Κρήτη

Λάδι: Η κατρακύλα στις τιμές θα συνεχιστεί -Ποιες οι προβλέψεις

Πόσο λάδι παρήγαγε η Κρήτη τα τελευταία χρόνια

Ολοένα και πιο κάτω θα πέφτει η τιμή του εξαιρετικού παρθένου ελαιόλαδου της Κρήτης, αλλά και της υπόλοιπης χώρας, μέσα στα επόμενα χρόνια, αν δε ληφθούν μέτρα στήριξης του προϊόντος.

Την πρόβλεψη αυτή κάνει, μέσω νέας μελέτης του που αποκαλύπτει η εφημερίδα “Νέα Κρήτη” σήμερα, ο Ηρακλειώτης οικονομολόγος Γιώργος Καβρός, που αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, εξετάζοντας τη σύνθεση εσόδων για κάθε χώρα, διαπιστώνεται ότι στην Ιταλία και την Ισπανία το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων των ελαιοπαραγωγών προέρχεται από την εξαγωγή ελαιόλαδου, ενώ στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων των ελαιοπαραγωγών προέρχεται από τις επιδοτήσεις!

Στη μελέτη του για την Κρήτη, ο Γιώργος Καβρός έχει συγκεντρώσει και έχει επεξεργαστεί στοιχεία, τα οποία δείχνουν πως από το 2014 έως και το 2017 «η τιμή βρίσκεται σε πιο υψηλά επίπεδα από την ισορροπία, ενώ το 2018 η τιμή βρίσκεται σε χαμηλότερο σημείο από την τιμή ισορροπίας.

Η διαφορά αυτή είναι αυτό που έπρεπε να έχουν πάρει οι παραγωγοί, αλλά λόγω συμφερόντων και άλλων παραγόντων κάποιοι άλλοι μοιράζονται αυτή τη διαφορά».

Και παρουσιάζοντας στοιχεία και προβλέψεις για την Κρήτη, αναφέρει ότι από το 2013 και κυρίως από το 2015 και μετά, αρχίζει η σταδιακή μείωση της παραγωγής στο νησί μας. «Ο κυριότερος λόγος εννοείται πως είναι η χαμηλή τιμή, καθώς επίσης και η έλλειψη ενδιαφέροντος από τους φορείς», σύμφωνα με το συμπέρασμα της μελέτης. Μάλιστα, ξεκαθαρίζει ότι «το 2013 έχει καταρρεύσει η παραγωγή του ελαιόλαδου στην Κρήτη, αφού παράχθηκαν μόνο 25 χιλιάδες τόνοι, ενώ από το 2015 και μετά παρατηρούμε ότι σταδιακά μειώνεται η παραγωγή στο νησί».

Όσο για τις προβλέψεις; «Οι παραγωγοί παράγουν κάθε χρόνο όλο και λιγότερο προϊόν», σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, που συνεχίζει: «Το πρόβλημα με τα αγροτικά προϊόντα είναι ότι επηρεάζονται πολύ από τα καιρικά φαινόμενα και όχι μόνο. Τα παρακάτω νούμερα που παραθέτουμε είναι πολύ δύσκολο να πέσουν ακριβώς, επειδή μιλάμε για ένα προϊόν όπως το ελαιόλαδο που έχει αφεθεί στην τύχη του, όπως τα περισσότερα άλλωστε. Στους ελέγχους που έκανα, βρήκα ότι τα δεδομένα για το ελαιόλαδο της Κρήτης - και μόνο για την Κρήτη - είναι κατά 0,487990 ή 48,7% έγκυρα. Αυτό σημαίνει πως το υπόλοιπο περίπου 52% επηρεάζεται από άλλους παράγοντες, όπως έλλειψη δακοκτονίας, ξηρασία, κλιματική αλλαγή κ.λπ. Τα δεδομένα για την Ελλάδα, συνολικά μαζί και με την Κρήτη, είναι έγκυρα κατά 0,1931 ή 19,31%. Το υπόλοιπο 80,69% οφείλεται στους ίδιους παράγοντες όπως και παραπάνω».

Σε άλλο σημείο της μελέτης τονίζεται χαρακτηριστικά ότι, «από το 2005 και μετά, παρατηρείται μια κατρακύλα στην τιμή του ελαιόλαδου. Αν δεν αλλάξει κάτι, αυτή η κατρακύλα θα συνεχιστεί ακόμα πιο έντονη, επειδή νέες χώρες παραγωγής μπαίνουν συνεχώς στην αγορά με χαμηλότερο κόστος, π.χ. Αίγυπτος, ή δημιουργούν οικονομίες κλίμακας όπως π.χ. Ισπανία».

Η σημερινή κατάσταση

Ο Γιώργος Καβρός ξεκινάει τη μελέτη του αναφέροντας πως «οι τιμές του ελαιόλαδου βρίσκονται σε χαμηλότατα επίπεδα χωρίς να υπολογίσουμε τις νέες φυτεύσεις και τις νέες χώρες που θα μπουν σταδιακά στην παραγωγή. Μπορούμε να φανταστούμε τι θα συμβεί σε μερικά χρόνια; Αν το ελαιόλαδο είχε τη σωστή οργάνωση, αυτό δε θα ήταν πρόβλημα. Τώρα, όμως; Το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς τυποποιημένου ελαιόλαδου (>55%) ελέγχεται από δυο μεγάλες εταιρίες, ενώ σημαντικό μέρος των τυποποιητικών μονάδων αποτελούν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και αρκετές συνεταιριστικές στις παραγωγικές περιοχές. Η εγχώρια κατανάλωση - από τις υψηλότερες παγκοσμίως - απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής και απομένουν περίπου 100.000 έως 150.000 τόνοι για εξαγωγή, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας κατευθύνεται στην Ιταλία σε μορφή χύμα. Μόνο το 20% περίπου της συνολικής εγχώριας παραγωγής φτάνει στην τυποποίηση, με τα αντίστοιχα ποσοστά να φτάνουν το 50% και 75% για την Ισπανία και την Ιταλία.

Όπως προκύπτει, τόσο από διαθέσιμα στοιχεία όσο και από σχετικές μελέτες, το ελληνικό επώνυμο ελαιόλαδο δεν έχει ικανοποιητική επώνυμη παρουσία στις ξένες αγορές. Την πρώτη θέση κατέχει συνήθως το ιταλικό ελαιόλαδο και ακολουθεί το ισπανικό με αυξητικές τάσεις.

Το 37% περίπου της συνολικής παραγωγής εξάγεται σε χύμα μορφή με κύριο προορισμό την Ιταλία (περίπου 85%), γεγονός που αποτελεί σημαντική απώλεια εσόδων από την προστιθέμενη αξία που προσδίδει το τυποποιημένο προϊόν. Ωστόσο, η συμβολή του ελαιόλαδου στις συνολικές εξαγωγές της χώρας είναι σημαντική. Η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα παρθένου ελαιόλαδου και κατέχει σημαντική θέση στην παγκόσμια αγορά. Το παρθένο ελαιόλαδο συμβάλλει σημαντικά στις συνολικά διαμορφούμενες εξαγωγές ελαιόλαδου και κατέχει σημαντικό μερίδιο στο σύνολο των εξαγωγών».

«Λιγότερο ανταγωνιστική» η ελληνική παραγωγή

«Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι το σύνολο της εποχικής εργασίας στην ελληνική αγροτική παραγωγή πραγματοποιείται από πολίτες χωρών εκτός Ε.Ε., έναντι περίπου 5% στην Ισπανία και στην Ιταλία, ενώ η αμοιβή των εποχικών εργατών, στην ελληνική αγροτική παραγωγή, είναι της τάξης των 4 ευρώ/ώρα, έναντι 6 ευρώ/ώρα στην Ισπανία και 8,5 ευρώ/ώρα στην Ιταλία. Η συνδυασμένη επίδραση της σταθερής παραγωγικότητας και των ανοδικών μισθών οδήγησε σε αύξηση του ελληνικού εργασιακού κόστους, ανά μονάδα παραγωγής, στο 0,55 ευρώ/κιλό ελιών το 2018 από 0,20 ευρώ/κιλό το 2000. Αντίθετα, το κόστος αυτό παρέμεινε σχετικά σταθερό στην Ιταλία (0,35 ευρώ/κιλό) και την Ισπανία (0,28 ευρώ/κιλό), καθώς η αύξηση των μισθών συνοδεύτηκε από αύξηση της παραγωγικότητας», αναφέρεται ακόμη στη μελέτη.

Δεδομένου ότι το κόστος εργασίας είναι τμήμα του παραγωγικού κόστους (σχεδόν τα 2/3), η αύξησή του επηρέασε και το συνολικό κόστος, καθιστώντας την ελληνική παραγωγή ελαιόλαδου λιγότερο ανταγωνιστική. Οι ελαιοπαραγωγοί καρπώνονται παρόμοια έσοδα και στις τρεις χώρες, της τάξης των 0,7 ευρώ/κιλό ελιάς κατά μέσο όρο την τελευταία 5ετία, αύξηση κατά 17% περίπου έναντι της προηγουμένης πενταετίας (πηγή: Επεξεργασία στοιχείων FADN-ETE)».

Πόσο λάδι παρήγαγε η Κρήτη τα τελευταία χρόνια

 

Έτος       Παραγωγή*

2007       125

2008       199,5

2009       125

2010       120

2011       76,5

2012       113,6

2013       25

2014       118

2015       90

2016       55

2017       85

2018       70

 

Πηγή: ΣΕΔΗΚ

* Τα ποσά είναι σε χιλ. τόνους.

 

Σχόλια