Κρήτη

30 χρόνια χωρίς τον Κώστα Μουντάκη

Ο Κώστας Μουντάκης έφυγε από τη ζωή στις 31 Ιανουαρίου 1991

Έχουν περάσει 95 χρόνια από την γέννηση του Κώστα Μουντάκη και 30 χρόνια από τον θάνατο του. Μετρώντας τον καιρό, καταλαβαίνει κάποιος ότι η μουσική της Κρήτης θα είναι πάντα ζωσμένη με το έργο και τις δοξαριές του.

Ο Κώστας Μουντάκης έχει ρίζες από το χωριό Καλλικράτης Σφακίων, γεννήθηκε και μεγάλωσε όμως στο χωριό Αλφά Ρεθύμνου τότε που η μουσική διαφέντευε σε μικρές παρέες, κι ήταν η εμβέλεια της φωνής του καλλιτέχνη μικρή και χωρίς μέσα επικοινωνίας. Ο πατέρας του, Νικόλας Μουντάκης είχε το ψευδώνυμο ‘’Κελαηδής’’. Τραγουδούσε και χόρευε υπέροχα ενώ έπαιζε και λίγο λύρα. Δυστυχώς ο Κώστας Μουντάκης δεν τον γνώρισε, μεγάλωσε με την μητέρα του την Καλλιόπη.

Γαλουχήθηκε με μερακλήδες του τόπου του. Τότε χόρευαν ξυπόλητοι και τραγουδούσαν ολόγυρα στην τάβλα. Ο μεγαλύτερος από τα έξι του αδέρφια, ο Νικήστρατος, ήταν καλός λυράρης και καταπληκτικός ερμηνευτής στα δίστιχα. Για τον Κώστα Μουντάκη ο Νικήστρατος  ήταν πρότυπο. Από το πρώτο γραμμόφωνο που πήγε στο χωριό του, ο Κώστας Μουντάκης γνώρισε τον Ροδινό, Καρεκλά, Αντωνογιωργάκη, Καραβίτη, Καλογερίδη, Φουσταλιέρη, Μπαξεβάνη….

Στα 12 του χρόνια ανακάλυψε ένα λυράκι στο σπίτι της ξαδέρφης του και  ξεκίνησε να περιηγείται στο παίξιμο. Δάσκαλος του ήταν ο Δημήτρης Καφάτος, ο καλύτερος δεξιοτέχνης στο χωριό του. Στα 15 του χρόνια, συνόδευε τον δάσκαλο του Δημήτρη Καφάτο όταν έπαιζε στο καφενείο του χωριού. Κάπως έτσι άρχισαν οι πρώτες μικρές του εμφανίσεις.

Το 1943, στα 17 του δηλαδή χρόνια, θέλησε να αγοράσει την πρώτη του καλή λύρα και γι αυτή έδωσε ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Ήταν η περίοδος που είχε δόξα το βιολί στην Κρήτη και όχι το λυράκι. Ο ίδιος αγόρασε την κρητική λύρα με τη σημερινή μορφή και ήταν μάλιστα από τους βασικούς καλλιτέχνες της εποχής που συνέβαλαν στο να κερδίσει η λύρα τον σημερινό της τίτλο.

Την περίοδο αυτή ήταν που εργάστηκε στο πλευρό ενός πλανόδιου πωλητή και αυτό το στιγμιότυπο της ζωής του τον οδήγησε να δημιουργήσει το τραγούδι «Ο Πραματευτής». Ο Κώστας Μουντάκης έδινε μεγάλη σημασία στο στίχο. Εμπνεόταν από τη φύση, τις κοινωνικές καταστάσεις και την ιστορία, τις ανθρώπινες στιγμές και τα συναισθήματα. Όπως έχει πει άλλωστε και ο γιος του Μάνος Μουντάκης, τα περισσότερα τραγούδια του πατέρα του είναι βιωματικά.

Στα 22 του χρόνια έφυγε από το χωριό του για την 5χρονη στρατιωτική θητεία. Κατατάχθηκε στη χωροφυλακή και πήγε στα Χανιά. Εκεί δεν σταμάτησε την ενασχόληση με την λύρα, αντιθέτως ασχολήθηκε περισσότερο και άρχισε μάλιστα να παίρνει τον δικό του δρόμο. Κατόρθωσε δίπλα σε φτασμένους βιολιτζήδες να ανοίξει τα φτερά του και να γίνει αξεπέραστος στο ψιλό κούρδισμα με τις πολλές δαχτυλιές και παραλλαγές αυτοσχεδιασμού. Στα Χανιά γνωρίστηκε και με τον Γιώργο και Στέλιο Κουτσουρέλη με τους οποίους συνεργάστηκε στην πορεία.

Το 1949 μετατέθηκε στην Αθήνα και από το 1950 έως το 1952 είχε αποσπαστεί στο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου. Όταν έπεσε η κυβέρνηση, ακολούθησε η παραίτηση του και η νέα του απασχόληση σε εργοστάσιο λιπασμάτων στη Δραπετσώνα. Εκεί βρισκόταν όλη την ημέρα ως εργάτης και το βράδυ μεταμορφωνόταν, φορούσε το κοστούμι και τα λουστραρισμένα του παπούτσια και πήγαινε πάλι για δουλειά παρέα αυτή την φορά με την λύρα του, ως επαγγελματίας λυράρης. Την περίοδο αυτή ο Κώστας Μουντάκης ήταν και πρωτοχορευτής στο θέατρο της Δόρας Στράτου.

Στη μεταπολεμική Ελλάδα της φτώχειας και του φόβου ο Κώστας Μουντάκης κατόρθωσε να οικοδομήσει με τις επιτυχίες του ένα μυθικό αποτύπωμα στην κρητική παραδοσιακή μουσική.  Έγραψε τραγούδια που αγαπήθηκαν και αγαπιούνται. Η εκφραστική δύναμη της φωνής του παρέσυρε τους κρητικούς και τους οδήγησε να εκφράσουν τον πόνο, την πίκρα και τον καημό τους.

Πριν ανοίξει η πόρτα της Γερμανίας για τους Έλληνες που ήθελαν να εργαστούν εκεί, γεννήθηκε η εσωτερική μετανάστευση. Αρκετοί είχαν στοιβαχτεί στις πόλεις και μετά από ένα πόλεμο, αυτή η πρώτη τάση αστυφιλίας εκφράστηκε τόσο στο λαϊκό τραγούδι όσο και στο κρητικό. Ο Κώστας Μουντάκης που έβρισκε πάντα διέξοδο στο στίχο έγραψε το τραγούδι «Η παντέρμη ξενιτιά».

«...Δώδεκα χρονώ κοπέλι

έφυγα σε ξένα μέρη

σε μια χώρα μακρινή

για καλύτερη ζωή...»

Κώστας Μουντάκης

Εμφανίσεις και δισκογραφία

Μετά από τις εμφανίσεις στο καφενείο του χωριού του, η πρώτη του δημόσια εμφάνιση ήταν σ ένα αρραβώνα το 1946. Από εκεί κι έπειτα σταδιακά, έφτιαξε ένα νέο μουσικό πρόσωπο χωρίς να αποχωριστεί στοιχεία από το παρελθόν.

Η εκδοχή του στα Ριζίτικα και τον Ερωτόκριτο φανέρωναν την ανώτερη καλλιτεχνική του μορφή και η προσαρμοστικότητα της δοξαριάς του στον στίχο, χαρακτήριζε την καλλιτεχνική του δεινότητα.

Ο Γιώργος Κουτσουρέλης που παρουσίαζε μια ραδιοφωνική εκπομπή στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Χανίων είχε προσκαλέσει τον Κώστα Μουντάκη και αυτή ήταν η πρώτη του επαφή με το ραδιόφωνο ενώ οι πρώτες του ηχογραφήσεις ήταν με την επιμέλεια του Σίμωνα Καρά για το κρατικό ραδιόφωνο.

Το 1950, ο 25χρονος Κώστας Μουντάκης έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα στην Αθήνα. Το 1953-1954 σηματοδοτήθηκε και το ξεκίνημα της δισκογραφικής του διαδρομής με τα συρτά:

-Δεν θέλω μέσα στην καρδιά ( με την  έμπνευση του Γιώργου Κουτσουρέλη )

- Σαν το ζητιάνο έρχομαι  ( η πρώτη σύνθεση και εκτέλεση του Κώστα Μουντάκη. Τον σκοπό αυτό θα επανεκτελέσει το 1974 με πρώτη μαντινάδα:

«Ήμουν παιδί κι εγέρασα και μ’ έφαε ο καημός σου

Κουράστηκα να τονε ζω τον αποχωρισμό σου»

Από εκεί κι έπειτα η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Η πυκνή του δισκογραφία τον έκανε να αποκτήσει πανελλήνια φήμη ενώ δεν άργησαν τα ταξίδια σε Αμερική, Αφρική, Αυστραλία, Γερμανία.

Ο Νίκος Μανιάς και ο Γιάννης Ξυλούρης ήταν δύο από τους βασικούς του συνεργάτες, ενώ εξίσου σημαντικές ήταν με τον Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, Νίκο Καδιανό και Μανούσο Παπατσαρά.

Ο Κώστας Μουντάκης ξεκίνησε να χαράζει την επαγγελματική του διαδρομή ως λυράρης σε μια εποχή δύσβατη για καλλιτεχνική πορεία, κατόρθωσε όμως να διακριθεί και να αποθεωθεί. Μαγεμένος από την μουσική παράδοση του τόπου του και αχόρταγος εργάτης της, ξεκίνησε στα 49 του χρόνια την διδασκαλία κρητικής λύρας. Εκεί φρόντισε για την μετάγγιση αγάπης, γνώσης και μουσικής εμπειρίας σε νέους που θα χάραζαν με την σειρά τους την συνέχεια σ αυτή την παράδοση. Η ίδρυση των σχολών του δεν περιορίστηκε στα όρια του νομού του, άνοιξε σχολές σε όλους τους νομούς, το 1979 στο Ηράκλειο, το 1980 στο Ρέθυμνο, 1981 Χανιά και 1983 στον Άγιο Νικόλαο. Το εντυπωσιακό δε, ήταν ότι κατόρθωνε να κάνει μάθημα και να συγχρονίζει παράλληλα 30 περίπου παιδιά, αποδεικνύοντας έτσι όχι μόνο το πάθος του για διδασκαλία αλλά και το πόσο χαρισματικός ήταν.

Το δοξάρι και το τραγούδι του γλέντησε πολλούς μερακλήδες εντός και εκτός Ελλάδας, κατέγραψε όμως και την ιστορία και το βίο των κρητικών. Έφυγε από την ζωή 31 Ιανουαρίου του 1991, το φως όμως της ζωής του εξακολουθεί να οδηγεί σαν σπίθα κάθε νέο που στρέφει το βλέμμα στη μουσική παράδοση της Κρήτης.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια