Κρήτη

Το «αντίο» του μαθητή στην καθηγήτρια, Δέσποινα Χατζάκη, που έφυγε από την ζωή

Ένα κείμενο που θα ανακαλέσει σε πολλούς Ηρακλειώτες παλαιές μνήμες

Ένα άκρως συγκινητικό αποχαιρετιστήριο «σημείωμα»,  αφιερωμένο στην φιλόλογο - καθηγήτρια Δέσποινα Χατζάκη, που υπηρέτησε για χρόνια στο Ηράκλειο και έσβησε στις 3 Δεκεμβρίου, γράφτηκε από έναν παλιό μαθητή της τον Χαράλαμπο Κριτζά, επίτιμο διευθυντή, σήμερα, του Επιγραφικού Μουσείου στην Αθήνα.

«Μπορώ να πω από προσωπική εμπειρία ότι όσα μάθαμε στο Γυμνάσιο από τους καθηγητές σαν την Χατζάκη για γραμματική, συντακτικό και λογοτεχνία, δεν τα μάθαμε ούτε στο Πανεπιστήμιο. Κυρίως μας έμαθε να γράφομε και να μιλάμε σωστά, με σαφήνεια και καλλιέπεια. Η ίδια έγραφε και μιλούσε υπέροχα…Θυμάμαι μια φορά που παρομοίασε την καθαρεύουσα με μια γριά φκιασιδωμένη! Παρά το νεαρό της ηλικίας της, είχε κύρος μέσα στην τάξη, χωρίς ποτέ να το επιβάλλει με αυστηρότητα ή και ποινές (συνηθισμένη πρακτική τότε για μερικούς άλλους καθηγητές» αναφέρει μεταξύ άλλων ο κ. Κριτζάς, προσθέτοντας ότι «Αυτή η θέρμη της διδασκαλίας της καλής καθηγήτριας κρατά ακόμη και είναι αισθητή σε όλους τους μαθητές της, που θα την θυμόμαστε πάντα με αγάπη και ευγνωμοσύνη». 

Η κηδεία της αγαπημένης καθηγήτριας Δέσποινας Χατζάκη ορίστηκε για την Πέμπτη 5-12-19, ώρα 13.30 από το κοιμητήριο Κόκκινου Μύλου Ν. Φιλαδέλφειας Αθηνών.

Αναλυτικά το κείμενο του επίτιμου διευθυντή του Επιγραφικού Μουσείου:

«ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΧΑΤΖΑΚΗ

1930 -2019

 Όλο και λιγοστεύουν αυτοί που θα συγκινηθούν και ίσως δακρύσουν διαβάζοντας αυτό το σημείωμα. Η είδηση του θανάτου της φιλολόγου καθηγήτριας Δέσποινας Χατζάκη, που κοιμήθηκε πλήρης ημερών το πρωί της 3 Δεκεμβρίου, θα κάνει κάποιους σημερινούς εβδομηντάρηδες και ογδοντάρηδες να ανατρέξουν νοερά στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια της δεκαετίας του 1950 και των αρχών της δεκαετίας του ’60. Να αναπολήσουν το αξέχαστο Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Ηρακλείου (το εξατάξιο «Κλασικό», γυμνάσιο και Λύκειο μαζί), που μοιραζόταν μαζί με το Α΄ (το «Πρακτικό») το κτήριο του Καπετανάκειου. Να θυμηθούν τους Γυμνασιάρχες Μιχαήλ Καφετζάκη και Μηνά Φανουργιάκη και τους καθηγητές, καλούς ή και εξαίρετους στην πλειονότητά τους, που πάλευαν να τιθασεύσουν την εφηβική μας παρορμητικότητα και να μας μεταδώσουν τη γνώση. Την προσφορά τους την εκτιμήσαμε αργότερα, αλλά τότε δεν ήταν λίγες οι φορές που τους ταλανίζαμε με τα πειράγματα και τις αταξίες μας.

Μεταξύ των νεώτερων ξεχώριζε μια τετράδα νεοδιόριστων σχετικά Φιλολόγων, που αποτελούσαν οι κυρίες (αλφαβητικά) Αγγελική Γρηγοράκη –Ζαμπετάκη (ευτυχής προγιαγιά σήμερα και πάντα πνευματικά ακμαία), Μαρία Ελευθεράκη, Μαρία Μιχαηλίδου και Δέσποινα Χατζάκη, που δεν είναι πια κοντά μας. Σ’ αυτές είχε προστεθεί λίγο αργότερα και ο αξέχαστος Δημήτρης Πλάκας. Τότε οι φιλόλογοι δίδασκαν αρχαία και νέα ελληνικά, ιστορία όλων των περιόδων, λατινικά, ψυχολογία και λογική. Εμείς οι μαθητές, άλλοι από το Ηράκλειο και οι περισσότεροι από τα χωριά του Νομού, θαυμάζαμε τις γνώσεις και την πολυμάθειά τους και ανακαλύπταμε μαζί τους, όχι χωρίς δυσκολίες, τους άγνωστους κόσμους που ανοιγόταν μπροστά μας. Με μερικούς από αυτούς αναπτυσσόταν μια πραγματική αμοιβαία αγάπη, ο ύψιστος δεσμός που μπορεί να συνδέσει τον μαθητή με τον δάσκαλο.

Η Δέσποινα Χατζάκη είχε γεννηθεί στην Αθήνα από πατέρα Κρουσανιώτη και μητέρα Μακεδονίτισσα από την Καβάλα. Μια παλιά φωτογραφία του βρακοφόρου παππού της Γεώργιου κρεμόταν στο καθιστικό. Όπως μου είχε πει το επώνυμο της οικογένειας ήταν αρχικά Κουτσουκλάκη, που άλλαξε σε Χατζάκη όταν ο παππούς πήγε προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του ιππικού –πυροβολικού, άνθρωπος δημοκρατικών φρονημάτων, που είχε παράλληλα σπουδάσει οικονομικές επιστήμες. Η ίδια ήταν η μικρότερη από τις τρεις του κόρες. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είχε τελειώσει την Γαλλική Ακαδημία. Μέχρι τα βαθιά της γεράματα θυμόταν και απάγγελλε στίχους Γάλλων ποιητών. Είχε τεράστιο εύρος εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και είχε το χάρισμα να τις μεταδίδει. Μπορώ να πω από προσωπική εμπειρία ότι όσα μάθαμε στο Γυμνάσιο από τους καθηγητές σαν την Χατζάκη για γραμματική, συντακτικό και λογοτεχνία, δεν τα μάθαμε ούτε στο Πανεπιστήμιο. Κυρίως μας έμαθε να γράφομε και να μιλάμε σωστά, με σαφήνεια και καλλιέπεια. Οι τάξεις τότε είχαν μέχρι και πενήντα μαθητές, και τα τετράδια εκθέσεων που γράφαμε στην τάξη ήταν μια βαριά στοίβα, που τα μεταφέραμε στο σπίτι της για να μας τα επιστρέψει διορθωμένα, με καίριες παρατηρήσεις και οδηγίες για τα λάθη και τις ακυρολεξίες μας. Θεωρούσαμε ύψιστη επιβράβευση να μας πει να διαβάσομε μια καλή έκθεσή μας στην τάξη για να την ακούσουν όλοι. Η ίδια έγραφε και μιλούσε υπέροχα, όταν σε διάφορες επετείους της ανέθεταν να εκφωνήσει λόγο. Ήταν δημοτικίστρια, πράγμα που σχεδόν απαγορευόταν για τους καθηγητές εκείνη την εποχή. Θυμάμαι μια φορά που παρομοίασε την καθαρεύουσα με μια γριά φκιασιδωμένη! Παρά το νεαρό της ηλικίας της, είχε κύρος μέσα στην τάξη, χωρίς ποτέ να το επιβάλλει με αυστηρότητα ή και ποινές (συνηθισμένη πρακτική τότε για μερικούς άλλους καθηγητές). Όλοι θυμόμαστε τη θαρραλέα στάση της μια μέρα του 1957 που έγινε ένας ισχυρός σεισμός και επικράτησε πανικός. Η ίδια στάθηκε ατάραχη με την πλάτη προς την θύρα εξόδου της τάξης που βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτηρίου. Έδινε εντολή να αποχωρεί με την σειρά και με απόλυτη τάξη ένα ένα θρανίο, και έτσι βγήκαν με ασφάλεια όλα τα παιδιά και τελευταία η ίδια, ενώ σε άλλες τάξεις υπήρξαν και τραυματισμοί.

Αποφοιτήσαμε το 1962 και σχεδόν όλοι περάσαμε τις εξετάσεις για ανώτερες σπουδές. Λίγα χρόνια μετά μετατέθηκε και εκείνη από την Κρήτη για να υπηρετήσει ως γυμνασιάρχης και λυκειάρχης σε διάφορες απόμερες κωμοπόλεις της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου, πριν καταλήξει στην Αθήνα. Παντού απέκτησε μαθητές που την λάτρευαν. Θυμόταν τα ονόματα σχεδόν όλων, αλλά πάντα ξεχώριζε τους μαθητές του Β΄ Γυμνασίου Ηρακλείου που είχαν συνδεθεί με τα γεμάτα ενθουσιασμό νεανικά της χρόνια. Με πολλούς διατηρούσε επικοινωνία, χαιρόταν για την πρόοδό τους και κολακευόταν όταν της έστελναν ευχές. Είχε χαρεί πολύ όταν στη επέτειο των 30 χρόνων από την αποφοίτησή μας το 1992 την είχαμε καλέσει μαζί με άλλους καθηγητές στη συνάθροιση που έγινε την πανσέληνο του Αυγούστου στην ταράτσα του σπιτιού του συμμαθητή Γιάννη Μαντιδάκη στη Φορτέτσα Ηρακλείου. Ξαναείδε μετά από χρόνια τους παλιούς μαθητές της, οικογενειάρχες πια και καταξιωμένους στην τοπική κοινωνία ο καθένας στον τομέα του, με τον αξέχαστο Δημήτρη Μαλλιαράκη Περιφερειάρχη τότε και άλλους πολλούς σε υπεύθυνες θέσεις.

Μετά την συνταξιοδότησή της δεν έμεινε αδρανής. Μέχρι και πριν δυο –τρία χρόνια οδηγώντας το αυτοκίνητό της έτρεχε παντού. Δεν έλειπε από διαλέξεις, εκθέσεις και εκδηλώσεις. Είχαμε κάνει μαζί πολλές εκδρομές και επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους. Έκανε εθελοντικά μαθήματα σε ομάδες ατόμων με διάφορα προβλήματα και κυρίως σε πρόσφυγες και μετανάστες, με τους οποίους ανέπτυξε φιλίες και έγινε μάλιστα νονά ενός παιδιού. Έκανε φιλανθρωπίες με απόλυτη διακριτικότητα. Είχε μια εδραία θρησκευτική πίστη χωρίς να είναι θρησκόληπτη, πράγμα που τη βοήθησε να αντιμετωπίσει πένθη και άλλες οικογενειακές δυσκολίες.

Τον τελευταίο καιρό υπό το βάρος της ηλικίας είχε περιορίσει τις εξόδους και χαιρόταν το διάβασμα και την συντροφιά των δικών της. Στενοχωριόταν κάθε φορά που μάθαινε ότι κάποιος συμμαθητής αρρώστησε ή πέθανε, και δυστυχώς πέθαναν πολλοί από την σειρά μας. Τελευταίος θάνατος που την πίκρανε πολύ ήταν του αγαπημένου της μαθητή, του ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη, που την υπεραγαπούσε. Το βιβλίο του με ανθολογία των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη αρχίζει με την περιγραφή της ανάγνωσης της Σταχομαζώχτρας από την Δέσποινα Χατζάκη μέσα στην παγωμένη τάξη τον Δεκέμβρη του 1956, με τον ποιητή να σημειώνει πως «Ο δριμύτατος χειμώνας του διηγήματος, η στέρηση των ηρώων και η συγκινημένη ανάγνωση προκάλεσαν το ενδιαφέρον μας και θέρμαναν λίγο την αίθουσα».

Αυτή η θέρμη της διδασκαλίας της καλής καθηγήτριας κρατά ακόμη και είναι αισθητή σε όλους τους μαθητές της, που θα την θυμόμαστε πάντα με αγάπη και ευγνωμοσύνη. 

 Χαράλαμπος Β. Κριτζάς -  Επίτιμος διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου».

 

 

 

 

Σχόλια