Κρήτη

Γιατί ζεσταίνεται το Κρητικό Πέλαγος;

1.5 βαθμό η αύξηση σε επιφανειακά και ενδιάμεσα νερά τα τελευταία 11 χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία του συστήματος «Ποσειδών»

Τι ακριβώς συμβαίνει και τα νερά στο Κρητικό Πέλαγος δείχνουν να ζεσταίνονται με μια τάση 1,5 βαθμού Κελσίου τα τελευταία έντεκα χρόνια, όσο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από τις παρατηρήσεις του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών;

Η πρώτη απάντηση που έρχεται στο μυαλό όλων μας είναι η κλιματική αλλαγή. Όμως κανείς δεν μπορεί ελαφρά τη καρδία να πει κάτι τέτοιο με βεβαιότητα, καθώς τα δεδομένα που υπάρχουν δεν μπορούν να τεκμηριώσουν με κατηγορηματικό τρόπο μια τέτοια υπόθεση...

Αφενός τα στοιχεία αφορούν σε ένα σταθμό, τον E1-M3A, του γνωστού συστήματος «Ποσειδών» του ΕΛΚΕΘΕ, ο οποίος ποντίστηκε στο τέλος του 2000 σε απόσταση περίπου 25 ναυτικών μιλίων βόρεια της πόλης του Ηρακλείου, σε μια περιοχή βάθους 1.500 μέτρων. Οι μετρήσεις από τον E1-M3A, ο οποίος αναβαθμίστηκε πλήρως το 2007 με νεότερης γενιάς αισθητήρες, δείχνουν ότι η παρατηρούμενη αύξηση της θερμοκρασίας αφορά στα επιφανειακά και ενδιάμεσα στρώματα της θάλασσας σε βάθη 50 και 100 μέτρων.

Οι άλλες μετρήσεις, κυρίως στα 400 μέτρα και λιγότερο στα 1.000 μέτρα από τον ίδιο αισθητήρα, δεν ακολουθούν αυτή την τάση, καθώς ειδικά στην πρώτη περίπτωση η καταγραφόμενη μεταβολή της θερμοκρασίας στα 11 αυτά χρόνια είναι μηδενική. Την ίδια στιγμή οι αντίστοιχες καταγραφές άλλων σταθμών του συστήματος «Ποσειδώνας» του ΕΛΚΕΘΕ δεν επιβεβαιώνουν όλα τα χαρακτηριστικά που αποτυπώνει εδώ και μια δεκαετία ο «κρητικός» E1-M3A.

Όπως μας εξήγησε ο επιστημονικός ερευνητής στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του ΕΛΚΕΘΕ κ. Λεωνίδας Περιβολιώτης, επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας που υποστηρίζει τη λειτουργία του συστήματος «Ποσειδών», ο σταθμός που είναι ποντισμένος στο Βόρειο Αιγαίο, για παράδειγμα, δεν έχει καταγράψει σε αυτά τα 11 χρόνια αύξηση της θερμοκρασίας του νερού στα πρώτα 100 μέτρα. Αντίθετα, σε κάποια βάθη έχει παρατηρηθεί μια μικρή τάση μείωσης της θερμοκρασίας.

Την ίδια στιγμή, ο άλλος σταθμός της Πύλου στην Πελοπόννησο δείχνει απλώς κάποια από τα χαρακτηριστικά που έχει καταγράψει ο E1-M3A, γεγονός που δεν επιτρέπει την απόδοση του φαινομένου στην παγκόσμια τάση αύξησης της θερμοκρασίας των θαλασσών και των ωκεανών, συνεπεία της κλιματικής αλλαγής. Άρα τι θα μπορούσε να συμβαίνει;

Με δεδομένο ότι δεν υπάρχουν μετρήσεις που θα μπορούσαν να καλύψουν όλο το εύρος του Κρητικού Πελάγους και του Αιγαίου σε βάθος χρόνου, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, μια υπόθεση που μπορεί να εξηγήσει αυτή την τάση αύξησης της θερμοκρασίας ως τα 100 μέτρα βάθος στο Κρητικό Πέλαγος κατά 1,5 βαθμό τα τελευταία 11 χρόνια οδηγεί τους επιστήμονες ως τα στενά της Ρόδου και της Καρπάθου, απ’ όπου μπαίνουν στο Κρητικό θαλάσσιες μάζες, οι οποίες προέρχονται κυρίως από τη Θάλασσα της Λεβαντίνης, τη θαλάσσια περιοχή ανατολικότερα της Ρόδου μέχρι τις ακτές του Ισραήλ και της Συρίας. Εκεί τα νερά φαίνεται ότι είναι πιο ζεστά σε σχέση με το παρελθόν, με αποτέλεσμα να ανεβάζουν τον... υδράργυρο και στο Κρητικό στα επιφανειακά και ενδιάμεσα θαλάσσια στρώματα. Κάθε άλλη εκτίμηση με βάση το υφιστάμενο υλικό από τις μετρήσεις είναι παρακινδυνευμένη, κάτι το οποίο αποτελεί, άλλωστε, μια σταθερά για την επιστημονική κοινότητα όταν πρέπει να αγγίξει το ευαίσθητο θέμα της κλιματικής αλλαγής στη βάση απόλυτα αξιόπιστων στοιχείων. Για την εξαγωγή πιο αναλυτικών εκτιμήσεων απαιτείται ανάλυση σειράς δεδομένων από διαφορετικές καταγραφικές πλατφόρμες στην ευρύτερη περιοχή.

Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Περιβολιώτης, για την πληρέστερη καταγραφή των μεταβολών στη θερμοκρασία της θάλασσας, είναι απαραίτητη η συστηματική χρήση αυτόνομων καταγραφικών συστημάτων που έχουν τη δυνατότητα μετακίνησης και μπορούν να πάρουν επαναλαμβανόμενες μετρήσεις σε μεγαλύτερες γεωγραφικές περιοχές. Σε αυτό το πλαίσιο, το ΕΛΚΕΘΕ έχει αρχίσει σε συστηματική βάση την πόντιση αυτόνομων παρασυρόμενων πλωτήρων Argo στο Αιγαίο Πέλαγος από το 2014, ενώ ειδικότερα στην περιοχή του Κρητικού από τα τέλη του 2017 υπάρχουν επαναλαμβανόμενες αποστολές ενός αυτόνομου υποβρύχιου υδρόπτερου (glider), το οποίο κινείται κατά μήκος της Κρήτης στο ύψος του σταθμού Ε1-Μ3Α, καλύπτοντας μια περιοχή μήκους 220 χιλιομέτρων.

Τα δεδομένα από αυτές τις πλατφόρμες αναμένεται να δώσουν τα επόμενα χρόνια πολύτιμες πληροφορίες για τις μεταβολές που συμβαίνουν στην περιοχή του Κρητικού και να βοηθήσουν στην πληρέστερη κατανόησή τους.

Οι θάλασσες στο… «μικροσκόπιο»

Η Ελλάδα είναι από τις χώρες που έχει κάνει άλματα τα τελευταία χρόνια στη συστηματική παρακολούθηση των θαλασσών με το σύστημα «Ποσειδών» του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών. Από το 2000 εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι μόνιμοι καταγραφικοί σταθμοί, που συνθέτουν ένα σύστημα παρακολούθησης, πρόγνωσης και πληροφόρησης για την κατάσταση των ελληνικών θαλασσών και της υπόλοιπης Μεσογείου.

Κάθε ένας από τους σταθμούς μέτρησης είναι εξοπλισμένος με μια σειρά αισθητήρων, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα καταγραφής ατμοσφαιρικών και θαλάσσιων παραμέτρων, ενώ σε κάποιους επιλεγμένους σταθμούς καταγράφονται και μια σειρά από βιοχημικές παραμέτρους που παρέχουν πολύτιμα δεδομένα για την κατανόηση της κατάστασης των θαλασσών και βεβαίως την επίδραση της κλιματικής αλλαγής σε διάφορα επίπεδα.

Όπως μας εξήγησε ο κ. Περιβολιώτης, οι σταθμοί αυτοί είναι εξοπλισμένοι με τον απαραίτητο τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, για τη μετάδοση των δεδομένων που καταγράφονται στο επιχειρησιακό κέντρο του ΕΛΚΕΘΕ μέσω κυρίως του δικτύου της κινητής τηλεφωνίας ή, όταν αυτό δεν είναι εφικτό, μέσω δορυφορικής επικοινωνίας. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η παροχή ενέργειας για τη λειτουργία των σταθμών εξασφαλίζεται με τη χρήση συστοιχίας επαναφορτιζόμενων μπαταριών, οι οποίες τροφοδοτούνται από τις ηλιακές κυψέλες που υπάρχουν στο επάνω μέρος του σταθμού.

Τα δεδομένα, μετά την αποστολή τους από τους σταθμούς, συλλέγονται στο επιχειρησιακό κέντρο του ΕΛΚΕΘΕ, το οποίο αποτελεί το κέντρο συλλογής, διαχείρισης και διανομής των παρατηρήσεων πεδίου που συλλέγονται από αυτόνομες καταγραφικές πλατφόρμες σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Ο E1-M3A

Όσον αφορά στον σταθμό με την ονομασία «E1-M3A», από τον οποίο προέρχονται και τα δεδομένα που αφορούν στη θερμοκρασία της θάλασσας, αυτός ποντίστηκε στο τέλος του 2000 σε απόσταση περίπου 25 ναυτικών μιλίων βόρεια της πόλης του Ηρακλείου, σε μια περιοχή βάθους 1.500 μέτρων. Στην πρώτη περίοδο λειτουργίας του αντιμετώπισε μια σειρά από προβλήματα, τόσο όσον αφορά στην καταγραφή των στοιχείων όσο και στη μετάδοσή τους, και έτσι το 2007 αναβαθμίστηκε πλήρως με νέας γενιάς αισθητήρες, οι οποίοι καταγράφουν τη θερμοκρασία και την αλατότητα σε διάφορα σημεία της θαλάσσιας στήλης μέχρι τα 1.000 μέτρα βάθος, ενώ στα πρώτα 100 μέτρα υπάρχουν επιπλέον αισθητήρες καταγραφής σειράς βιοχημικών παραμέτρων.

Η σημασία του E1-M3A είναι μεγάλη τόσο ειδικά για την Κρήτη, όσο και για την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή, με δεδομένο ότι το Κρητικό Πέλαγος παρουσιάζει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς συνδέει το Αιγαίο Πέλαγος με την υπόλοιπη Ανατολική Μεσόγειο και είναι μια περιοχή στην οποία παρατηρείται αλληλεπίδραση θαλάσσιων μαζών με διαφορετικά χαρακτηριστικά θερμοκρασίας και αλατότητας.

Σχόλια