Κρήτη

Το σμαραγδένιο νησί των θησαυρών

Σημαντικά ευρήματα της συστηματικής ανασκαφής στον μινωικό οικισμό της Χρυσής

Η Χρυσή, το μικρό νησί στα νότια της Κρήτης, είναι πασίγνωστο στους λάτρεις της φύσης για τους μοναδικούς θησαυρούς του τοπίου της. Και τώρα γίνεται ακόμα πιο διάσημη για τα αρχαιολογικά της ευρήματα, που αποκαλύπτουν όχι απλά νέα σημαντικά στοιχεία για το εμπόριο της πορφύρας - την ξακουστή και πολύτιμη χρωστική της αρχαιότητας που  παραγόταν από θαλάσσια μαλάκια - αλλά και για ολόκληρους θησαυρούς μέσα στα σπίτια των Μινωιτών κατοίκων του νησιού.

Χρυσά κοσμήματα και μια πληθώρα αντικειμένων από μέταλλα, γυαλί και ημιπολύτιμους λίθους μαρτυρούν την ευρωστία ενός τουλάχιστον από τα κτίσματα του μινωικού οικισμού, και μάλιστα σε εξαιρετικά πρώιμα χρόνια, που σε μεγάλο βαθμό βασίζονταν στην πολύτιμη πορφύρα, η οποία γινόταν ανάρπαστη στον αρχαίο κόσμο. Και ως εκ τούτου πανάκριβη, αφού, εκτός των άλλων, απαιτούνταν τεράστιες ποσότητες από τη σάρκα των μαλακίων για να δημιουργηθεί η χρωστική ουσία.

Την ανθηρή βιοτεχνία και το εμπόριο, ήδη από την πρώιμη Εποχή του Χαλκού, εκείνη των πρώτων ανακτόρων, μαρτυρούν μεγάλες ποσότητες από όστρακα που απλώνονται σε στρώματα στον οικισμό που ανασκάπτεται από την Εφορία Αρχαιοτήτων Λασιθίου στη Χρυσή, κοντά στις αρχαίες λαξευτές ιχθυοδεξαμενές που διασώζονται στην παραλία.

Η ακμή του νησιού, όπως προκύπτει από τα ευρήματα των συστηματικών ανασκαφών που διενήργησε το 2018 και 2019 η προϊσταμένη της Εφορίας κ. Χρύσα Σοφιανού, παρέμεινε αναλλοίωτη και αδιάκοπη από την Παλαιοανακτορική εποχή, εκείνη των πρώτων ανακτόρων, έως και τη Νεοανακτορική Περίοδο από το 1800 έως το 1500 π.Χ.

Η απόδειξη αυτή προκύπτει από το μεγάλο κτήριο Β2 με πληθώρα δωματίων, το οποίο, αν και χαρακτηριζόταν από απλά αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως κτιστούς κάδους, πεζούλια, επιφάνειες εργασίας, εστίες, καθώς και ένα κλιμακοστάσιο με λίθινες πλάκες, έκρυβε στα στρώματα καταστροφής του πολλά και σημαντικά ευρήματα. Σε δύο από τα δωμάτια η ανασκαφή αποκάλυψε τα τεκμήρια αυτού του πλούτου.

Στο πρώτο από αυτά, μια πιθανολογούμενη αποθήκη που ήρθε στο φως το 2018, βρέθηκαν δύο τμήματα από χάλκινα τάλαντα, μονάδα μέτρησης της μάζας που χρησιμοποιούταν κατά την αρχαιότητα, που στην περίπτωση της μινωικής Κρήτης θα μπορούσε να έχει (και) τη χρήση ανταλλάξιμης ύλης, μια που ο χαλκός ήταν βασικό για την εποχή μέταλλο (εξ ου και Εποχή του Χαλκού) μαζί με χρυσά και άλλα αντικείμενα. Πιο συγκεκριμένα, ένα χρυσό δαχτυλίδι, ένα χρυσό βραχιόλι, 26 δισκοειδείς - σφαιρικές και σε σχήμα πάπυρου - χρυσές χάντρες, μια αργυρή και πέντε χάλκινες χάντρες και μια σφενδόνη χάλκινου δαχτυλιδιού.

Μαζί με αυτά ήταν μεγάλος αριθμός από γυάλινες χάντρες διαφόρων σχημάτων, 39 σφαιρικές και 25 σε σχήμα πάπυρου, τέσσερις από το λεγόμενο αιγυπτιακό μπλε, 20 από κορνεόλιο λίθο, μία από αμέθυστο, 10 από λάπις, μια σφραγίδα από αχάτη με παράσταση πλοίου που η πρύμνη του έχει τη μορφή κεφαλής ζώου και ένα λίθινο περίαπτο με μορφή πιθήκου.

Η συνέχιση της ανασκαφής τη φετινή χρονιά έκρυβε και άλλες εκπλήξεις, καθώς σε μια γωνιά του ίδιου μεγάλου κτίσματος βρέθηκε ένας νέος θησαυρός από τάλαντα, ένα μεγάλο πριόνι και τρία αγγεία, όλα από χαλκό. Το συνολικό βάρος τους είναι 68 κιλά και μαζί με τα τμήματα του άλλου θησαυρού αποτελούν συνολικά περισσότερα από δύο τάλαντα, γεγονός που καθιστά τον εν λόγω θησαυρό μετάλλων ως έναν από τους μεγαλύτερους που έχουν βρεθεί έως σήμερα στην Κρήτη.

Ιδιαίτερη αξία έχει ένα εξαιρετικά σπάνιο εύρημα, κομμάτια τάλαντου από κασσίτερο που βρέθηκαν αποθηκευμένα μέσα σε ένα αγγείο. Όπως αναφέρει η ανασκαφέας, είναι το δεύτερο αντίστοιχο εύρημα της Υστερομινωικής Περιόδου, μετά από εκείνο του οικισμού της νησίδας του Μόχλου, που ανακαλύπτεται στην Κρήτη.

Στους χώρους του κτηρίου βρέθηκε τυπική κεραμική από αγγεία που χρησιμοποιούνταν για φαγητό και ποτό, τόσο μαγειρικά όσο και αποθηκευτικά, καθώς και πολλά λίθινα εργαλεία. Ωστόσο εντύπωση προκαλεί, παρά τα στοιχεία για εντατική δραστηριότητα πορφύρας, η απουσία ενδείξεων για την εν λόγω βιοτεχνική δραστηριότητα στο συγκεκριμένο κτίσμα, σε αντίθεση με τα άλλα του οικισμού της Χρυσής που έχουν ανασκαφεί.

Η απάντηση σε αυτό φαίνεται ότι βρίσκεται στον ρόλο που είχαν οι κάτοικοι του κτηρίου Β2 κατά την Υστερομινωική λεγόμενη Περίοδο, περί τα 1500 π.Χ., μέσα στην κοινωνία της Χρυσής. Προφανέστατα, όπως υποδηλώνει ο πλούτος των ευρημάτων, ανήκαν σε ένα ανώτερο κοινωνικό επίπεδο, πιθανότατα διοικητικό. Δεν ασχολούνταν δηλαδή με την παρασκευή αλλά με τη διαχείριση της παραγωγής, την προώθηση των προϊόντων και το εμπόριο της πορφύρας, την εισαγωγή ή την κυκλοφορία μετάλλων.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια