Κρήτη

Σαν σήμερα πέθανε ο Νίκος Καζαντζάκης

Σπάνιο υλικό από την κηδεία του μεγάλου στοχαστή

Μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόσοφος και πολιτικός. Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που κέρδισε παγκόσμια φήμη. Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ο πιο μεταφρασμένος σύγχρονος έλληνας συγγραφέας. Σαν σήμερα το 1957 ο Νίκος Καζαντζάκης πεθαίνει.

Τελέστηκε στο Ηράκλειο το μνημόσυνο του Νίκου Καζαντζάκη

Τη Δευτέρα μάλιστα  τελέστηκε το τρισάγιο στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη, στον προμαχώνα Μαρτινέγκο, με την ευκαιρία της 63ης επετείου του θανάτου του μεγάλου συγγραφέα και στοχαστή. Το μνημόσυνο τελέστηκε σε στενό κύκλο προσώπων, λόγω των υγειονομικών μέτρων για τον covid 19. Όπως ανέφερε «η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκος Καζαντζάκης»: "Ορισμένοι άνθρωποι αδίκησαν τον Καζαντζάκη όσο ζούσε. Του στερήσαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τον θεώρησαν άθεο, ενώ ο ίδιος αναζητούσε τον Θεό μια ολόκληρη ζωή. Φοβήθηκαν αυτόν που δεν φοβόταν τίποτα.

Τώρα όμως όλοι ξέρουμε.  Ο Καζαντζάκης ήθελε να είναι ελεύθερος.  Ήταν έτοιμος για νέες Οδύσσειες. Του δώσαμε τον πηλό και μας έφτιαξε Καρυάτιδες με το λογοτεχνικό του έργο. Έκανε γνωστή την σύγχρονη Ελλάδα στα πέρατα της Γης. Ο Καζαντζάκης μας έμαθε ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε ακόμη και μπροστά στην άβυσσο . Η μνήμη του είναι αιώνια. Το έργο του είναι αθάνατο".

Η ζωή του

Στις 26 Οκτωβρίου 1957, ο Νίκος Καζαντζάκης άφησε την πνοή του στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ στη Γερμανία, σε ηλικία 74 ετών. Δέκα ημέρες η σωρός του ταξίδεψε στην Ευρώπη μέχρι να καταλήξει στο Ηράκλειο. Ανεπιθύμητος νεκρός. Η επίσημη εκκλησία αρνείται να τον κηδέψει και θα το κάνει ένας νεαρός στρατιωτικός ιερέας, ο παπά Σταύρος Καρπαθιωτάκης .

Τη δεκαετία του ’50 ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ήδη καταξιωμένος συγγραφέας με παγκόσμια αναγνώριση. Το 1955 όμως, πολεμήθηκε σκληρά από την εκκλησία, η οποία έφτασε στο σημείο να ζητήσει ακόμα και τον αφορισμό του.

Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος αρνήθηκε, αφού κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος και αριστερός .

Τότε  ο αρχιμανδρίτη και στη συνέχεια μητροπολίτη Φλωρίνης, Αυγουστίνος Καντιώτης , ο οποίος εξέδιδε το περιοδικό, ««ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ», γράφει ένα εμετικό κείμενο, με τον τίτλο «Η κηδεία ενός αντίχριστου», εδώ παραθέτουμε ένα απόσπασμα:

«…κινδυνεύω νὰ πάθω ἀσφυξίαν ἀπὸ τὰ δηλητηριώδη ἀέρια, ποὺ ἐκπέμπει εἰς ὅλην τὴν ἀτμόσφαιραν τῆς Πατρίδος μας ἡ καρδιὰ ἑνὸς ἀπίστου, ἐνὸς ἀντιχρίστου λογοτέχνου καὶ συγγραφέως, τοῦ Ν. Καζαντζάκη.

Καὶ ὅμως τὸν ὑβριστήν, τὸν βλάσφημον τοῦτον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Ἑλλάς, τὸ μοναδικὸν Ὀρθόδοξον τοῦτο χριστιανικὸν βασίλειον τῶν Βαλκανίων, ἐκήδευσεν ἐν πομπῆ καὶ παρατάξει, ἐκήδευσε μὲ δημοσίαν δαπάνην.

Πόσον ἐπεθύμουν νὰ ἤμουν Μητροπολίτης Κρήτης μίαν καὶ μόνον ἡμέραν, τὴν ἡμέραν τῆς κηδείας τοῦ Καζαντζάκη διὰ νὰ κλείσω ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς πόλεως, διὰ νʼ ἀπαγορεύσω εἰς ὅλους τοὺς ἱερεῖς νὰ παρακολουθήσουν τὴν κηδείαν, διὰ νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἐπιμένοντας: Πηγαίνετέ τον, κύριοί μου, εἰς Τζαμί, εἰς Χάβραν, εἰς στοὰν Μασονικήν, πηγαίνετέ τον ὅπου θέλετε, ἀλλʼ εἰς ναὸν Ορθόδοξον δὲν θὰ ἐπιτρέψω.

Δυστυχῶς ἡ Ἐκκλησία Κρήτης ἐν τῶ προσώπω τοῦ Σεβασμ. Μητροπολίτου αὐτῆς τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας τοῦ Κ. ἔδωκεν ἐξετάσεις καὶ ἐμηδενίσθη»!

 

Η κηδεία του Νίκου Καζαντζάκη, 1957  - Πηγή - https://www.kazantzaki.gr

Η Ζωή του Ν. Καζαντζάκη  …

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε σαν σήμερα  στο Ηράκλειο της τουρκοκρατούμενης Κρήτης.

 Ο πατέρας του, Μιχάλης, ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και καταγόταν από τους Βαρβάρους, όπου σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Καζαντζάκη. Άγριος και βαρύς άντρας», αυταρχικός και αυστηρός. Σπάνια θα τον επαινέσει για τα όποια επιτεύγματά του και ακόμη σπανιότερα θα του δείξει τρυφερότητα.Αντιστάθμισμα στην πατρική αυστηρότητα, θα είναι η μητρική στοργή. «Άγια γυναίκα» χαρακτηρίζει ο Καζαντζάκης τη μητέρα του, τη Μαρία Χριστοδουλάκη.

Αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην γενέτειρά του και τη Νάξο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1902 για να σπουδάσει νομικά.

Σπούδασε Νομική στην Αθήνα (1902-1906), και  έκανε μεταπτυχιακά στο Παρίσι (1907-1909), όπου επηρεάστηκε βαθύτατα από τις φιλοσοφικές αρχές του Μπερξόν και του Νίτσε. Την εποχή αυτή αρχίζει η συστηματική του ενασχόληση με τα γράμματα. Κερδίζει το ψωμί του από τις μεταφράσεις και συζεί με τη συμπατριώτισσά του διανοούμενη Γαλάτεια Αλεξίου.

Πραγματοποίησε πλήθος ταξιδιών στο εξωτερικό, αρκετές φορές ως ανταποκριτής εφημερίδων. Υπηρέτησε ως γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Περιθάλψεως (1919).

Κατά την περίοδο της κατοχής, ο Καζαντζάκης παρέμεινε στην Αίγινα και συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για τη μετάφραση της ομηρικής «Ιλιάδας». Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή. Διετέλεσε πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνησης του Σοφούλη, από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946. Το Νοέμβριο του 1945 παντρεύεται την πιστή του σύντροφο Ελένη Σαμίου.

Εργάστηκε ως σύμβουλος λογοτεχνίας στην UNESCO (1946). Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. Το 1956 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης και προτάθηκε ως υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας εννέα φορές. Οι  υποψηφιότητες του, όμως, πολεμήθηκαν  από τους  ,  συντηρητικούς και αντιδραστικούς πολιτικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους.

Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του πρωτίστως ποιητή, έχοντας γράψει την μεγαλόπνοη  Οδύσσεια, ένα έργο με 24 ραψωδίες. Διακρίθηκε στη δραματουργία , στη συγγραφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων (Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ιαπωνία και Κίνα, Αγγλία, Ρωσία, Ιερουσαλήμ και Κύπρο), στα φιλοσοφικά δοκίμια (Ασκητική, Συμπόσιο, κ.ά.).

 Ωστόσο, ευρύτερα γνωστός έγινε από τα μυθιστορήματά του: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1948), Ο καπετάν Μιχάλης (1950), Ο τελευταίος πειρασμός (1951), Αναφορά στο Γκρέκο (1961), κ.ά. Το έργο του έχει μεταφραστεί και εκδοθεί σε περισσότερες από 50 χώρες και έχει διασκευαστεί για το θέατρο, τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.

Πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957, σε ηλικία 74 ετών. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα, αλλά η Εκκλησία της Ελλάδας αρνήθηκε να την εκθέσει σε προσκύνημα. Η σορός του μεταφέρθηκε και εκτέθηκε στον μητροπολιτικό ναό του Ηρακλείου, χωρίς εκκλησιαστική τελετή. Οι συμπατριώτες του τον τίμησαν ιδιαιτέρως και τον έθαψαν σ' ένα προμαχώνα των βενετσιάνικων τειχών του Ηρακλείου. Στον τάφο του, χαράχθηκε η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος».

Πηγή: https://www.kazantzaki.gr  ,  http://www.augoustinos-kantiotis.gr

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια