Κρήτη

Η φτήνια «τρώει» τον παρά: Στα ύψη το κόστος ζωής

Χορταίνουν με λιγότερα χρήματα οι Κρητικοί καταναλωτές, αλλά δεν προσέχουν την ποιότητα

Όλο και πιο κάτω πέφτουν οι μισθοί και οι συντάξεις από το 2010 και μετά, με την ακρίβεια να αυξάνεται δυσανάλογα με την αγοραστική αξία των πολιτών, που μειώνεται δραματικά, ιδιαίτερα δε των πιο ευπαθών ομάδων εργαζομένων και φυσικά των άνεργων συνανθρώπων μας.

Εξαιτίας όμως της συνεχούς πτώσης της αγοραστικής κίνησης, οι καταναλωτές στρέφονται σε όλο και πιο φτηνά είδη, τα οποία ουσιαστικά τους «τρώνε» τα λεφτά, αφού «χαλάνε» εύκολα και δεν είναι επιδιορθώσιμα, με αποτέλεσμα να αγοράζουν συνεχώς νέο και έτσι να ξοδεύουν όλο και περισσότερα χρήματα.

Δυστυχώς, ανάλογες περιπτώσεις καταγράφονται και στα τρόφιμα.

Οι καταναλωτές στρέφονται σε προϊόντα αμφιβόλου ποιότητας και συστατικών, που όμως είναι τα λεγόμενα... πιο φθηνά! Στην πραγματικότητα, απλώς χορταίνουν με λιγότερα λεφτά, όμως αυτό δε σημαίνει ότι προστατεύουν και τον οργανισμό τους με καλής ποιότητας τρόφιμα και θρεπτικά στοιχεία.

Η εφημερίδα «Νέα Κρήτη» κατάγραψε ενδιαφέροντα όσο και... απογοητευτικά στοιχεία από την Ένωση Καταναλωτών Ηρακλείου, που αναφέρουν ότι η μέση μείωση των μισθών και των συντάξεων για όλους τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους δεν είναι μικρότερη από το 30% με 35% σε σχέση με το 2010, ενώ η μέση μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών δεν είναι μικρότερη του 50%, με το κόστος των καυσίμων τα τελευταία χρόνια να έχει επιβαρύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών!

Μιλώντας στην εφημερίδα ο πρόεδρος της Ένωσης Καταναλωτών Ηρακλείου Νίκος Τζανάκης, μετέφερε την εκτίμηση ότι ένα μέσο ποσοστό αύξησης της ακρίβειας από το 2010 και μετά δεν πέφτει κάτω από το 10 με 15%, με τα βιομηχανικά είδη και τα καύσιμα να έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Σε ό,τι αφορά τα οπωροκηπευτικά, στην παρούσα φάση, λόγω της παρατεταμένης καλοκαιρίας και της αφθονίας τους στην αγορά, δεν έχουμε σημαντικές μεταβολές στις τιμές προς τον καταναλωτή.

«Υπάρχει μια, ας πούμε, σταθερότητα λόγω των καλών καιρικών συνθηκών. Υπάρχουν όμως μορφές δαπανών, όπως είναι στα βιομηχανικά αγαθά και στην ενέργεια, όπως είναι η βενζίνη και το πετρέλαιο θέρμανσης, όπου έχουμε μια μεταβολή η οποία προστίθεται στις ανάγκες του νοικοκυριού, με αποτέλεσμα να ρίχνουν το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών. Και να προσθέσουμε σε αυτό και το γεγονός ότι αυτή την εποχή, από τον Ιούλιο και μετά, που άρχισαν τα νοικοκυριά να αποδίδουν τον ετήσιο φόρο τους (φόρο εισοδήματος και ΕΝΦΙΑ), πραγματικά έχουμε μια δύσκολη περίοδο για τα νοικοκυριά. Και ταυτόχρονα χειροτερεύει την κατάσταση το γεγονός ότι έχουμε και μείωση του οικογενειακού προϋπολογισμού λόγω του ταμείου ανεργίας που μπαίνουν οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, οι οποίοι βλέπουν το μηνιαίο εισόδημά τους να πέφτει κατακόρυφα. Και αν βάλουμε και τις καθυστερήσεις στην καταβολή όλων αυτών των επιδομάτων, μπορείτε να καταλάβετε ότι όλα αυτά συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τη χώρα μας», λέει χαρακτηριστικά ο Νίκος Τζανάκης.

«Την πληρώνουν οι πιο φτωχοί»

Στο ερώτημά μας για τη μέση μείωση του εισοδήματος στη χώρα μας, ο Νίκος Τζανάκης λέει ότι αυτή φτάνει σε ένα ποσοστό γύρω στο 30 με 35%. Αλλά όταν λέμε μέσο ποσοστό, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν νοικοκυριά που έχουν πολύ μεγαλύτερες απώλειες και άλλα μικρότερες.

«Η απώλεια αυτή διαμορφώνεται στο 50%, 60% ή και παραπάνω στις ευάλωτες οικονομικά ομάδες, όπως οι συνταξιούχοι. Οι χαμηλομισθοσυντήρητοι και όλοι αυτοί δεν παρουσιάζουν 30%, αλλά 50%, 60% ή και παραπάνω απώλεια εισοδήματος. Διότι σε αυτούς έχει πέσει το βάρος και από αυτούς τους κλάδους έχει στην ουσία εμπλουτιστεί το τεράστιο ποσοστό ανεργίας», εξηγεί ο πρόεδρος της Ένωσης Καταναλωτών Ηρακλείου.

Στο μεταξύ, ο Νίκος Τζανάκης επισημαίνει ότι το κόστος ζωής παραμένει υψηλό και αυξάνεται.

«Και ειδικά τώρα που υπάρχουν υψηλές τιμές στα καύσιμα, αναμένονται περαιτέρω αυξήσεις σε τιμές καταναλωτικών αγαθών, όπως είναι εισιτήρια και άλλα αγαθά που έχουν να κάνουν με την ενέργεια».

Το κόστος ζωής, σύμφωνα με τον ίδιο, «από το 2010 μέχρι σήμερα πρέπει να έχει αυξηθεί σε ένα ποσοστό 10 με 15%, λόγω των εξελίξεων στη ζωή μας, αλλά και των ανατιμήσεων».

Την ίδια ώρα, όπως αναφέρει ο πρόεδρος της Ένωσης Καταναλωτών Ηρακλείου, «λόγω της αδιαφάνειας της αγοράς και της ανυπαρξίας αντικειμενικής κοστολόγησης των διαφόρων δαπανών, είτε από τις βιομηχανίες που τα παράγουν είτε από τους άλλους κλάδους που παράγουν τα υπόλοιπα αγαθά, αλλά και της αύξησης διαφόρων φορολογικών και άλλων δαπανών προς τις επιχειρήσεις, σχεδόν σε όλα τα αγαθά παρουσιάζεται αύξηση των τιμών».

Συνεχίζοντας, κάνει λόγο για ένα ντόμινο αυξήσεων που προκαλούν η φορολόγηση των επιχειρήσεων, η αύξηση της ενέργειας και η μετακύλιση λειτουργικών ή άλλων δαπανών των επιχειρήσεων στους καταναλωτές.

Η αγοραστική δύναμη του κόσμου

Με βάση όλες αυτές τις δραματικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης και της μείωσης των μισθών, «η αγοραστική δύναμη των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού μπορεί να προσεγγίζει και το 50%», λέει ο Νίκος Τζανάκης. Και συνεχίζει λέγοντας πως την ίδια ώρα «οι άνθρωποι που έχουν οικονομική ευμάρεια στην Ελλάδα και δεν ξεπερνάει το 5% με 6%, δε φαίνεται να έχουν πρόβλημα ως προς τον τρόπο ζωής τους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μάλιστα έχουν βρει τρόπους να βγάζουν περισσότερα χρήματα. Υπάρχει ένα ποσοστό του πληθυσμού, ανθρώπων με ευμάρεια, που εκμεταλλευόμενοι την κρίση όχι μόνο δεν έριξαν τα κέρδη τους και την ποιότητα ζωής τους, αλλά ενδεχομένως βγήκαν και κερδισμένοι!

Συμβουλές: «Να ψωνίζουν παραδοσιακά»

Τι πρέπει όμως να προσέχει ο κόσμος για να μην αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης;

«Να κάνει προσεκτική έρευνα αγοράς. Να μη σπαταλά. Να κόψει τις σπατάλες όπου μπορεί. Να αποκτήσει συνήθειες διατροφικές υγιεινές και σύμφωνα με το κρητικό παραδοσιακό σιτηρέσιο, που είναι κατά κανόνα φτηνότερο, ποιοτικότερο και υγιεινότερο σε σχέση με τα άλλα. Και όσον αφορά τα ηλεκτρικά του, τις συσκευές του κ.λπ. να προτιμά συσκευές που έχουν τη δυνατότητα επιδιόρθωσης και όχι συσκευές που έχουν χαρακτηριστικά πολυτελείας, αλλά όχι τεχνικά χαρακτηριστικά “μακροζωίας”...».

Για τα καύσιμα, τέλος, ο Νίκος Τζανάκης συνιστά στους καταναλωτές «να κάνουν καλές μονώσεις στα σπίτια τους, να μειώσουν όσο μπορούν τις ώρες λειτουργίας των συστημάτων τους και ίσως καταφεύγοντας και σε άλλες μορφές θέρμανσης προσαρμοσμένες στις ανάγκες τους».

Σχόλια