Κρήτη

Υποχρεωτική συνεπιμέλεια: «Εργαλειοποιεί το παιδί - Ιεραρχεί τα “δικαιώματα του πατέρα” πάνω από την ασφάλεια της μητέρας»  

Τι υποστηρίζουν οι «πολέμιοι» και οι «υπέρμαχοι» του νομοσχεδίου για τις σχέσεις γονέων και παιδιών - Ποια τα ζητήματά που σηκώνουν μεγάλη συζήτηση

Κύκλο ατέρμονων συζητήσεων, αλλά και σφοδρών αντιδράσεων έχει προκαλέσει το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και παιδιών, καθώς και άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου.

Το επίμαχο νομοσχέδιο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση στις 18 Μαρτίου του 2021, η οποία ολοκληρώθηκε την Πέμπτη 1 Απριλίου. Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης εστιάζεται κυρίως στη λεγόμενη “υποχρεωτική συνεπιμέλεια”, η οποία έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις όχι μόνο σε φεμινιστικές οργανώσεις, αλλά και σε πλήθος ακόμη κοινωνικών φορέων. Η νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Δικαιοσύνης, πάντως, έχει βρει πλήθος υποστηρικτών - κυρίως - μεταξύ πατεράδων. Στη χώρα μας δραστηριοποιείται το Ελληνικό Συμβούλιο Κοινής Ανατροφής (γνωστό ως Σύλλογος “Συνεπιμέλεια” από το όνομα του ομώνυμου site), το οποίο είναι το ελληνικό τμήμα ενός διεθνούς επιστημονικού κινήματος, του International Council Of Shared Parenting (ICSP), www.twohomes.org. Άλλη οργάνωση είναι οι “Ενεργοί Μπαμπάδες”.

Όπως αναφέρει ο Σύλλογος “Συνεπιμέλεια” στον ιστότοπό του, «το νομολογιακό έθιμο της αποκλειστικής επιμέλειας που έχουν διαπλάσει τα ελληνικά Δικαστήρια κινείται σε παντελώς αντίθετη κατεύθυνση και έχει ξεκινήσει από την επομένη της ιστορικής σημασίας αλλαγής του οικογενειακού δικαίου το 1983.

Το δόγμα της βιοκοινωνικής υπεροχής της μητέρας στην ανατροφή του παιδιού, που συμπληρώνεται με τον άρρηκτο ισχυρό ψυχικό δεσμό που έχει αναπτυχθεί στη συνέχεια της νηπιακής ηλικίας, έρχεται για να θεμελιώσει την εκ συστήματος και παράνομη ανάθεση της επιμέλειας αποκλειστικά και κατά τεκμήριο στη μητέρα».

Εντάσεις και προβληματισμός

Είναι, ωστόσο, η κατάσταση έτσι όπως παρουσιάζεται από τους υπέρμαχους των προωθούμενων νομοθετικών μεταβολών; H αλήθεια είναι ότι υπάρχει πλήθος ενστάσεων και σοβαρών προβληματισμών από ένα μεγάλο εύρος φορέων και εκπροσώπων. Πριν από λίγα 24ωρα, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) διατύπωσε σοβαρές παρατηρήσεις σε σημεία του νομοσχεδίου. Συγκεκριμένα, η ΕΕΔΑ επικεντρώνεται σε δύο ζητήματα, στην υποχρεωτικότητα στη συνεπιμέλεια, αλλά και τον αποκλεισμό ενός γονέα μόνο αν υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη για βία.

«Ανησυχία εκφράζεται ως προς την υποχρεωτική συνάσκηση της γονικής μέριμνας στην πράξη, μετά τη λύση του γάμου ή της συμβίωσης σε ένα ήδη συγκρουσιακό περιβάλλον, καθώς αν μπορούσε αυτή να επιτευχθεί, θα είχε επιτευχθεί ήδη συναινετικά χωρίς την ανάγκη καταφυγής σε διαδικασίες αντιδικίας», σημειώνεται χαρακτηριστικά, ενώ σε άλλο σημείο του σχετικού κειμένου τονίζεται ότι «ο νομοθέτης αξιώνει την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Επιπλέον της αντίθεσης της εν λόγω διάταξης με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, τον Ν. 3500/2006 και τη διάταξη του άρθρου 1537 Α.Κ. (έκπτωση από το δικαίωμα της γονικής μέριμνας με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης), η παρούσα νομοθετική ρύθμιση χρήζει βελτίωσης προς το “συμφέρον του τέκνου”».

Προτάσεις

Εξάλλου, πριν από λίγες εβδομάδες, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, αφού επεξεργάστηκε τη νομοθετική πρωτοβουλία του υπουργείου Δικαιοσύνης για τις μεταρρυθμίσεις στο Οικογενειακό Δίκαιο, απέστειλε τις προτάσεις της τόσο στο υπουργείο Δικαιοσύνης, όσο και στα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα.

Μεταξύ άλλων, η Ένωση επισημαίνει ότι «η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τις σχέσεις γονέων και τέκνων είναι αναγκαίο να ξεκινάει από τη δημιουργία κατάλληλων δημόσιων υπηρεσιών, οι οποίες θα στηρίζουν νομοθετικές παρεμβάσεις που γίνονται μετά από γνωμοδοτήσεις επιτροπών, βασισμένων σε πορίσματα της επιστήμης. Προκαλεί στο σημείο αυτό πολλά ερωτήματα η σιωπηρή απόρριψη του σχεδίου της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για τις τροποποιήσεις των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για τη γονική μέριμνα και την προσωπική επικοινωνία με το τέκνο, το οποίο δε δόθηκε ποτέ στη δημοσιότητα, και η αντικατάστασή του με ένα Σχέδιο Νόμου επεξεργασμένο από παράγοντες του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων θεωρεί αναγκαίους όρους επιτυχούς αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου:

1) Τη συγκρότηση από το υπουργείο Δικαιοσύνης ειδικής υπηρεσίας παιδοψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, η οποία θα συνεπικουρεί τους δικαστές, όταν κρίνεται αναγκαίο, σε υποθέσεις που αφορούν σχέσεις γονέων-τέκνων.

2) Σε περιπτώσεις αντιδικίας γονέων για θέματα γονικής μέριμνας και επικοινωνίας, να υπάρχει προηγούμενη αξιολόγηση των αναγκών του παιδιού και συμβουλευτική των γονέων από υπηρεσίες ψυχικής υγείας του Δημοσίου.

3) Την πραγματοποίηση ειδικών επιμορφωτικών σεμιναρίων, που θα γίνονται σε σταθερή βάση, για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σε τμήματα οικογενειακού δικαίου».

Ασάφειες

Ωστόσο, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων επισημαίνει ειδικότερα ότι η μνεία ότι «ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δε διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου επικοινωνίας, εκτός αν...» είναι ασαφής και δημιουργεί ερμηνευτικές δυσχέρειες, καθώς ως “συνολικός χρόνος επικοινωνίας” δύναται έτσι να νοηθεί είτε ο συνολικός χρόνος που έχει επικοινωνία με το τέκνο του ο γονέας που δε διαμένει με αυτό (καθόσον δικαίωμα επικοινωνίας έχει μόνο ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο), είτε ο συνολικός χρόνος επικοινωνίας με αμφότερους τους γονείς. Τέλος, θα πρέπει να οριστεί πως ο προτεινόμενος τρόπος κατανομής του χρόνου του τέκνου με έκαστο γονέα αποτελεί κατευθυντήρια νομοθετική οδηγία, ώστε αφενός το Δικαστήριο να μην προβαίνει σε μαθηματικούς υπολογισμούς, αφετέρου να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης, ώστε να μη διαφοροποιείται η ποιότητα του χρόνου που έχει ο κάθε γονέας με το τέκνο του.

«Στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 ορίζεται ότι “αποκλεισμός ή περιορισμός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για ενδοοικογενειακή βία ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής”. Παρόμοια ρύθμιση εμπεριέχεται στο άρθρο 1532 Α.Κ., όπου υπάρχει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων κακής άσκησης γονικής μέριμνας.

Θεωρούμε πως η προϋπόθεση της αμετάκλητης καταδίκης του γονέα για τα αναφερόμενα ποινικά αδικήματα δε διασφαλίζει το τέκνο, που θα εξακολουθήσει να διαμένει ή να επικοινωνεί για μεγάλο διάστημα με έναν γονέα που έχει την ανωτέρω εγκληματική συμπεριφορά. Η αναμονή έκδοσης αμετάκλητης απόφασης για τόσο σοβαρά αδικήματα, που είναι μια μακρόχρονη διαδικασία, δύναται να έχει καταστροφικές συνέπειες για το τέκνο. Προτείνουμε ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της επικοινωνίας, στις περιπτώσεις αυτές, να λαμβάνει χώρα μετά από εμπεριστατωμένη έκθεση κοινωνικών λειτουργών και παιδοψυχολόγων δημοσίου φορέα περί της ακαταλληλότητας του γονέα να ασκήσει το δικαίωμα της επιμέλειας ή της επικοινωνίας, η συνδρομή των οποίων πρέπει να λαμβάνει χώρα άμεσα, αφενός για την προστασία του τέκνου, αφετέρου για την προστασία του γονέα που κατηγορείται κακόβουλα», αναφέρει ακόμη η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων.

Κέντρο Γυναικείων Ερευνών

Τον περασμένο Δεκέμβριο, το Κέντρο Γυναικείων Ερευνών και Μελετών “Διοτίμα” ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι «η επιχειρηματολογία υπέρ της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας, εκφρασμένη κυρίως από “συλλόγους μπαμπάδων”, έχει κυριαρχήσει στον δημόσιο λόγο. Από τις (ανδρικές) αυτές αφηγήσεις απουσιάζει η κριτική στις στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους έμφυλους ρόλους, όπως και οι διεκδικήσεις για την ανατροπή τους. Αντίθετα αναπαράγονται σεξιστικά στερεότυπα για την εκδικητικότητα των γυναικών που χωρίζουν, οι οποίες μεταμορφώνονται σε “μέγαιρες” που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να βλάψουν τους πρώην συζύγους, μιας και δεν μπορούν να διανοηθούν μια αυτόνομη πορεία ως ανεξάρτητα και αυτεξούσια όντα εκτός γάμου.

Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που ο (συγκαλυμμένα) πατριαρχικός και υποτιμητικός αυτός λόγος θέτει στο στόχαστρο τις γυναίκες με την κατηγορία ότι εργαλειοποιούν τη μητρότητα προκειμένου να εκδικηθούν τους άνδρες, αρνούμενες να εκχωρήσουν τα “προνόμιά” τους. Στην ίδια οπτική εντάσσεται και η λεγόμενη “γονική αποξένωση”, που επιδιώκει να καθιερώσει η μεταρρύθμιση, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με αυστηρές συστάσεις της Επιτροπής GREVIO για την Παρακολούθηση και Εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, θα πρέπει κατά τη διερεύνηση περιστατικών έμφυλης βίας να απαγορεύονται ρητά αποδείξεις οι οποίες στηρίζονται σε μαρτυρίες που δυσφημούν ή στιγματίζουν στη βάση του υποτιθέμενου “συνδρόμου γονικής αποξένωσης”, ενώ οι σχετικές κατηγορίες εκ μέρους κακοποιητικών πατεράδων θα πρέπει να θεωρούνται ως συνέχιση της εξουσίας και του ελέγχου που ασκείται από δημόσιους φορείς και θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων και όσων αποφασίζουν για την επιμέλεια των παιδιών».

Τι λένε οι υπέρμαχοι του νομοσχεδίου

Στον ιστότοπο του Συλλόγου “Συνεπιμέλεια” αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «η κοινή ανατροφή - shared parenting (sharenting) είναι το μοντέλο ανατροφής παιδιών που ραγδαία εξαπλώνεται στον κόσμο. Τα μοντέλα ανατροφής μπορεί να ποικίλουν και από γενιά σε γενιά. Οι Ρωμαίοι νόμιμα έδιναν τα παιδιά σε έκθεση. Ένα αιώνα πριν, οι γυναίκες φάσκιωναν τα παιδιά και τα κρέμαγαν στο δέντρο για να δουλέψουν οι ίδιες στα χωράφια. Την εποχή του baby boom η γυναίκα έμενε με τα παιδιά στο σπίτι και ο άντρας δούλευε όλη μέρα για να εξασφαλίσει το υλιστικό αμερικανικό όνειρο.

Σήμερα και οι δύο γονείς εργάζονται. Μέσα στο ίδιο σπίτι ή και εκτός συμβίωσης, από διαφορετικά σπίτια, συμμετέχουν και οι δύο ενεργά στην ανατροφή των παιδιών, παίρνοντας από κοινού τις αποφάσεις (κοινή γονική μέριμνα/επιμέλεια), φροντίζοντας και οι δύο τα παιδιά, έχοντας τον ίδιο χρόνο με τα παιδιά (ίσος χρόνος και φροντίδα). Ορίζεται ως ίσος ο χρόνος όπου το παιδί περνάει τουλάχιστον το 35% του χρόνου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι διανυκτερεύσεις με κάθε γονέα του. (...) Το νομολογιακό έθιμο της αποκλειστικής επιμέλειας που έχουν διαπλάσει τα ελληνικά Δικαστήρια κινείται σε παντελώς αντίθετη κατεύθυνση και έχει ξεκινήσει από την επομένη της ιστορικής σημασίας αλλαγής του οικογενειακού δικαίου το 1983.

Το δόγμα της βιοκοινωνικής υπεροχής της μητέρας στην ανατροφή του παιδιού, που συμπληρώνεται με τον άρρηκτο ισχυρό ψυχικό δεσμό που έχει αναπτυχθεί στη συνέχεια της νηπιακής ηλικίας, έρχεται για να θεμελιώσει την εκ συστήματος και παράνομη ανάθεση της επιμέλειας αποκλειστικά και κατά τεκμήριο στη μητέρα.

Η κατηγοριοποίηση “όλες οι μαμάδες είναι καλές και ίδιες, όλοι οι μπαμπάδες είναι κακοί και ίδιοι” και συνεπεία αυτού “το παιδί πάει στη μητέρα” εξυπηρετεί την ανημποριά του δικαστή να διαχειριστεί υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει τις απαιτούμενες ειδικές επιστημονικές γνώσεις. Η κατηγοριοποίηση οδηγεί σε δίκες που διεξάγονται με στερεότυπα και προειλημμένα αποτελέσματα και για τον λόγο αυτό σε διακρίσεις. Με τη σειρά τους όλα αυτά οδηγούν σε μαζική ψυχολογιοποίηση εκ μέρους των δικαστών και εν γένει νομικών.

Τελικά οι δικαστές, αντί να προστατεύουν το συμφέρον του παιδιού, προστατεύουν το δόγμα. Οποιοσδήποτε λέει το αντίθετο γελοιοποιείται, χλευάζεται ή απλά δεν ακούγεται ή δεν του δίνεται απάντηση σε όσα λέει.

Και σε δεύτερο χρόνο, δίκην μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας, έρχεται η θεωρία της σύγκρουσης για να στηρίξει το νομολογιακό έθιμο. “Αφαιρείται η επιμέλεια από τον πατέρα γιατί οι δύο γονείς συγκρούονται και δεν μπορούν να συνεννοηθούν”, παραβλέποντας όμως ότι σαν αλυσιδωτή αντίδραση οι γονείς συγκρούονται γιατί πρώτος ο δικαστής διασπά τον ισχυρό ψυχικό δεσμό πατέρα-παιδιού και προκαλεί ο ίδιος τη σύγκρουση που δήθεν επιλύει.

(...) Το νομολογιακό έθιμο της αποκλειστικής επιμέλειας συνιστά απειλή για τη δημόσια υγεία. Τέλος, ο δικαστής γνωρίζει τόσο τις συνέπειες της κακοποίησης που ο ίδιος προκαλεί με το νομολογιακό έθιμο, όσο και τις εξελίξεις στο διεθνές δίκαιο δικαιωμάτων του παιδιού που έχει ενσωματωθεί στην Ελλάδα έννομη τάξη».

Η απαίτηση της αμετάκλητης καταδίκης

Η εφημερίδα “Νέα Κρήτη” συνομίλησε με τη δικηγόρο Ηρακλείου-διαπιστευμένη διαμεσολαβήτρια, LLM στο Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Έλλη Μιχελάκη, η οποία μας επισήμανε ότι «το πρόβλημα δεν είναι η συνεπιμέλεια. Το πρόβλημα είναι το να είναι η συνεπιμέλεια υποχρεωτική».

«Αρχικά να ξεκαθαρίσουμε ότι η δυνατότητα συνεπιμέλειας υπήρχε πάντοτε στο οικογενειακό δίκαιο. Ο ισχύων Αστικός Κώδικας όχι απλά δεν την απαγορεύει, αντιθέτως προβλέπει τη συνεπιμέλεια, ως επιμέρους περιεχόμενο της γονικής μέριμνας, σχετική “ιδίως με την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση” του παιδιού», μας εξηγεί αρχικά η δικηγόρος.

«Ο όρος “αποκατάσταση της ισότητας των φύλων” του νομοσχεδίου είναι απλά παραπλανητικός - και θα ήταν και αστείος, αν δεν ήταν επικίνδυνος - από τη στιγμή που δίνει ακόμη περισσότερα “όπλα” στη “φαρέτρα” του συστημικά ευνοημένου άνδρα. Ιδιαίτερα για όσους ασχολούμαστε με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι αδύνατο να αντιληφθούμε πώς μια νομοθετική ρύθμιση που “επιβάλλει” τη φροντίδα ενός παιδιού θα αλλάξει ξαφνικά την εμπεδωμένη ανισότητα που βιώνουν τόσες γυναίκες στη χώρα μας, με τα τόσα περιστατικά έμφυλης βίας και παιδικής κακοποίησης, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο (της καραντίνας).

Όταν το νομοσχέδιο απαιτεί την αμετάκλητη καταδίκη του θύτη πριν η επικοινωνία μαζί του περιοριστεί, αυτό αυτομάτως σημαίνει ότι το παιδί βρίσκεται έκθετο σε κίνδυνο, με έναν πατέρα που μπορεί να το κακοποιεί. Ενώ υποχρεώνει μια κακοποιημένη γυναίκα να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τον κακοποιητή της, γιατί αλλιώς “θα χάσει το παιδί”, δίνοντας στον άντρα και πάλι τον (πλήρη) έλεγχο της γυναίκας, ακόμα κι αφού εκείνη χωρίσει, εργαλειοποιώντας μάλιστα το παιδί. Το νομοσχέδιο, με τον τρόπο προσέγγισης στον οποίο προβαίνει, ιεραρχεί τα “δικαιώματα του πατέρα” πάνω από την ασφάλεια της μητέρας και το “συμφέρον του τέκνου”.

Μια αμετάκλητη δικαστική απόφαση για ενδοοικογενειακή βία ή εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας εκδίδεται έως και δεκαετία μετά την ποινική δίωξη.

Αντιθέτως για τα πλημμελήματα, όπως είναι η παραβίαση των “αντικειμενικών κριτηρίων κακής άσκησης της γονική μέριμνας”, που θέτει το νομοσχέδιο, και μεταξύ άλλων έχουν να κάνουν με τις υποχρεώσεις των γονέων έναντι των ανιόντων της πατρικής ή μητρικής γραμμής (παππούδες, γιαγιάδες), και τις οποίες συνδέει με λόγο αφαίρεσης της γονικής μέριμνας, οι καταδικαστικές αποφάσεις εκδίδονται πολύ πιο σύντομα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε παράλογες καταστάσεις, όπως μητέρες να χάνουν τη γονική μέριμνα του παιδιού τους επειδή δεν το φέρνουν σε επαφή με τους γονείς του πατέρα, και κακοποιητικοί πατέρες να επικοινωνούν εντωμεταξύ μαζί του κανονικά», αναφέρει επιπρόσθετα η Έλλη Μιχελάκη.

Το “σύνδρομο” της γονικής αποξένωσης και η... θεραπεία

«Δεν πρέπει όμως να παραληφθεί και η υποβάθμιση του ρόλου του δικαστή. Αυτός είναι που δικάζει ad hoc κάθε περίπτωση, όχι ο νομοθέτης. Ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ούτε να προεξοφλεί τις ειδικές συνθήκες κάθε περίπτωσης. Διεθνώς, εξάλλου, προβλέπεται η δυνατότητα συνεπιμέλειας και εναλλαγής διαμονής του τέκνου, όπως και η σχετική ενθάρρυνση του δικαστή προς αυτήν την κατεύθυνση, όχι όμως και η εκ του νόμου επιβολή (!) και μάλιστα μέχρις αποδείξεως ότι δεν πρόκειται για επικίνδυνο άτομο. Ας αναλογιστούμε απλώς, με αφορμή την πρόσφατη γυναικοκτονία στη Μακρυνίτσα, πως ο πατέρας αυτός, παρά το γεγονός ότι το θύμα είχε ακολουθήσει τη νομική οδό για να προστατεύσει το παιδί τους και τον εαυτό της, θα είχε την επιμέλεια, αφού δεν είχε καταδικαστεί αμετάκλητα...

Η συνεπιμέλεια μόνο ως συναινετική μπορεί να υπάρξει, καθώς η συναινετική άσκησή της είναι εκείνη που δεν επιτρέπει την άσκηση ψυχολογικής πίεσης και οικονομικών - ή άλλου τύπου - εκβιασμών. Αντιθέτως, απαιτεί ισότιμους γονείς, πρόθυμους να συνεργαστούν με σκοπό την υγιή ανάπτυξη του παιδιού τους και όχι απλά γονείς που δεν ενδιαφέρονται να είναι γονείς, αλλά πώς θα αποφύγουν να καταβάλλουν “διατροφή”.

Όπως πολύ εύστοχα έχει σημειώσει η κ. Ρόη Δ. Παντελίδου, καθηγήτρια του Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Δ.Π. Θράκης και πρόεδρος της Ένωσης Αστικολόγων, “επιμέλεια που ασκείται από δύο γονείς ανταγωνιστικά και εχθρικά δεν είναι συνεπιμέλεια, αλλά διεπιμέλεια”.

Φυσικά δεν είναι δίκαιο να αγνοηθεί ο σημαντικός αριθμός ανδρών, οι οποίοι ρυθμίζουν εξωδικαστικά και με μοναδικό γνώμονα το “συμφέρον του τέκνου” τη φροντίδα τη σχετική με την πνευματική, ψυχική αλλά και τη σωματική ανάπτυξη του παιδιού. Προφανώς οι άνδρες εκείνοι είναι που δε χρειάζονται έναν νομοθετικό εξαναγκασμό, για να ανταποκριθούν στον κοινωνικό τους ρόλο, ως γονείς.

Συν τοις άλλοις, πρόκειται για ένα νομοσχέδιο απολύτως ταξικό, αφού η ζωή δύο εργαζόμενων (χωρίς να αγγίξουμε καν το ζήτημα της μετακόμισης σε διαφορετική πόλη) είναι από δύσκολο έως αδύνατο να συνδυαστεί - εκτός αν θεωρηθεί ρεαλιστικό πως κάθε οικογένεια έχει και από έναν “σοφέρ” - και ειδικά με την πρόβλεψη για “εναλλασσόμενη κατοικία”, η οποία είναι και αντίθετη με όλες τις διεθνείς συμβάσεις για τα δικαιώματα του παιδιού.

Ο ζήλος μάλιστα να παρουσιαστεί το νομοσχέδιο ως “θεραπεία” στο ψευδο-σύνδρομο γονικής αποξένωσης (PAS), το οποίο θεωρείται επιστημονικά αβάσιμο, ξεφεύγει από το λογικό πλαίσιο, καθώς ουσιαστικά θέτει σε κίνδυνο την ψυχική και σωματική υγεία των παιδιών.

Δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι προτάσεις για υποχρεωτική συνεπιμέλεια παγκοσμίως προέρχονται από συντηρητικά κόμματα, ούτε ότι το μεγαλύτερο μέρος των νομικών, δικαστών, δικηγόρων, θεωρητικών και πανεπιστημιακών δασκάλων τάσσεται κατά του νομοσχεδίου αυτού. Ο μόνος κόσμος στον οποίο ένα τέτοιο νομοσχέδιο θα μπορούσε να είναι ρεαλιστικό - και οι προθέσεις του ειλικρινείς - είναι ένας κόσμος όπου οι μισθοί μεταξύ των δύο φύλων έχουν εξισωθεί, η πρόσβαση σε θέσεις εξουσίας έχει καταστεί πραγματικά - και όχι τυπικά - δυνατή ανεξαρτήτως φύλου, ένας κόσμος όπου τα ποσοστά γυναικείας ανεργίας έχουν μειωθεί, όπου η ενδοοικογενειακή βία και οι γυναικοκτονίες αποτελούν παρελθόν. Βέβαια, σε έναν κόσμο σαν κι αυτόν, και πάλι ο νομοθετικός εξαναγκασμός σε τέτοια ζητήματα, λογικά, δε θα είχε κάτι να προσφέρει», μας είπε, κλείνοντας, η Έλλη Μιχελάκη.

(Φωτογραφία Unsplash)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια