο οποίος εκφράζει μεν και αυτός τον προβληματισμό του για την εξέλιξη της σεισμικής ακολουθίας, επισημαίνει ωστόσο το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του βάθους που οδηγεί στη γένεση λιγότερων μετασεισμών. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, τέτοιου είδους σεισμοί «δε δίνουν πολλούς μετασεισμούς. Όμως δεν έδωσε και κάποιον μεγάλο. Αυτό είναι το πρόβλημά μας».

Η ίδια η περιοχή ιστορικά έχει να μας πει πολλά για τη σεισμικότητά της, μια που το επίκεντρο εντοπίζεται σε ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία της Μεσογείου, όπου η ευρασιατική τεκτονική πλάκα συγκρούεται με την αφρικανική. «Ακριβώς επειδή τα 6,3 ρίχτερ “γεννήθηκαν” πάνω στη ζώνη υποβύθισης, σε συνδυασμό με το μεγάλο βάθος, ο σεισμός έγινε τόσο αισθητός στο Ηράκλειο, αλλά και περιοχές όπως η Αίγυπτος και η Κύπρος», συμπλήρωσε ο κ. Φασουλάς, ο οποίος αναγνωρίζει ιστορικά στην ίδια περιοχή το επίκεντρο του σεισμού του 1303, που εκτιμάται σήμερα ότι είχε μέγεθος πάνω από 7,5 ρίχτερ. Άλλωστε είναι γνωστό ότι όλη η περιοχή χαρακτηρίζεται από μεγάλα υποθαλάσσια ρήγματα, κάθε ένα από τα οποία έχει και το δικό του δυναμικό.

Σεισμική έξαρση - Κανείς δεν ξέρει αν έκλεισε ο κύκλος

Ο γνωστός σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος επισημαίνει το γεγονός της σεισμικής έξαρσης στην κεντρική και Ανατολική Κρήτη που ξεκίνησε πριν ένα χρόνο με έναν πολύ ισχυρό σεισμό και συνεχίστηκε με άλλους δύο με διαφορά 15 ημερών. «Κανείς δεν μπορεί να μας πει αν η αλυσίδα της έξαρσης έκλεισε ή όχι», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Παπαδόπουλος. Χρειάζεται έρευνα από μεγάλη ομάδα για αρκετό χρονικό διάστημα προκειμένου να έχουμε μια πιο σαφή εικόνα, σύμφωνα με τον ίδιο.

Έτσι οι σταθερές και ιδιαίτερης σημασίας επισημάνσεις επικεντρώνονται γύρω από τις βασικές οδηγίες πρόληψης που ισχύουν σε αυτές τις περιπτώσεις: ενημέρωση, τήρηση των μέτρων και μακριά από σπίτια με ρωγμές που δεν έχουν ελεγχθεί. Καθώς βρισκόμαστε σε μία από τις πιο σεισμογενείς περιοχές όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά ολόκληρου του κόσμου.

Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι αν ο σεισμός της Τρίτης 12 Οκτωβρίου, γινόταν στην ξηρά και όχι βαθιά στη θάλασσα θα είχαμε χειρότερες επιπτώσεις, μη κρύβοντας όμως τον προβληματισμό τους.

«Η εξέλιξη δεν είναι σωστή, δεν είναι αυτή που περιμένει ο σεισμολόγος. Από το μεσημέρι της Τρίτης που έγινε ο σεισμός, μέχρι τώρα, έχουν γίνει μόλις 10 μικροί σεισμοί και δε θεωρώ ότι είναι αυτό που χαρακτηρίζει μια μετασεισμική ακολουθία», αναφέρει σε δηλώσεις σε ραδιοφωνικό σταθμό ο διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Αστεροσκοπείου Αθηνών, Γεράσιμος Χουλιάρας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «εξ ορισμού στη Σεισμολογία, για να θεωρηθεί ένας σεισμός κύριος, πρέπει οπωσδήποτε να ακολουθήσει ένας ισχυρός μετασεισμός μικρότερου μεγέθους, για να υπάρχει εκτόνωση. Σε έναν σεισμό όπως της Τρίτης των 6,3 ρίχτερ, πρέπει να γίνει ένας σεισμός πάνω από 4,5 ρίχτερ, ο οποίος ακόμα δεν έχει γίνει στην περιοχή», υπογράμμισε. Όπως επισήμανε ο κ. Χουλιάρας, το θετικό ήταν ότι ο σεισμός έγινε στη θάλασσα. «Αν είχε γίνει 6,3 στη στεριά, δε θέλω να σκεφτώ τι θα μπορούσε να γίνει», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Το δεύτερο θετικό είναι ότι δεν είναι κοντά στο Αρκαλοχώρι, είναι 100 χλμ. μακριά, οπότε δεν υπάρχει επιβάρυνση στα κτήρια της πληγείσας πριν από λίγες ημέρες περιοχής.

(φωτογραφία: Intime)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια