Κρήτη

Τελικά, πόσους τουρίστες θέλουμε; Τα προβλήματα & οι λύσεις για την Κρήτη

Κι όμως υπάρχει έλλειψη προσωπικού στην Κρήτη στον τομέα του τουρισμού

Σε μια χώρα που οι αριθμοί ευημερούν και η ουσία συνήθως χάνεται στα νούμερα, η ερώτηση «τελικά τι είδους τουρίστες θέλουμε;» μάλλον τίθεται σε λάθος βάση.

Αυτό που προσφέρεις στην τιμή που το προσφέρεις και με τις υπηρεσίες που το συνοδεύουν καθορίζει εκείνο που λαμβάνεις, ενώ αυτό που ζητάς εξαρτάται από τις ίδιες τις προδιαγραφές που θέτεις. Αυτό τονίζουν ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ξενοδοχείων κ. Γιώργος Πελεκανάκης, αλλά και ο εντεταλμένος σύμβουλος Τουρισμού της Περιφέρειας Κρήτης κ. Μιχάλης Βαμιεδάκης.

Το «γαϊτανάκι» που εδώ και χρόνια σέρνεται γύρω από τη βαριά βιομηχανία του τουρισμού έχει πολλές πλευρές, που ωστόσο περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο άξονα, την έλλειψη στοιχειωδών υποδομών που πληγώνουν το πολύτιμο προϊόν και της Κρήτης και την απουσία ενός συνολικού σχεδίου που θα διασφαλίζει την αποφυγή των λαθών του παρελθόντος και την κάλυψη των νέων αναγκών της τουριστικής ζήτησης σε νέα διευρυμένη βάση.

Κρητικοί που δραστηριοποιούνται στον τομέα του τουρισμού επισημαίνουν τα κακώς κείμενα με αφορμή το ζήτημα που έχει βρεθεί στο επίκεντρο της επικαιρότητας το τελευταίο διάστημα - φτάνοντας μέχρι και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αποτελώντας θέμα προβληματισμού στον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού - και σχετίζεται με τον κορεσμό ή αλλιώς λεγόμενο υπερτουρισμό.

Σημείο αναφοράς για την Ελλάδα αποτελεί το «φαινόμενο» της Σαντορίνης, η οποία σηκώνει ένα μη διαχειρίσιμο βάρος, με το θέμα να αποτελεί παράλληλα την αφορμή για να ανοίξει και πάλι η συζήτηση για τον τουρισμό και σε επίπεδο Κρήτης.

Αν και οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα του υπερτουρισμού δεν αφορά στο νησί μας, ομοφωνία απόψεων καταγράφεται στη... διάγνωση των γνωστών παθογενειών της Κρήτης που σχετίζεται με τις υποδομές και στο «φάρμακο» που θα μπορούσε να τις θεραπεύσει. Όμως ο δρόμος μοιάζει ακόμα μακρύς.

«Φωνάζω εδώ και πολλά χρόνια ότι ο υπερτουρισμός θα καταστρέψει τον τουρισμό», δηλώνει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Τουριστικών Πρακτόρων Κρήτης κ. Μιχάλης Βλατάκης, εξηγώντας ότι «δεν μπορεί να βλέπεις ουρές στην Κνωσό που φτάνουν μέχρι το Βενιζέλειο και ατέλειωτα πλήθη στο ανάκτορο που εντέλει δεν καταφέρνουν να δουν τα πιο δημοφιλή σημεία, όπως την “Αίθουσα του θρόνου”, με αποτέλεσμα να φεύγουν απογοητευμένοι. Δεν μπορεί το αεροδρόμιο να πνίγεται στον κόσμο, με τους τουρίστες να περιμένουν στον ήλιο κάποιες μέρες το καλοκαίρι και τώρα να είναι άδειο. Χρειάζεται να φτάνουν ομαλά οι τουρίστες όλες τις ημέρες και όλες τις εποχές», τονίζει ο κ. Βλατάκης.

Διαφορετική είναι η άποψη του προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ξενοδοχείων κ. Γιώργου Πελεκανάκη, ο οποίος σημειώνει ότι δεν τίθεται θέμα υπερτουρισμού για την Κρήτη, καθώς υπάρχουν διαθέσιμοι χώροι για τη στέγαση των επισκεπτών, ειδικά τώρα με το Airbnb, περιοχές στα ανατολικά της Κρήτης που μπορούν να αναπτυχθούν τουριστικά και αντίστοιχες στην ενδοχώρα που έχουν δυνατότητες να τραβήξουν ένα μέρος του τουριστικού ρεύματος. «Δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεις κρεβάτι στην Κρήτη», δηλώνει χαρακτηριστικά ο κ. Πελεκανάκης, εστιάζοντας τον προβληματισμό του στην απουσία συγκεκριμένων υποδομών και «εργαλείων» για τον κρητικό τουρισμό.

Το μικρό αεροδρόμιο και το οδικό δίκτυο αποτελούν για τον ίδιο από τα βασικότερα προβλήματα, με δεδομένη την κατάστασή τους και τα πολυδιαπιστωμένα ζητήματα της επικινδυνότητας και της μεταφορικής τους ικανότητας. «Το μεγαλύτερο φορτίο το σηκώνει ο δρόμος από το Ηράκλειο μέχρι τον Άγιο Νικόλαο», σημειώνει ο κ. Πελεκανάκης. «Αν όμως είχαμε έναν καλό αυτοκινητόδρομο προς Ιεράπετρα και άλλες περιοχές του Λασιθίου, δε θα πήγαινε περισσότερος κόσμος;», αναρωτιέται χαρακτηριστικά.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο εντεταλμένος σύμβουλος Τουρισμού της Περιφέρειας Κρήτης, κ. Μιχάλης Βαμιεδάκης, ο οποίος σημειώνει ότι δεν υπάρχει στο νησί μας κορεσμός αλλά έλλειψη υποδομών. Η βασική διαφορά της Κρήτης σε σχέση με τις δύο πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις της Ελλάδας που έχουν πρόβλημα με τον υπερτουρισμό, τη Σαντορίνη και τη Μύκονο, έχει να κάνει με την έκτασή της.

Τα δύο προηγούμενα νησιά λόγω μεγέθους δεν μπορούν να σηκώσουν τόσο τουριστικό βάρος, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν αξιοζήλευτες υποδομές. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι βεβαίως μόνο ελληνικό, αλλά γενικότερα ευρωπαϊκό, καθώς αντίστοιχο πρόβλημα αντιμετωπίζουν η Μαγιόρκα ή η Βενετία. Στην Κρήτη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το νησί μας, όχι απλά έχει μια έκταση που του επιτρέπει να μπορεί να υποδεχτεί τόσους επισκέπτες, αλλά διατηρεί και έναν κρυφό «άσο στο μανίκι»: πολλές αναξιοποίητες περιοχές που πρέπει να «μπουν στο παιχνίδι».

Όμως, σύμφωνα και με τον κ. Βαμιεδάκη, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με τις υποδομές, οι οποίες είναι υποδεέστερες από εκείνες που θα έπρεπε να είναι. Ο ίδιος εστιάζει στο αεροδρόμιο, το οποίο έχει ξεπεράσει τα όριά του και στους δρόμους που, όπως γνωρίζουμε όλοι, δεν είναι και οι καλύτεροι για να καλύψουν τις ανάγκες τόσου κόσμου που πηγαινοέρχεται κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε η κίνηση απογειώνεται. «Υπάρχει θέμα υποδομών και θέμα διαχείρισης», σημειώνει ο εντεταλμένος σύμβουλος Τουρισμού της Περιφέρειας Κρήτης, εστιάζοντας στις ευθύνες του κράτους απέναντι στα διαπιστωμένα προβλήματα.

Από την πλευρά του, ο κ. Πελεκανάκης βάζει στο τραπέζι της συζήτησης και μια ακόμα ενδιαφέρουσα παράμετρο, ότι η Ελλάδα και η Κρήτη έχουν μια παγκόσμια μοναδικότητα στη δυσαναλογία του πληθυσμού με τον τουρισμό, μια που σχεδόν επταπλασιάζεται το καλοκαίρι. Αυτό όμως δε σημαίνει κατ’ ανάγκην πρόβλημα, αφού μπορεί κανείς να το δει από την άλλη όψη του νομίσματος, ως ευκαιρία για να επωφεληθούν ακόμα περισσότεροι Κρητικοί με το άνοιγμα νέων προορισμών στην ενδοχώρα και την ανάπτυξη των νέων μορφών τουρισμού. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει επουδενί εγκατάλειψη του «κλασικού» μοντέλου «ήλιος και θάλασσα», που, σύμφωνα με τον κ. Πελεκανάκη, αποτελεί και θα αποτελεί την κορωνίδα του κρητικού τουρισμού. Είναι διαχρονικό και αποδεδειγμένα επιτυχημένο, με τον πολιτισμό να έπεται ως συμπληρωματικό «ατού». Και αυτό αποδεικνύεται και από το φαινόμενου του επαναλαμβανόμενου τουρισμού, με πολλούς που έρχονταν στην Κρήτη για διακοπές ως παιδιά με τους γονείς τους να συνεχίζουν στα χνάρια αυτής της παράδοσης, επιστρέφοντας ξανά και ξανά πλέον με τις δικές τους οικογένειες.

Μπορεί πάντως το μοντέλο «ήλιος και θάλασσα» να είναι το ισχυρότερο δέλεαρ για τους ξένους ώστε να έρθουν στον τόπο μας, όμως τα πάντα έχουν το «ναι μεν, αλλά...» σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Τουριστικών Πρακτόρων κ. Μιχάλη Βλατάκη. Και αυτό έχει να κάνει με τη δυσαναλογία κατανομής χρονικά και χωρικά του τουριστικού ρεύματος. «Πρέπει να δράσουμε έξυπνα και σωστά, να μπουν όρια», σημειώνει, προσδιορίζοντας την ανάγκη να κατανεμηθεί συνετά ο όγκος των τουριστών σε ώρες, μέρες, εποχές. «Δεν μπορείς να έχεις σε ορισμένες περιοχές τόσες χιλιάδες κόσμου, που σε τελική ανάλυση δεν απολαμβάνουν το μέρος αφού δεν έχουν χώρο ούτε για να ακουμπήσουν την πετσέτα τους». Σύμφωνα με τον κ. Βλατάκη, το μεγαλύτερο πρόβλημα καταγράφεται, στο μέγιστο βεβαίως της σεζόν, σε όλα τα μέρη που έχουν χαρακτηριστεί ως «τρέντι», όπως η Σπιναλόγκα, η Κνωσός, ο Μπάλος κ.α., με συνέπεια η «υπερφόρτωση» να προκαλεί αρνητικές εντυπώσεις και αποτελέσματα.

Για λύσεις… «Πρέπει να συμπράξουν όλοι»

Ποιος θα μπορούσε όμως να δώσει τη λύση ή να προλάβει τα χειρότερα; Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. «Πρέπει να υπάρξει μια σύμπραξη με τους τουρ οπερέιτορ, τους τοπικούς φορείς κ.λπ. και να πάρει κάποιος την πρωτοβουλία», σημειώνει ο κ. Βλατάκης, τονίζοντας το πολύ δύσκολο του εγχειρήματος, καθώς απαιτεί τη σύμπραξη όλων. Τα πάντα, όμως, εξαρτώνται από την Πολιτεία, καθώς «μόνο το υπουργείο μπορεί να κάνει κάτι ουσιαστικό».

Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ξενοδοχείων κ. Γιώργος Πελεκανάκης. «Πρέπει να καθίσουν κάτω όλοι, να δημιουργηθεί ένα συντονιστικό όργανο για όλα αυτά. Τα έχουμε στείλει άπειρες φορές στους υπουργούς όλα αυτά, αλλά ο καθένας που περνάει από το πόστο μιλάει αποσπασματικά πάνω στις προτάσεις μας». Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα ξεκινάει από το γεγονός ότι, για την ουσία του πράγματος, το υπουργείο Τουρισμού δεν έχει αρμοδιότητες. Όπως διευκρινίζει ο κ. Πελεκανάκης, για παράδειγμα σε θέματα αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, το μπαλάκι περνάει στο... «γήπεδο» του υπουργείου Πολιτισμού, για το αεροδρόμιο, τους οδικούς άξονες και όλες τις υποδομές σε εκείνο του υπουργείου Ανάπτυξης και πάει λέγοντας...

Κι όμως υπάρχει έλλειψη προσωπικού στην Κρήτη

Υπάρχουν όμως και άλλα προβλήματα τα οποία ούτε καν υποψιαζόμαστε. Για ένα νησί σαν την Κρήτη, όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού ασχολείται επαγγελματικά με τον τουρισμό, αποτελεί πραγματική έκπληξη η διαπίστωση του κ. Πελεκανάκη ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με την εξεύρεση προσωπικού, ειδικά όσον αφορά σε στελέχη με την απαιτούμενη πείρα και προϊσταμένους τμημάτων. Και η παρατήρησή του αυτή αγγίζει τον ευαίσθητο τομέα της εκπαίδευσης, που πάσχει σε μεγάλο βαθμό, με την ευθύνη και πάλι να πέφτει στις πλάτες της Πολιτείας. Το πρόβλημα είναι τεράστιο σύμφωνα με τον ίδιο, και έχει να κάνει με την αποδυνάμωση της εκπαίδευσης σε θέματα τουρισμού, που θα έπρεπε να είναι μία από τις βασικές μέριμνες του αρμόδιου υπουργείου. Και μαζί πολλές άλλες παράμετροι σε όλο το φάσμα των προβλημάτων γύρω από τον τουρισμό, που ξεκινούν από την έλλειψη χωροταξικού που έχει προκαλέσει αυτό το διαπιστωμένο χάος, φτάνοντας ως το γεγονός ότι η ντόπια αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή δεν επαρκεί, κατά τον ίδιο, για να καλύψει πλήρως τις ανάγκες των ξενοδοχείων, ώστε να είμαστε απόλυτα αυτάρκεις, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η ανάγκη για εισαγωγές.

«Όλοι καλοδεχούμενοι»

Και βέβαια όλα αυτά στριφογυρίζουν γύρω από το ερώτημα «τι είδους τουρίστες τελικά θέλουμε;». Σύμφωνα με τον κ. Πελεκανάκη «όλοι είναι καλοδεχούμενοι», ενώ η απάντηση δίνεται κατά το δοκούν από τον καθένα. «Το κάθε ξενοδοχείο καθορίζει τον πελάτη του», δηλώνει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ξενοδοχείων, διευκρινίζοντας ότι είναι τεράστιο λάθος, κατά την άποψή του, ότι φταίει το all inclusive. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες καθορίζουν τις τιμές και το προφίλ των επισκεπτών.

«Τους θέλουμε όλους»

Η απάντηση στο ερώτημα «πόσους και τι τουρίστες θέλουμε;» και για τον εντεταλμένο σύμβουλο σε θέματα Τουρισμού της Περιφέρειας Κρήτης, κ. Μιχάλη Βαμιεδάκη, είναι η ίδια: «Τους θέλουμε όλους, καθώς ο καθένας μπορεί να αφήσει χρήματα στους επιχειρηματίες που θα έχουν το κατάλληλο προϊόν για να τους προσφέρουν» - κάτι που σημαίνει ότι και οι τουρίστες με υψηλές απαιτήσεις μπορούν να βρουν αυτό που αναζητούν με το αντίστοιχο τίμημα, αλλά και εκείνοι που θέλουν να περάσουν πιο οικονομικά τις διακοπές τους στην Κρήτη. «Υπάρχουν υπηρεσίες για όλα τα γούστα», σημειώνει ο κ. Βαμιεδάκης, ο οποίος επισημαίνει ότι αυτό το οποίο θέλουμε στην Κρήτη είναι «ικανοποιημένους από την επίσκεψή τους στο νησί επισκέπτες». Το θέμα είναι να βοηθήσει η Πολιτεία τον επιχειρηματικό κόσμο ώστε να ανανεώσει το προϊόν που προσφέρει, παρέχοντας τα απαραίτητα κίνητρα.

Στο... ταμείο

Το ερώτημα πάντως «τι τουρίστες θέλουμε και πόσους;» δεν είναι καινούργιο, αλλά μάλλον διαχρονικό, και βρίσκεται πάντα στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος όταν πέφτει η αυλαία της σεζόν και γίνεται... ταμείο. Ο απολογισμός, ειδικά όσον αφορά τον εμπορικό κόσμο, όχι μόνο του Ηρακλείου αλλά της Κρήτης, μόνο θετικός που δεν είναι, καθώς η διαπίστωση είναι ότι η αύξηση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στους αριθμούς των επισκεπτών δεν αντιστοιχεί και σε αύξηση της ποιότητας των εν λόγω τουριστών. Το αντίθετο, συνεχίζουν να έχουν... «καβούρια στην τσέπη», σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Ηρακλείου κ. Μανόλη Κουμαντάκη. «Η διάχυση δεν είναι αναλογική σε όλους τους κλάδους της οικονομίας που σχετίζονται με τον τουρισμό και ειδικά για το εμπόριο καταγράφεται ότι δεν έχει πάρει ένα ικανοποιητικό κομμάτι από την πίτα».

Σύμφωνα με τον κ. Κουμαντάκη, η αλματώδης αύξηση του τουρισμού δεν προκύπτει από τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Κρήτης ή της Ελλάδας, αλλά από τις αδυναμίες των ανταγωνιστών λόγω των γνωστών γεωπολιτικών λόγων που έχουν κάμψει την τουριστική δυναμική άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα η Αίγυπτος. Αυτοί οι τουρίστες που ούτως η άλλως επιδίωκαν και έκλειναν φτηνά πακέτα είναι εκείνοι που δημιουργούν το επιπλέον ρεύμα που κάνει τους αριθμούς των αφίξεων να ευημερούν, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου Ηρακλείου, ο οποίος επισημαίνει ότι η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μόνο στο Ηράκλειο, αλλά σε όλες τις τουριστικές περιοχές της Κρήτης.

Διαφορετική είναι πάντως η εκτίμηση του κ. Βαμιεδάκη, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι θέμα των επιχειρήσεων και του προϊόντος που προσφέρουν, κατά πόσο δηλαδή αντιστοιχούν στη ζήτηση. «Δεν μπορώ να δεχτώ ότι υπάρχει λιγότερη πελατεία ή ότι δεν ξοδεύουν. Είναι θέμα επιχειρήσεων οι οποίες ίσως δεν πουλούν το κατάλληλο προϊόν που να απευθύνεται στους σημερινούς επισκέπτες, μια που και οι καιροί αλλάζουν και μαζί τους οι συνήθειες. Από την άλλη, ίσως δεν έχουν αναβαθμίσει τις υπηρεσίες τους και θέλουν βοήθεια σε αυτό τον τομέα από την Πολιτεία», εκτιμά ο εντεταλμένος σύμβουλος Τουρισμού της Περιφέρειας Κρήτης, τονίζοντας ότι δεν πρέπει να γενικεύουμε την άποψη ότι οι τουρίστες δεν ξοδεύουν αλλά να εστιάσουμε στο πού ξοδεύουν και γιατί...».

Σχόλια