Κρήτη

Οι αγρότες επιβιώνουν μέσω… επιδοτήσεων

Μεγάλη εξάρτηση του Έλληνα παραγωγού από τις ενισχύσεις, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ

Στις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης - πολύ περισσότερο από τις άλλες χώρες - στηρίζεται το ελληνικό γεωργικό εισόδημα. Σημαντικό τμήμα του εγχώριου γεωργικού εισοδήματος προέρχεται από τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η βαρύτητα των οποίων παραμένει κατά πολύ υψηλότερη σε σύγκριση με τον μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση των “28”, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ (Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών), η οποία παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη.

«Τις προτάσεις του ΙΟΒΕ» δεν ακούμε, όμως, τόσα χρόνια, σχολιάζει στη εφημερίδα “Νέα Κρήτη” ο παλαίμαχος αγροτοσυνδικαλιστής Στάθης Φραγκιαδάκης, τονίζοντας ότι το θέμα αυτό των επιδοτήσεων και του βαθμού εξάρτησης των αγροτικών νοικοκυριών στη χώρα μας από αυτές κυριαρχεί εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν υπάρχει στρατηγική από το κράτος για να αλλάξει αυτή η σχέση εξάρτησης.

Η μελέτη αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση στη διαμόρφωση του ΑΕΠ (3,7% το 2018, έναντι 1,4% στην Ε.Ε. των “28”) και της απασχόλησης (11,2% της συνολικής απασχόλησης το 2017, έναντι 4,4% στην Ε.Ε. των “28”).

Η συνολική αξία παραγωγής του αγροτικού τομέα πλησίασε το 2018 τα 11 δισ. ευρώ, ενώ το συνολικό εισόδημα από γεωργική επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2018 σε 4,8 δισ. ευρώ.

Οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στον εγχώριο αγροτικό τομέα διαμορφώθηκαν το 2017 σε 1,2 δισ. ευρώ υποχωρώντας σημαντικά μετά το 2008. Η επενδυτική ένταση στον αγροτικό τομέα κινείται στην Ελλάδα γύρω από το 20%, σε μεγάλη απόσταση από την τιμή που λαμβάνει συνολικά στην Ε.Ε. των “28” (31% το 2018).

Το μέσο μέγεθος της αγροτικής εκμετάλλευσης στην Ελλάδα είναι 6,6 εκτάρια (στοιχεία για το 2016), ενώ το 90% των εκμεταλλεύσεων έχει μέγεθος μικρότερο των 2 εκταρίων (20 στρέμματα), εξαιρετικά μικρό για τις σύγχρονες συνθήκες παραγωγής.

Η μέση παραγωγικότητα εργασίας στον εγχώριο αγροτικό τομέα ήταν το 2018 κατά 36% χαμηλότερη σε σύγκριση με την Ε.Ε. των “28”. Η σχετική στασιμότητα στην παραγωγικότητα υποδεικνύει ότι υπάρχουν περιθώρια ενίσχυσής της μέσω του εκσυγχρονισμού των αγροτικών μηχανημάτων και εξοπλισμού».

Όπως αναφέρεται στη μελέτη, «η χρήση ελκυστήρων ανά εκμετάλλευση (ως δείκτης εκμηχάνισης της αγροτικής παραγωγής) στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα χαμηλή σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ε.Ε., γεγονός που εν μέρει οφείλεται στον κατακερματισμό των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.

Η αύξηση του μεγέθους των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και η δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρηματικών μονάδων θα λειτουργούσε θετικά στην προώθηση της περαιτέρω εκμηχάνισης των αγροτικών εργασιών.

Το σύνολο του στόλου διαξονικών γεωργικών ελκυστήρων που βρίσκεται σε λειτουργία στην Ελλάδα εκτιμάται σε 159.617 το 2018.

Η εγχώρια αγορά καινούργιων γεωργικών ελκυστήρων κινείται τα τελευταία χρόνια σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο. Συνολικά εκτιμάται ότι το 2018 ταξινομήθηκαν στην Ελλάδα 1.197 νέοι ελκυστήρες.

Η αγορά καινούργιων γεωργικών ελκυστήρων έχει υποχωρήσει την τελευταία δεκαετία κατά περίπου 58%. Ως αποτέλεσμα, η ηλικιακή κατανομή του στόλου γεωργικών ελκυστήρων στην Ελλάδα επιδεινώθηκε περαιτέρω. Περίπου οι μισοί από τους εν λειτουργία γεωργικούς ελκυστήρες εκτιμάται ότι έχουν ηλικία μεγαλύτερη από 26 έτη, ενώ μόνον ένας στους τέσσερις έχει ηλικία μικρότερη από 15 έτη».

Χωρίς να αμφισβητεί σε γενικές γραμμές τα στοιχεία του ΙΟΒΕ - αν και όπως λέει δεν πρέπει να είναι η Ελλάδα η πιο εξαρτημένη σε σχέση με τις άλλες - ο Στάθης Φραγκιαδάκης τονίζει στη “Νέα Κρήτη” ότι «όντως υπάρχουν χιλιάδες αγροτικά νοικοκυριά στη χώρα μας που, αν χάσουν τις επιδοτήσεις, δε θα μπορέσουν να επιβιώσουν. Και οι επιδοτήσεις αυτές στην πραγματικότητα δίνονται για να μπορεί ο καταναλωτής να βρίσκει στην αγορά όσο γίνεται πιο φτηνά το προϊόν που παράγει ο αγρότης.

Αλλά από ’κει και πέρα δεν ήρθε ο ΙΟΒΕ όλα αυτά τα χρόνια να προτείνει στην Πολιτεία έναν στρατηγικό σχεδιασμό για τη στήριξη του αγροτικού τομέα ώστε να σταματήσει αυτή η σχέση εξάρτησης από τις επιδοτήσεις. Για παράδειγμα, πώς θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του πολυτεμαχισμένου κλήρου; Αλλά από την άλλη, δε βλέπουμε και μέτρα όπως να έχουμε φτηνό νερό μέσα από έργα υποδομής για να μπορούμε να καλλιεργούμε. Όλα αυτά από τη δεκαετία του '90 τα κουβεντιάζουμε, αλλά δεν υπάρχουν προτάσεις», καταλήγει ο συνδικαλιστής.

 

 

 

 

 

Σχόλια