Κρήτη

Δίκη Λεμπιδάκη: Ο λαλίστατος αστυνομικός, το «σφυροκόπημα»της έδρας και η μαρτυρία του γείτονα

Πότε θα συνεχιστεί ξανά η πολύκροτη δίκη

Εν μέσω εντάσεων κύλησε - και - η τρίτη ημέρα της δίκης για την υπόθεση απαγωγής του Μιχάλη Λεμπιδάκη.

Η ακροαματική διαδικασία συνεχίστηκε χθες Πέμπτη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης με την κατάθεση μαρτύρων του κατηγορητηρίου, μεταξύ των οποίων και τεσσάρων αστυνομικών.

Περίπου στις 3 το μεσημέρι, η πολύκροτη δίκη διακόπηκε και θα συνεχιστεί πλέον με τη νέα χρονιά: Tην Πέμπτη 10 Ιανουαρίου η εκδίκαση της υπόθεσης θα συνεχιστεί με την κατάθεση και άλλων αστυνομικών που ενεπλάκησαν σ’ αυτήν.

Μεταξύ των ατόμων που εξετάστηκαν χθες ως μάρτυρες ήταν και μια γυναίκα, η οποία επέβαινε σε αυτοκίνητο, το οποίο πέρασε από το σημείο όπου οι απαγωγείς φέρονται να μετεπιβίβασαν τον Μιχάλη Λεμπιδάκη σε έτερο όχημα, λίγα λεπτά μετά την αρπαγή του. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα του κατηγορητηρίου, στις 30 Μαρτίου του 2017 (ημέρα της απαγωγής) είδε περίπου στις 4 παρά το απόγευμα δύο άτομα να στέκονται στο εν λόγω σημείο. Σύμφωνα με την ίδια, παρατήρησε δύο άνδρες που φαινόταν σαν να περιμένουν κάτι. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν ότι ο ένας από τους δύο άνδρες, ο οποίος είχε χαρακτηριστικά Ρομά, φορούσε κοστούμι.

Η Έδρα ζήτησε από τη μάρτυρα να στραφεί προς τα εδώλια των κατηγορουμένων και να τους κοιτάξει, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν αναγνωρίζει κάποιον εξ αυτών. Ωστόσο, η γυναίκα ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει κανέναν από τους κατηγορούμενους.

Άλλη ενδιαφέρουσα μαρτυρία που κατατέθηκε χθες στο ακροατήριο του Α’ Τριμελούς, στα Δικαστήρια Ηρακλείου, ήταν εκείνη ενός γείτονα του Μιχάλη Λεμπιδάκη, στα Κάτω Καλέσα. Όπως ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας, υπάρχει στην περιοχή ένα δρομάκι, το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά από την οικογένειά του και μέλη της οικογένειας Λεμπιδάκη. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, στις 27 Μαρτίου του 2017 (δηλαδή τρεις ημέρες πριν την απαγωγή), είδε στον συγκεκριμένο δρόμο μια κυρία ηλικίας περίπου 48 με 50 ετών μαζί με έναν μελαχρινό κύριο περίπου 55 ετών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι δυο τους είχαν μαζί ένα παιδάκι.

Όπως είπε χθες στο δικαστήριο, ο συγκεκριμένος μάρτυρας τούς ρώτησε «πώς βρεθήκατε εδώ;». Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο τον γείτονα του Μιχάλη Λεμπιδάκη, ο άνδρας φάνηκε σαστισμένος και δεν είπε το παραμικρό, ενώ η γυναίκα τού ζήτησε συγνώμη, λέγοντάς του ότι έκαναν βόλτα το παιδί και ότι βρέθηκαν στο σημείο κατά λάθος. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας ρωτήθηκε από την Έδρα για το αν μπορεί να αναγνωρίσει τον εν λόγω άνδρα στο πρόσωπο κάποιου εκ των κατηγορουμένων. Όντως ο γείτονας του Λεμπιδάκη γύρισε και κοίταξε τους κατηγορούμενους, ωστόσο και η δική του απάντηση ήταν αρνητική.

Εξάλλου, χθες κατέθεσε ως μάρτυρας και άλλη μια γυναίκα. Όπως ανέφερε η τελευταία, την ώρα που κατευθυνόταν με το αυτοκίνητό της από τα Καλέσα προς το Γάζι, είδε ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο και δύο κυρίους να συνοδεύουν έναν τρίτο κύριο. Σύμφωνα με την εν λόγω μαρτυρία, οι δύο πρώτοι, που ήταν εμφανώς ψηλότεροι από τον τρίτο άνδρα, είχαν τον τελευταίο ανάμεσά τους, κρατώντας τον αγκαζέ. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, είδε τους δύο άνδρες να μιλούν στον κοντύτερο, χωρίς να ασκούν βία. Όπως είπε η γυναίκα, δεν παρατήρησε κάποιο όπλο, ενώ ανέφερε ακόμη ότι κανείς από τους τρεις δε φορούσε κουκούλα.
Η μάρτυρας ερωτήθηκε από την Έδρα για το αν αναγνώρισε τον Μιχάλη Λεμπιδάκη ως κάποιο εκ των ατόμων που είδε, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να απαντήσει. Κατόπιν της ζητήθηκε να κοιτάξει τους κατηγορούμενους προκειμένου να δει εάν μπορεί να αναγνωρίσει μεταξύ αυτών κάποιον από αυτούς που συνόδευαν τον Λεμπιδάκη. Η γυναίκα τούς είδε κι εν συνεχεία είπε - και αυτή - ότι δεν αναγνωρίζει κάποιον.

Μια “ανάσα” από τους απαγωγείς

Χθες ξεκίνησαν, εξάλλου, και οι καταθέσεις αστυνομικών που επιχείρησαν σε κάποιο στάδιο της υπόθεσης. Μεταξύ άλλων κατέθεσε αστυνομικός του Τμήματος Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Όπως ανέφερε ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ήταν επιφορτισμένος από την υπηρεσία του, για διάστημα αρκετών μηνών, να βρίσκεται σε συγκεκριμένο τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης στον νομό Ρεθύμνου προς τον νομό Ηρακλείου. Ο λόγος ήταν ότι οι Αρχές είχαν διαπιστώσει - μέσω της ενεργοποίησης κεραιών των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας που βρίσκονται στην επίμαχη περιοχή - ότι σ’ εκείνο το κομμάτι του δρόμου αποστέλλονταν μηνύματα των απαγωγέων προς την οικογένεια.

Όπως ανέφερε ο εν λόγω αστυνομικός, το βράδυ της 6ης Ιουλίου του 2017, την ώρα που συγκεκριμένο αυτοκίνητο κινείτο επί του ΒΟΑΚ, στο τμήμα από το ύψος του Πανόρμου έως το ύψος των Σισών, ενεργοποιήθηκαν οι κεραίες των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας που βρίσκονται στην εν λόγω περιοχή. Ήταν το βράδυ που όντως υπήρξε επικοινωνία μεταξύ απαγωγέων και οικογένειας Λεμπιδάκη μέσω αποστολής γραπτών μηνυμάτων. Κάποια στιγμή, σύμφωνα με τον αστυνομικό, εντοπίστηκε το επίμαχο αυτοκίνητο να εισέρχεται σε έναν παράδρομο παράλληλο του ΒΟΑΚ, και αφού κινήθηκε για λίγο επί του συγκεκριμένου παράδρομου, να εξέρχεται και πάλι στον ΒΟΑΚ. Κάπως έτσι η ΕΛ.ΑΣ. έβαλε στο “στόχαστρο” το συγκεκριμένο αμάξι.

Ειδοποιήθηκε, λοιπόν, η Τροχαία, προκειμένου να σταματήσει το επίμαχο αυτοκίνητο για έλεγχο. Όπως έγινε γνωστό στη συνέχεια, στο αυτοκίνητο επέβαιναν ο 47χρονος Ρεθυμνιώτης (αυτός που ο Λεμπιδάκης αποκαλούσε «παππού») ως οδηγός, ο 23χρονος Σφακιανός ως συνοδηγός, ενώ στο πίσω κάθισμα καθόταν ο 45χρονος Ρεθυμνιώτης. Το αυτοκίνητο σταμάτησε στον έλεγχο και οι τρεις άνδρες προσήχθησαν από την ΕΛ.ΑΣ. για εξακρίβωση στοιχείων. Ωστόσο, αυτό που έκανε εντύπωση στους αστυνομικούς ήταν ότι κανείς εκ των τριών δεν έφερε μαζί του κινητό τηλέφωνο.

Τις ώρες που ακολούθησαν, όπως ανέφερε χθες ο μάρτυρας αστυνομικός, έγινε “φύλλο και φτερό” η επίμαχη περιοχή, προκειμένου να εντοπιστεί κάποιο κινητό τηλέφωνο. Όντως μερικές ώρες μετά, η Αστυνομία κατάφερε να βρει μια συσκευή κινητού τηλεφώνου, η οποία, ωστόσο, ήταν κατεστραμμένη. Ας σημειωθεί ότι από το εν λόγω κινητό είχε αφαιρεθεί η κάρτα SIM. Όπως πρόσθεσε, πάντως, ο αστυνομικός, εν συνεχεία, πάνω στη διαλυμένη συσκευή εντοπίστηκε αποτύπωμα του 24χρονου από τα Σφακιά.

Το ξέσπασμα του κατηγορούμενου

Επισημαίνεται ότι, κατά τη διάρκεια της εξέτασης του συγκεκριμένου αστυνομικού, ο 45χρονος Ρεθυμνιώτης “ξέσπασε”, με αποτέλεσμα η ένταση στην αίθουσα του δικαστηρίου να χτυπήσει “κόκκινο”. Την ώρα που ένας εκ των συνηγόρων υπεράσπισης ρώτησε τον αστυνομικό αναφορικά με τη σύλληψη του 45χρονου, ο τελευταίος αντέδρασε και φώναξε απευθυνόμενος προς τον αστυνομικό «λέτε ψέματα! Είμαι άδικα στη φυλακή εδώ και 14 μήνες!». Η ένταση γενικεύτηκε, καθώς ακούστηκαν κι άλλες φωνές στην αίθουσα, με αποτέλεσμα η Έδρα να διακόψει τη συνεδρίαση για περίπου μισή ώρα.
Με την επανέναρξη της δίκης, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Έδρα τον λόγο για να κάνει μια δήλωση. «Δε θα κάνετε εσείς δήλωση, θα κάνω εγώ: Αν άλλη φορά συνεχίσετε να θορυβείτε, θα αναγκαστώ να σας αποβάλω από την αίθουσα», ανέφερε με νόημα η πρόεδρος της Έδρας. Αμέσως μετά ο εν λόγω κατηγορούμενος ζήτησε συγνώμη από την Έδρα για την αναστάτωση, συμπληρώνοντας - μεταξύ άλλων - ότι «οι ανθρώπινες αντοχές έχουν τα όριά τους».

«Έχετε Αλτσχάιμερ;»

Ωστόσο, εμφανής εκνευρισμός επικράτησε χθες και στην Έδρα με αφορμή την κατάθεση άλλου αστυνομικού. Ο συγκεκριμένος αστυνομικός - επίσης του Τμήματος Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος - προκάλεσε με τα όσα... δεν έλεγε την αντίδραση εφετών και εισαγγελέα. «Μην ξεχνάτε ότι είστε αστυνομικός!», είπε, μεταξύ άλλων, η προεδρεύουσα εφέτης απευθυνόμενη στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Σε ερωτήσεις της Έδρας προς τον τελευταίο, εκείνος απάντησε ότι δε θυμάται, με αποτέλεσμα να υπάρξει αντίδραση και από την πλευρά της εισαγγελέως της Έδρας. «Έχετε Αλτσχάιμερ;», ρώτησε απορημένη η αντιεισαγγελέας Εφετών Ανατολικής Κρήτης. Το “σφυροκόπημα” της Έδρας προς τον μάρτυρα αστυνομικό συνεχίστηκε: «Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνετε αυτό. Έχετε ξανακάνει το ίδιο πράγμα, άλλες δύο φορές, και πάλι σε σοβαρές υποθέσεις», είπε η πρόεδρος της Έδρας, η οποία πρόσθεσε ότι θα τον αναφέρει στην υπηρεσία του.

Λαλίστατος αστυνομικός

Σε αντίθεση με τον συνάδελφό του, ο τέταρτος αστυνομικός - και τελευταίος μάρτυρας για τη χθεσινή συνεδρίαση - που κατέθεσε ήταν λαλίστατος. Ο συγκεκριμένος αστυνομικός της Ομάδας Ειδικών Αποστολών Κρήτης έκανε λεπτομερή αναφορά στις επιχειρήσεις παρακολούθησης ύποπτων ατόμων, στις οποίες πήρε μέρος, μετά το συμβάν της 6ης Ιουλίου, οπότε και ο κλοιός των Αρχών άρχισε να στενεύει γύρω από τους απαγωγείς. Ειδικότερα, ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στην παρακολούθηση υπόπτων στην Ίμπρο, αλλά και τον Βρασκά, στην ευρύτερη περιοχή των Σφακίων.
Μεταξύ άλλων, ο άνδρας της Ομάδας Ειδικών Αποστολών Κρήτης αναφέρθηκε και στη συνάντηση που είχαν κάποιοι από τους κατηγορούμενους με άλλα άτομα σε σπίτι στον Βρασκά. Σημειώνεται ότι μεταξύ των ατόμων που παρευρέθηκαν στη συνάντηση βρισκόταν και άτομο το οποίο έχει καταδικαστεί για την εμπλοκή του στην υπόθεση απαγωγής του εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλου. Εκτός από το συγκεκριμένο άτομο και άλλους δύο ντόπιους, στην εν λόγω συνάντηση ήταν παρόντες ο 24χρονος Σφακιανός, ο 49χρονος Ρεθυμνιώτης - που είναι ελεύθερος με περιοριστικούς όρους - και ίσως ο 45χρονος Ρεθυμνιώτης, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του μάρτυρα αστυνομικού.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινήσεις των εν λόγω ατόμων - κάποια από τα οποία πέρασαν μόλις τρία μέτρα μακριά από τους κρυμμένους αστυνομικούς - υποδήλωναν ότι πρόκειται για μυστική συνάντηση. Ειδικότερα, όπως είπε, μπαίνοντας στον δρόμο που βρίσκεται το οίκημα, οι ύποπτοι έκλειναν τους προβολείς των οχημάτων τους. Επίσης, την ώρα που μπήκαν και βγήκαν από το σπίτι, κοιτούσαν προσεκτικά αριστερά-δεξιά. Όταν ερωτήθηκε από την Έδρα για το αν θα μπορούσε στο εσωτερικό του σπιτιού να βρίσκεται ο Μιχάλης Λεμπιδάκης, ο αστυνομικός απάντησε ότι θα μπορούσε, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να γνωρίζει το τι συνέβαινε μέσα στο σπίτι. Η ίδια ακριβώς απάντηση δόθηκε από τον αστυνομικό όταν ερωτήθηκε για το αν το εν λόγω οίκημα θα μπορούσε να είναι ένα από τα κρησφύγετα όπου κρατούσαν τον Λεμπιδάκη.

Η έφοδος

Τέλος, ο αστυνομικός, ο οποίος ήταν παρών στην επιχείρηση απελευθέρωσης του Μιχάλη Λεμπιδάκη, αναφέρθηκε και στην “έφοδο” στη μάντρα ανταλλακτικών, στο Ρέθυμνο. Όπως είπε ο μάρτυρας, όταν εισέβαλαν στον χώρο, βρήκαν ξαπλωμένο στον καναπέ τον 41χρονο Βορειοελλαδίτη κατηγορούμενο και τον συνέλαβαν αμέσως, χωρίς εκείνος να προλάβει να κάνει το παραμικρό. Όπως ανέφερε, εξάλλου, ο αστυνομικός, δεν εντοπίστηκε κάποιο όπλο.
Στη συνέχεια, ανέβηκαν τη σκάλα και φώναξαν το όνομα του Μιχάλη Λεμπιδάκη, με τον τελευταίο να τους απαντά. Οι αστυνομικοί τον ρώτησαν αμέσως μετά εάν υπάρχει άλλο άτομο στο δωμάτιο όπου κρατείτο κι εκείνος τους απάντησε αρνητικά, με αποτέλεσμα η Αστυνομία να εισβάλει στο «μικροσκοπικό» δωμάτιο. Όπως είπε χθες ο εν λόγω μάρτυρας, ο Μιχάλης Λεμπιδάκης ήταν ξύπνιος, και το πόδι του ήταν δεμένο με αλυσίδα. «Ήταν αδύναμος, απεριποίητος, αλλά εμφανώς χαρούμενος που μας είδε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο αστυνομικός, ο οποίος ενθυμούμενος τις στιγμές που ο ίδιος και οι συνάδελφοί του απελευθέρωσαν τον 54χρονο επιχειρηματία χαμογέλασε και ο ίδιος.

Σχόλια