Κρήτη

Πόσο καλά Αγγλικά μιλάμε στην Ελλάδα; - Τι άλλαξε με την κρίση

Οι Κρητικοί ψηφίζουν Γαλλικά και Γερμανικά ως επιπλέον γλώσσες, αλλά τα τελευταία χρόνια δε «σηκώνει» το πορτοφόλι τους για να ανοίξουν «πανιά» στη μάθηση

Μιλάμε καλά Αγγλικά, βρισκόμαστε μάλιστα στην 21η θέση στην Ευρώπη με κατάταξη υψηλού επιπέδου (Β2 σύμφωνα με την ταξινόμηση της Ε.Ε.), αλλά είμαστε στην τελευταία θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους στον αριθμό των γλωσσών που επιλέγουμε να μάθουμε. Είναι χαρακτηριστικά τα πιο πρόσφατα στοιχεία, του 2018, της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Αρχής, της Eurostat, που δίνουν στους Έλληνες μαθητές της ανώτερης δευτεροβάθμιας (Λυκείου), που μαθαίνουν δύο ή περισσότερες ξένες γλώσσες, μόλις το 1%, όταν στο Λουξεμβούργο, τη Νορβηγία και τη Γαλλία το ποσοστό αυτό είναι 100% και μόλις σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες κάτω από 50%.

Ενδεικτικό είναι και το ότι, εκτός από την Ελλάδα, μόνο μία ακόμη χώρα της Ε.Ε., η Πορτογαλία, έχει μονοψήφιο ποσοστό, εν προκειμένω 6%. Και αν σε πρώτη ανάγνωση αυτό μας μοιάζει λίγο παράδοξο με δεδομένο το ότι ζούμε σε μια χώρα που εξαρτάται τα μέγιστα από τον τουρισμό, άρα οι ξένες γλώσσες θα έπρεπε να είναι κτήμα των περισσότερων ενηλίκων ή στόχος της πλειονότητας των μαθητών, υπάρχει η εξήγηση...

Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Συλλόγου Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών PALSO Νομού Ηρακλείου και μέλος του Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας κ. Γιώργο Χατζηδάκη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η εκμάθηση των ξένων γλωσσών γίνεται εντός σχολείου, κάτι που σημαίνει ότι η εκπαιδευτική διαδικασία έμεινε αλώβητη τόσο από την οικονομική ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας όσο και από την υγειονομική του νέου κορωνοϊού, αφού σε αυτές τα μαθήματα συνεχίζονται κανονικά μέσω τηλεκπαίδευσης. Στον αντίποδα, στην Ελλάδα το αποτύπωμα και των δύο κρίσεων είναι εμφανές και στις ξένες γλώσσες, αφού οι περισσότερες οικογένειες αδυνατούν να καλύψουν το κόστος ώστε τα παιδιά τους να μάθουν πέραν των Αγγλικών και μία επιπλέον γλώσσα. Αυτό είχε ως συνέπεια πολλά φροντιστήρια που επικεντρώνονταν σε άλλες ξένες γλώσσες να κλείσουν.

Από την άλλη, σύμφωνα με τον κ. Χατζηδάκη, οι στατιστικές δεν καταγράφουν επισήμως τα ιδιαίτερα μαθήματα που έχουν ένα σημαντικό μερίδιο στην ελληνική αγορά, παρά μόνο στην περίπτωση της πιστοποίησης, η οποία όμως δεν ενδιαφέρει τους περισσότερους ενήλικες οι οποίοι δραστηριοποιούνται κατά κανόνα στον τουριστικό τομέα και το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονται είναι η αποκόμιση ορισμένων βασικών γνώσεων. Η εικόνα αυτή προ κρίσης, δέκα χρόνια πριν, ήταν τελείως διαφορετική για την Ελλάδα, και φυσικά για την Κρήτη, καθώς η οικονομική δυνατότητα των οικογενειών ήταν τέτοια που επέτρεπε στην επιλογή πολλών περισσότερων γλωσσών, με αποτέλεσμα, αν γυρίζαμε σε στατιστικές δεκαετίας πριν το 2010, να βλέπαμε τους Έλληνες όχι στην τελευταία αλλά στην πρώτη - αν όχι μεταξύ των τριών πρώτων - στη σχετική λίστα των πολύγλωσσων.

Τι μιλούν οι Κρητικοί

Μάλλον αυτονόητο είναι ότι οι Κρητικοί, όπως και οι υπόλοιποι Έλληνες, αλλά και η πλειονότητα των Ευρωπαίων επιλέγουν την Αγγλική ως παγκόσμια γλώσσα, για βασικό εφόδιο στο βιογραφικό τους, ενώ ακολουθούν τα Γερμανικά και τα Γαλλικά, εύλογα λόγω τουρισμού, με τα Ιταλικά στην τελευταία θέση. Σύμφωνα με τον κ. Χατζηδάκη, υπήρξαν διαστήματα που τα Ισπανικά είχαν μια σημαντική θέση ως επιλογή κυρίως λόγω Erasmus, όπως και για λίγο, λόγω τουρισμού, τα Ρωσικά, όταν η αγορά από την εν λόγω χώρα είχε κάνει το μεγάλο “μπαμ” στην Κρήτη, ενώ το διάστημα που βρισκόταν στο προσκήνιο το θέμα του λιμανιού του Νότου έκαναν μια σύντομη εμφάνιση σε επίπεδο ζήτησης και τα Αραβικά.

Κυρίαρχα τα Αγγλικά

Όμως και για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους η κυριαρχία των Αγγλικών είναι αδιαμφισβήτητη, σε ποσοστό μάλιστα 100% για τους Κύπριους, τους Ολλανδούς, τους Σουηδούς και τους Μαλτέζους, κατά 99% για Αυστριακούς και Γάλλους, και κατά 99,8% για Τσέχους και Φιλανδούς, πάντα σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat που αφορούν στο 2018. Τα Γερμανικά είναι κυρίαρχα σε ποσοστό 100% στη ζήτηση μεταξύ των γειτόνων τους Λουξεμβούργιων, στο 65,1% των Σλοβένων και στο 64,1% των Κροατών. Οι κάτοικοι του Λουξεμβούργου επίσης κατά 100% επιλέγουν για ξένη γλώσσα και τα Γαλλικά, ενώ οι Ρουμάνοι κατά 82,4% και οι Ιρλανδοί κατά 53,8% την ίδια γλώσσα. Για τους Γάλλους τα Ισπανικά επιλέγονται σε ποσοστό 73,6%, ποσοστό που για τη συγκεκριμένη γλώσσα είναι στο 41,8% των Σουηδών και στο 21% των Γερμανών. Κατά 36,7% οι Μαλτέζοι, κατά 22,1% οι Κροάτες και κατά 14,7% οι Αυστριακοί επιλέγουν Ιταλικά, ενώ δεν προκαλεί εντύπωση ότι τα Ρωσικά προτιμούν κατά 67,4% οι Εσθονοί, κατά 57,1%, οι Λετονοί και 30% οι Λιθουανοί.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης τα Αγγλικά κατέχουν την πρωτιά κατά 96,1%, ακολουθούν τα Ισπανικά με 25,9%, τα Γαλλικά με 22% και τα Γερμανικά με 20,4%, ενώ μόλις ένα 3,4% επιλέγει Ιταλικά και 2,7% Ρωσικά.

ΕΥΡΩΠΗ

Οι περισσότεροι μαθαίνουν και άλλες γλώσσες

Δύο και πλέον ξένες γλώσσες μαθαίνει η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με τη Γαλλία και το Λουξεμβούργο να κατέχουν τα σκήπτρα σε ποσοστό 100%. Κατά 99% οι μαθητές σε Ρουμανία, Τσεχία και Φιλανδία και 98% σε Σλοβακία και Εσθονία μαθαίνουν επιπλέον ξένες γλώσσες, ενώ ιδιαίτερα υψηλά είναι τα ποσοστά και στην Κροατία (95%), τη Σλοβενία (93%), το Βέλγιο (88%), τη Λετονία (82%) και τη Σουηδία (80%). Στην Πολωνία το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 73%, στη Βουλγαρία μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα, στην Ολλανδία στο 69%, στη Μάλτα στο 65%, όπως και στην Αυστρία, στη Γερμανία 62%, ενώ η Ουγγαρία έχει το ίδιο ποσοστό με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που είναι 60%. Στη Δανία το 49% των μαθητών του Λυκείου μαθαίνει δύο και πλέον ξένες γλώσσες, στη Λιθουανία το 39%, στην Κύπρο το 38%, ενώ χαμηλά είναι τα ποσοστά σε Ισπανία (28%), Ιταλία (25%) και Ιρλανδία (13%). Στις τελευταίες θέσεις, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκονται η Πορτογαλία με 6% και η Ελλάδα με μόλις 1%. Εκτός Ε.Ε. η Νορβηγία συναγωνίζεται τους Γάλλους και τους Λουξεμβούργιους με 100%, οι μαθητές του Λιχτενστάιν είναι δίγλωσσοι και πλέον σε ποσοστό 89%, οι Ισλανδοί στο 61% και οι κάτοικοι στη Βόρεια Μακεδονία στο 55%.

Προφανέστατα τα στοιχεία αυτά που καταγράφει η Eurostat καταρρίπτουν και τον διαδεδομένο, όπως φαίνεται, μύθο, ότι οι ξένοι δε μιλούν στην πλειονότητά τους άλλες γλώσσες, εκτός και αν θεωρήσει κάποιος ότι το “σπουδάζω” δε σημαίνει απαραίτητα και “μαθαίνω”..!

ΔΕΙΚΤΗΣ EF EPI ENGLISH PROFICIENCY INDEX

Είμαστε 21οι στον κόσμο στο επίπεδο γνώσης Αγγλικών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία που δημοσιοποιεί στη δέκατη κατά σειρά ανάλυσή του το EF EPI English Proficiency Index, που δημοσιοποιήθηκε τον Νοέμβριο και ταξινομεί 100 χώρες με βάση το επίπεδο γνώσης των Αγγλικών ως δεύτερης γλώσσας, στη βάση των επιδόσεων 2,2 εκατομμυρίων ενηλίκων που έδωσαν εξετάσεις για την απόκτηση πτυχίων στην αγγλική γλώσσα το 2019. Με βάση τα αποτελέσματα, οι Ολλανδοί είναι πρώτοι με σκορ 652 και ακολουθούν οι Δανοί με 632 και οι Φιλανδοί με 631. Τέταρτοι κατατάσσονται οι Σουηδοί με 625 και ακολουθούν οι Νορβηγοί με σκορ 624, οι Αυστριακοί με 623, οι Πορτογάλοι με 618, οι Γερμανοί με 616 και οι Βέλγοι με 612. Η μόνη χώρα εκτός Ευρώπης, στην πρώτη δεκάδα, είναι η Σιγκαπούρη με σκορ 611.

Με βάση τον δείκτη EF EPI English Proficiency που αφορά σε τεστ τα οποία περιλαμβάνουν γραπτά και προφορικά και ταξινομούν το επίπεδο γνώσης των Αγγλικών στη βάση του ευρωπαϊκού συστήματος αξιολόγησης των έξι επιπέδων (CEFR), η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη κατηγορία με υψηλό Proficiency και πιο συγκεκριμένα στην 21η θέση με σκορ 578, μία θέση κάτω από τη Βουλγαρία (579) και μία πάνω από την Κένυα (577). Για την ιστορία, τις χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφουν το Κιργιστάν (405), η Σαουδική Αραβία (399), το Ομάν (398), το Ιράκ (383) και τελευταίο το Τατζικιστάν με σκορ 381.

Με βάση το ευρωπαϊκό σύστημα αξιολόγησης, ο δείκτης EF EPI English Proficiency Index κατατάσσει το σκορ 20-299 στο επίπεδο Α1, το 300-399 στο Α2, από το 400 έως το 499 στο επίπεδο Β1, από το 500 έως το 599 στο επίπεδο Β2, και από το 600 έως το 699 στο C1, με την ανώτερη βαθμίδα C2 να περιλαμβάνεται στο σκορ 700-800. Τα στοιχεία δείχνουν ότι πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι μιλούν Αγγλικά είτε ως μητρική είτε ως δεύτερη γλώσσα και εκατοντάδες εκατομμύρια άλλοι τα χρησιμοποιούν ως τρίτη ή τέταρτη ξένη γλώσσα.

Όπως καταγράφει η σχετική μελέτη, η ανάλυση των φετινών στοιχείων κατέδειξε ότι 26 χώρες βελτίωσαν σημαντικά τις επιδόσεις τους κατά τουλάχιστον 20 μονάδες, ενώ μόλις επτά κατέγραψαν αξιοσημείωτες απώλειες. Άμεση φαίνεται να είναι και η σχέση με εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο των καινοτόμων εφαρμογών που ζητούν προσωπικό σε πολλές χώρες, το οποίο πρέπει να γνωρίζει τη διεθνή, όπως έχει καταξιωθεί, αγγλική γλώσσα.

Σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος του διαδικτύου και γενικά της τεχνολογίας. Τις μεγαλύτερες δεξιότητες κατέγραψαν νέοι ηλικίας 26-30 ετών, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη σημασία που έχουν τα Αγγλικά στην παγκόσμια πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ ακολουθεί η ηλικιακή ομάδα 21-25. Εύλογα ο ρόλος που έχει το επίπεδο των Αγγλικών αντηχεί στην ιεραρχία μέσα σε επιχειρήσεις, ενώ από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φετινής έρευνας είναι ότι μειώθηκε το χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών από την ανάστροφη... Δηλαδή σε αυτό τον τομέα οι γυναίκες είχαν την πρωτιά δύο χρόνια πριν, με τους άντρες να... ισοβαθμούν στην Ασία για πρώτη φορά φέτος, ενώ σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική το σκορ των ανδρών ήταν υψηλότερο από εκείνο των γυναικών έστω και οριακά. Μόνο στην Αφρική οι γυναίκες διατηρούν σημαντικό προβάδισμα απέναντι στους άντρες στη γνώση Αγγλικών. Σε επίπεδο Ευρώπης το επίπεδο των Αγγλικών αυξάνεται ειδικά στη Γαλλία, ενώ ουραγοί παραμένουν οι Ισπανοί και οι Ιταλοί.

Στατιστικά οι γυναίκες που έκαναν το διαδικτυακό τεστ από το οποίο προέκυψε η κατάταξη ήταν σε ποσοστό 54%, ο μέσος ηλικιακός όρος καταγράφηκε στα 26 έτη, ενώ το 79% των συμμετεχόντων ήταν κάτω των 35 ετών και το 94% κάτω των 60. Ο μέσος όρος ηλικίας των αντρών που έκαναν το τεστ ήταν τα 27 έτη, ελαφρώς υψηλότερος από εκείνον των γυναικών, που ήταν 25.

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια