Κρήτη

Μνήμες από την τραγωδία σε Δαμάστα – Μάραθος: «Δεν μπορώ, παιδί μου, να ξεχάσω»

21 Αυγούστου 1944 - Η τραγωδία που άφησε το αποτύπωμα της στον χρόνο

Μνήμες. Πολύτιμες, καθάριες, κληρονομιά στις επόμενες γενιές. Εβδομήντα επτά χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, έχουν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στον χώρο και τον χρόνο. Στη Δαμάστα, το Κερατίδι, στις ψυχές των ανθρώπων...

Γεγονότα που αποτελούν πια ιστορία, μαζί με εκατοντάδες προσωπικές ιστορίες που ξαναζούν αυτές τις μέρες ως κληρονομιά από γενιά σε γενιά των Δαμαστιανών, με την ηχώ των αναμνήσεων των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έχουν διασχίσει το κατώφλι του χρόνου να συνοδεύει το θρόισμα του ανέμου ανάμεσα στα κυπαρίσσια που φυτεύτηκαν στον τόπο της θυσίας των 30 Δαμαστιανών στον τόπο εκτέλεσής τους από τους Γερμανούς στη θέση Κερατίδι. Μνήμες που ανασύραμε μέσα από τις μαρτυρίες πρωταγωνιστών, εκείνων που ζουν και αυτών που “έφυγαν”, αλλά οι διηγήσεις τους, οι αναμνήσεις τους, τους έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα που ξεδιπλώνει το βιβλίο της ίδιας της τραγικής ιστορίας. Εβδομήντα επτά χρόνια πέρασαν, όμως δεν ξεχάστηκαν...

Οι κάτοικοι της Δαμάστας και του Μαράθου έχουν δώσει αυτή την υπόσχεση στους ανθρώπους τους και τη μεταλαμπαδεύουν στις επόμενες γενιές. Να μην ξεχάσουν. Να θυμούνται για πάντα όσα σημάδεψαν την ιστορία των χωριών και των κατοίκων τους εκείνο το πρωί της 21ης Αυγούστου 1944, όταν αποχαιρετίστηκαν μάνες από τα παιδιά, γυναίκες από τους άντρες, νιώθοντας πως δε θα τους ξαναδούν ποτέ, χωρίς να προλάβουν να πουν ένα “αντίο”, χωρίς να αγγίξουν το χέρι τους για τελευταία φορά. Μόνο ένα βλέμμα, ένα νεύμα και ένα δάκρυ για τον τελευταίο αποχαιρετισμό, πριν οι γιοι, αδερφοί, πατεράδες... μπουν στα γερμανικά φορτηγά και οδηγηθούν στον τόπο της θυσίας. Τριάντα άνδρες από τη Δαμάστα, οι πιο εκλεκτοί του χωριού. Είχε προηγηθεί η εκτέλεση 19 παλικαριών από το γειτονικό Μάραθος.

Λίγοι αυτοί που ζουν ακόμα και μπορούν να ανακαλέσουν στη μνήμη τα τραγικά γεγονότα. Εκείνα της εκτέλεσης αλλά και των δύσκολων ημερών που ακολούθησαν τον ξεριζωμό και την καταστροφή. Όμως η μνήμη παραμένει ζωντανή από τους απογόνους τους, όλους εκείνους που κάθε χρόνο συγκεντρώνονται στο μνημείο στο Μάραθος και στο Κερατίδι της Δαμάστας, στους τόπους θυσίας των Κρητικών ηρώων.

Δύο από τους Δαμαστιανούς που έζησαν τα δραματικά γεγονότα είχαν περιγράψει στη “Νέα Κρήτη” εκείνες τις τρομακτικές στιγμές, με την ελπίδα καμιά άλλη γενιά να μη ζήσει τον εφιάλτη που βίωσαν εκείνοι, με το «ποτέ πια» που κυριαρχεί στις ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης να μοιάζει διαχρονικά επίκαιρο.

Ο Γιώργος Τριγώνης, μια εμβληματική μορφή της Δαμάστας που “έφυγε” πρόσφατα από τη ζωή, έχασε τον αδερφό του, που ήταν ένας από τους εκτελεσθέντες και ήταν εκείνος ο νεαρός τότε που μαζί με άλλους Δαμαστιανούς ανακάλυψε μετά από μέρες αναζήτησης πού τους είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί. Εικόνες που ακόμα στοιχειώνουν τη μνήμη του. Και η σύζυγός του, η κ. Φωτεινή Τριγώνη-Μουντουφάρη, έχασε τον πατέρα της, μη μπορώντας να λησμονήσει την εισβολή των Γερμανών, ξημερώματα στο σπίτι της, αλλά και εκείνη την τελευταία στιγμή που τον είδε ζωντανό στο “σωχώρι” όπου γίνονταν η διαλογή, καθώς και το δράμα που έζησαν επιστρέφοντας μετά από δυόμισι μήνες στην ερειπωμένη Δαμάστα.

Το σαμποτάζ στο Δαμαστό

Τα γεγονότα είχαν δρομολογηθεί με το σαμποτάζ στο Δαμαστό, λίγο έξω από το χωριό, το οποίο λειτούργησε ως η αφορμή και το άλλοθι για τη σφαγή που ακολούθησε. Οι Γερμανοί, γνωρίζοντας τη βοήθεια που παρείχαν οι κάτοικοι στους αντάρτες, έστησαν επιμελώς την παγίδα τους μετά το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, για να πείσουν τους Δαμαστιανούς άνδρες να γυρίσουν από τα βουνά, όπου είχαν καταφύγει, πίσω στο χωριό. Και όταν το πέτυχαν, κύκλωσαν τη Δαμάστα αποκλείοντας κάθε δίοδο διαφυγής και άνοιξαν την αυλαία της φρίκης που ξετυλίχθηκε σαν σε αρχαία τραγωδία.

«Δύο μερών μαντζαρία και παρτί»

Εκείνο το ξημέρωμα της 21ης Αυγούστου η κ. Φωτεινή, παιδούλα ακόμα, ξύπνησε από τις φωνές των Γερμανών. Ο πατέρας της, ο Ματθαίος, είχε κατέβει από τον οντά, να φροντίσει τα ζωντανά στο ισόγειο, όπως έκανε κάθε πρωί. «Την ώρα που άρμεγε τις κατσίκες, ήρθανε οι Γερμανοί στην πόρτα και χτυπούσανε και του λένε “δύο μερών μαντζαρία και παρτί”. Και κλοτσήσανε τη λεκανίδα που άρμεγε τις κατσίκες, και χύσανε το γάλα και τον πήρανε και φύγανε. Μας πήρε κι εμάς η μάνα μου μετά και κατεβήκαμε κάτω. Δεν τον ξαναείδα...».

Ποιος θα ζήσει, ποιος θα πεθάνει

Οι πάνοπλοι Γερμανοί οδήγησαν τους Δαμαστιανούς σε ένα σωχώρι όπου γινόταν η διαλογή. «Δε μας αφήσανε να τους μιλήσουμε, περάσαμε αλλά δε μας αφήσανε να τους μιλήσουμε», θυμάται με πόνο η κ. Φωτεινή. «Η μάνα μάς τραβούσε από το χέρι γιατί ήμασταν πέντε παιδιά, και η γιαγιά μου κι ο παππούς μου μας τραβήξανε και πήγαμε στον Αϊ Γιώργη από πίσω που είναι το εικονοστάσι. Εκεί μας βάλανε με τους γέρους, και τον πατέρα μου δεν τον ξαναείδα». Ο αποχαιρετισμός γινόταν με το βλέμμα, με ένα νεύμα μπροστά στα μάτια των πάνοπλων Γερμανών και μιας αινιγματικής μορφής που όριζε ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει: «Έστεκε ένας... Λένε πως ήτανε γκεσταπίτες, ξέρουμε ποιοι ήτανε; Ήτανε ένα σωχώρι, και από πάνω έστεκε και έκανε ενούς-ενούς έτσι (σ.σ. έδειχνε ποιοι θα οδηγούνταν για εκτέλεση). Ήτανε περίπου 100 άνδρες μέσα. Έβγαλε τους 30 και αυτός φορούσε κουκούλα...».

Οι αναμνήσεις σκληρές, που παρά τα χρόνια που έχουν περάσει δε σταματούν να πονούν, με τις πληγές να παραμένουν ανοικτές και να αιμορραγούν κάθε Αύγουστο.

Η εκτέλεση

Οι 30 Δαμαστιανοί επιβιβάστηκαν στα καμιόνια που περίμεναν στον αμαξωτό σε ομάδες των 15. Εκείνη την ώρα περνούσε ένα φορτηγό του Ερυθρού Σταυρού, με τους επιβάτες του να γίνονται μάρτυρες των τραγικών γεγονότων, χωρίς να μπορούν να επέμβουν. Οι άνδρες οδηγήθηκαν στο Κερατίδι, έναν ξερότοπο λίγα χιλιόμετρα από το χωριό, όπου αναγκάστηκαν να ανέβουν με τα πόδια το μονοπάτι, ως την κορφή του λόφου. Εκεί εκτελέστηκαν, οι πρώτοι 15 σε ένα πιο χαμηλό σημείο και αργότερα οι υπόλοιποι, λίγα μέτρα πιο πέρα, ώστε η μια ομάδα να μη δει τι περίμενε την επόμενη.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

«Χωρίς ρούχα, χωρίς ψωμί, χωρίς τίποτα...»

Οι Δαμαστιανοί που γλίτωσαν τη σφαγή, χωρίς να γνωρίζουν τι συνέβη στα αγαπημένα τους πρόσωπα, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν τον δρόμο της προσφυγιάς στον ίδιο τους τον τόπο. «Μας λαλούσανε από πίσω οι Γερμανοί», θυμάται η κ. Φωτεινή, η οποία μαζί με τη μάνα, τους παππούδες και τα αδέρφια της ξενιτεύτηκαν στο γειτονικό Χώνος, όπου υπήρχαν συγγενείς. «Χωρίς ρούχα, χωρίς ψωμί, χωρίς τίποτα...».

Η μάχη της επιβίωσης γινόταν ακόμα πιο δύσκολη, καθώς κανείς δε γνώριζε τι είχε συμβεί στους δικούς του ανθρώπους. Υπήρχε η υποψία ότι τους είχαν εκτελέσει, όμως κανείς δεν τολμούσε να πάει στο χωριό να τους αναζητήσει. Τέσσερις μέρες μετά τη σφαγή, οι Δαμαστιανοί αποφάσισαν να στείλουν ομάδες να ανακαλύψουν τι είχε συμβεί. Ανάμεσά τους ο 16χρονος τότε Γιώργος Τριγώνης.

«Όταν κατέβαινα απέναντι στους σπήλιους, με έσμιξε ένα Ανωγειανάκι και μου λέει: “Πού πας;”. Του λέω “πάω να βρω τους σκοτωμένους”. Μου λέει: “Πόσες μέρες είναι σκοτωμένοι;”. Λέω “τέσσερις”. “Αν τους δεις, δε θα τους γνωρίσεις”, μου είπε, συμβουλεύοντάς με: “Και να μην είναι και Γερμανοί γιατί θα σε σκοτώσουνε”».

Ο ίδιος άρχισε να ψάχνει την περιοχή εντοπίζοντας τα ίχνη πάνω στο ξερό χώμα από τα βήματα πολλών ανθρώπων. Και η υποψία δεν άργησε να γίνει βεβαιότητα λίγο αργότερα, όταν αντίκρισε το αποτρόπαιο θέαμα, καθοδηγούμενος από τη φρικτή μυρωδιά της αποσύνθεσης των πτωμάτων κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο: τις σορούς των εκτελεσμένων, αγνώριστες από τα σκυλιά και τα άγρια ζώα που τις είχαν κατασπαράξει, σκεπασμένες με κουβέρτες που άγνωστο ποιος είχε χρησιμοποιήσει για να καλύψει τα πτώματα. «Βρήκα τρεις κοπελιές και έναν ντελικανή 12 χρονών, και τους λέω: “Τους βρήκα”. Λέει “πού;”. Λέω “εκεί από πάνω στο μασκάλι πρέπει να τους έχουνε, γιατί άκουσα τη μυρωδιά”».

Τα παιδιά ειδοποίησαν τους γέρους, που δεν άργησαν να φτάσουν στο Κερατίδι. Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν δεν μπορούν να λησμονηθούν, όσα χρόνια και αν περάσουν. «Όταν ήρθανε εδώ, εγώ βέβαια γνώρισα τον αδερφό μου και ήτανε και ο μπάρμπας μου, ο κουβαρντο-Δημήτρης που λέγανε, και μου λέει: “Σήκω, μωρέ, φύγε, ήντα γυρεύεις επαέ; Σήκω φύγε μην έρθουνε οι Γερμανοί να μας σκοτώσουνε, να ξεσκληριστεί το σπίτι σας”. Και έτσι με έβγαλε. Και του λέω: “Τον αδερφό μου;”. Και μου λέει: “Εμείς θα τoνε θάψουμε”. Αλλά δεν είχανε το κουράγιο και τη δύναμη γιατί δε βαστούσανε εργαλεία, δε βαστούσανε τίποτα και βγάλανε τα κλαδιά με τα χέρια τους και τα βάζανε απάνω στους νεκρούς και πετρώνανε τα σώματα με πέτρες».

Ράγισαν και οι πέτρες

«Έφυγα εγώ εντωμεταξύ, πήγα στον κάμπο στο Χάνι, όπου ήτανε οι πιο πολλές χωριανές εκεί συγκεντρωμένες, και τους λέω: “Εμείς τους βρήκαμε”. “Πού;”». Αυτό που ακολούθησε έκανε και τους πιο δυνατούς να λυγίσουν: «Ήτανε όλο το πια το χωριό εκεί και μου λέγανε: “Είδες τον μπάρμπα μου; Είδες τον αδερφό μου; Είδες τον κουνιάδο μου; Είδες τον πατέρα μου;”. Τους είπα για όσους γνωρίσαμε βέβαια, γιατί δεν τους γνωρίσαμε όλους. Γιατί ήτανε λίγη η ώρα που κάτσαμε και δεν τους γνωρίσαμε όλους. Εκείνη τη στιγμή έρχεται ένας μπάρμπας μου από ’κει από το Χάνι και λέει: “Οι Γερμανοί έρχονται”, μόνο γίνονται θρήνος, κλάματα, κακό. “Οι Γερμανοί έρχονται και θα μας σκοτώσουνε όλους και διαλύσαμε”. Και έφυγα και πήγα στο Χώνος. Πέρασε βέβαια ο αδερφός μου επτά μέρες να θαφτεί και δεν ήτανε μόνο αυτός. Ήτανε 5-6 άθαφτοι. Ερχόντανε ένας-ένας, έθαβε τον δικό του και σηκωνότανε και έφευγε».

Όσοι δεν είχαν κάποιον να πάει να τους θάψει, περίμεναν υπομονετικά. «Και ύστερα ένας μπάρμπας μου έθαψε τον γαμπρό του και έθαψε τον πεθερό μου και έθαψε και τον αδερφό μου, και ήτανε κι άλλοι και θάψανε δυο-τρεις ακόμη», είχε καταθέσει τις αναμνήσεις του ο Γιώργος Τριγώνης, με τα δάκρυα να μουσκεύουν τα βλέφαρά του καθώς ξαναζούσε εκείνες τις στιγμές. «Δε μου έχει φύγει ούτε ένα λεπτό αυτή η εικόνα. Πώς είχε πέσει ο καθένας, πού είχε πέσει, ακόμα τα θυμάμαι. Η εικόνα αυτή δε φεύγει από το μυαλό μου ποτέ, και τη νύχτα που κοιμάμαι όλο βλέπω αυτά τα πράγματα».

Ο “Γολγοθάς”

Ο χρόνος κυλούσε και το καλοκαίρι τελείωνε, με τις μαυροφορεμένες γυναίκες και τους συγγενείς των νεκρών να πηγαίνουν στο Κερατίδι προσπαθώντας να απαλύνουν με τη μνήμη τον ανείπωτο πόνο. Κουβαλώντας, υπό τον φόβο των Γερμανών, στις πλάτες τους τα πήλινα σταμνιά και τις κανίστρες, ανηφόριζαν στο Κερατίδι για να φροντίσουν τους νεκρούς, να φυτέψουν δέντρα και λουλούδια, να φτιάξουν τα μνήματα. Δυόμισι μήνες μετά την τραγωδία ήρθε η ώρα της επιστροφής στο χωριό. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, οι Γερμανοί είχαν φύγει, όμως ο όλεθρος ήταν εκεί.

Η περιγραφή της κ. Φωτεινής συγκλονίζει: «Το μισό χωριό ήτανε χαλασμένο, και ήτανε λίγα σπίτια που είχανε αφήσει όρθια, εκείνα που καθόντουσαν αυτοί. Το σπίτι μας δεν είχε πέσει, δεν το χαλάσανε. Στο πατρικό μου σπίτι γυρίσαμε και κάτσαμε. Ήμασταν πέντε κοπέλια, η γιαγιά μου, ο παππούς μου, η μάνα μου, και βρήκαμε ένα γερμανικό πιάτο στην αυλή του σχολείου, και ένα κουτάλι, και φάγαμε 11 άτομα με ένα κουτάλι. Από εκεί άρχισε η ζωή μας μετά σιγά-σιγά».

Οι Γερμανοί δεν είχαν αφήσει τίποτα. Είχαν λεηλατήσει τα πάντα. «Όλα τα είχανε διαλύσει, καρπούς, ζώα, κρασιά, λάδια».

Το σκηνικό τραγικό. Χωρίς σπίτια, χωρίς καν ρούχα, χωρίς τρόφιμα, αναζήτησαν καταφύγιο ακόμα και στο σχολείο. «Δεν είχαμε τίποτα παρά μόνο το ξερό μας κορμί: ούτε καρέκλα, ούτε πιάτο, ούτε πιρούνι, ούτε τίποτα. Μόνο αν μας δίνανε συγγενείς μας κανένα πιρούνι και κανένα πιάτο. Άλλο τίποτα, ούτε φαΐ, ούτε ψωμί, ούτε τίποτα, και περνούσανε και 5 και 6 μέρες να φάμε πράμα. Αν βρίσκαμε κανένα χαρούπι, μα δε βρίσκαμε ούτε χαρούπια. Ένα δράμα ζήσαμε».

Και ο χειμώνας προμηνυόταν βαρύς και ακόμα πιο δύσκολος χωρίς βοήθεια. «Από πουθενά...». Και «ύστερα ήρθε ο Ερυθρός Σταυρός και μας έφερε κάτι ρεβίθια μαροκινά, και το καθένα ροβίθι είχε 6-7 μαμούνια μέσα. Από εκεί και ύστερα δεν ξανάφαγα ροβίθια...».

ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΖΟΥΝ ΑΚΟΜΗ

Το δάκρυ δε στέρεψε ποτέ

«Κάθε Αύγουστο από την πρώτη μέρα, μέχρι που θα έρθει το ξημέρωμα του μνημοσύνου, δε στερεύει το δάκρυ». Τα λόγια της Φωτεινής Τριγώνη, που έχασε τον πατέρα της πριν ακόμα κλείσει τα 10 της χρόνια, είναι συγκλονιστικά, όπως και της αδερφής της, της Χρυσούλας, και του αγέννητου ακόμα τότε Μανόλη. Που μαζί στέκονται δίπλα στον τάφο του πατέρα τους, του Ματθαίου, αφήνοντας το αυλάκι των δακρύων να χαράσσει με την υγρή πορεία τις ρυτίδες στο πρόσωπο, στο αποκορύφωνα ενός σπαράγματος, ενός ακόμα ηχηρού ή σιωπηλού λυγμού. Γιατί, ακόμη και αν πέρασαν τόσα χρόνια, είναι για όλους εκείνους σαν χθες.

«Δεν μπορώ, παιδί μου, να ξεχάσω. Όσο κι αν με ρωτούν πώς τα θυμάμαι ακόμα μετά από τόσα χρόνια», λέει κλαίγοντας η κυρα-Φωτεινή, την ώρα που βάζει ένα “κλαδί” λιβάνι για να θυμιάσει τον τάφο του πατέρα της. «Σήμερα δεν μπορώ να σύρω τα πόδια μου, όμως τότε κουβαλούσα τη γερμανική κανίστρα με το νερό από το χωριό με τα πόδια για να ποτίσω τα τριαντάφυλλα και τα μοσχοβολιστά λουλούδια που είχαμε φυτέψει πάνω από τα μνήματα. Πια δε σώζονται, παρά μονάχα τα γέρικα κυπαρίσσια και τα πεύκα, ένα για κάθε θύμα, που ποτίστηκε με το ίδιο τους το αίμα», αναπολεί, δείχνοντάς μας τριγύρω τον χώρο. Που παραπέμπει ως τόπος μαρτυρίου στην υπέρτατη θυσία. Και στον απόλυτο πόνο. Που ο χρόνος δεν έχει καταφέρει να απαλύνει.

Δαμάστα – Μάραθος: Οι ήρωες που δεν θα ξεχαστούν


Οι 30 ήρωες που εκτελέστηκαν στη Δαμάστα την 21η Αυγούστου 1944 είναι οι: Κλίνης Γεώργιος του Νικολάου, Κουγιουμουτζάκης Ανδρέας του Εμμανουήλ, Κουγιουμτζάκης Κωνσταντίνος του Εμμανουήλ, Κουγιουμουτζάκης Γεώργιος του Εμμανουήλ, Κουντούρης Εμμανουήλ του Σταύρου, Κουντούρης Νικόλαος του Δημητρίου, Κρουσανιωτάκης Ιωάννης του Γεωργίου, Κρουσανιωτάκης Ιωάννης του Νικολάου, Λιαδάκης Ιωάννης του Εμμανουήλ, Λιαδάκης Κωνσταντίνος του Χρήστου, Μαρούσης Γεώργιος του Δημητρίου, Μαυράκης Εμμανουήλ του Στυλιανού, Μαυράκης Νικόλαος του Αλεξάνδρου, Μουντουφάρης Γεώργιος του Εμμανουήλ, Μουντουφάρης Ματθαίος του Παναγιώτου, Νικολουδάκης Χαρίδημος του Σωτηρίου, Νικολουδάκης Γεώργιος του Βασιλείου, Παπαδάκης Αναστάσιος του Βασιλείου, Περάκης Νικόλαος του Στυλιανού, Σαρρής Αριστόδημος του Κωνσταντίνου, Σαρρής Γεώργιος του Νικολάου, Σαρρής Γεώργιος του Δημητρίου, Σαρρής Ευάγγελος του Γεωργίου, Σαρρής Ιωάννης του Γεωργίου, Σαρρής Μιχαήλ του Δημητρίου (αδέλφια), Στρατιδάκης Γεώργιος του Αντωνίου, Στρατιδάκης Ιωάννης του Αντωνίου (αδέλφια), Τριγώνης Εμμανουήλ του Στυλιανού, Τριγώνης Ιωάννης του Γεωργίου, και Τριγώνης Ματθαίος του Γεωργίου.

Οι νεκροί του Μαράθου

Οι 19 ήρωες που εκτελέστηκαν στο Μάραθος την 21η Αυγούστου 1944 ήταν οι: Δημήτριος Μ. Μουλακάκης, Ιωάννης Μ. Βρέντζος, Γεώργιος Γ. Λίβας, Ιωσήφ Γ. Βλατάς, Χαράλαμπος Ε. Περυσινάκης, Χαράλαμπος Ι. Κλινάκης, Σταύρος Ι. Κλινάκης, Διονύσιος Ε. Δασκαλάκης, Μιχαήλ Ε. Δασκαλάκης, Ιωάννης Ν. Πρινάρης, Νικόλαος Γ. Πρινάρης, Εμμανουήλ Κ. Πρινάρης, Ιωάννης Μ. Παλαιάκης, Κων/νος Α. Παπαδομιχελάκης, Νικόλαος Δ. Βλατάς, Ιωάννης Μ. Μουντουφάρης, Μιχαήλ Ε. Κλινάκης, Ιωάννης Κ. Σμπώκος και Μιχαήλ Αντ. Συνάνης.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια