Κρήτη

Παιδιά - «ρομπότ» με… υποχρεώσεις ενηλίκων

Αθλήματα, ξένες γλώσσες, μουσική, χορός... σε ένα ασφυκτικά γεμάτο πρόγραμμα που εγκλωβίζει την παιδικότητα και επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό

Εξωσχολικές δραστηριότητες και όνειρα που μπλέκονται, πονούν, εγκλωβίζουν την παιδικότητα... Όρια που εξαντλούνται, σωματικά, ψυχικά και οικονομικά... Ας ξεκινήσουμε, όμως, από την παραδοχή ότι η όποια προσπάθεια των γονιών έχει στόχο να δώσει στο παιδί όλα εκείνα τα εφόδια που πιστεύουν ότι θα του φανούν χρήσιμα στη ζωή του: ξένες γλώσσες, αθλητισμός, μουσική και ό,τι άλλο πιστεύουν ότι μελλοντικά θα αποτελεί γι’ αυτό παρακαταθήκη γνώσης, δουλειάς... επιβίωσης δηλαδή.

Μόνο που σ’ αυτή την τιτάνια προσπάθεια, στις μέρες μας, εγκλωβίζουμε τα παιδιά μας στο πρόγραμμα υποχρεώσεων που ακολουθούμε ως ενήλικες, και τους εαυτούς μας σε οικογενειακούς προϋπολογισμούς που είναι ελλειμματικοί δώδεκα μήνες τον χρόνο. Βάρος δυσβάστακτο στις περισσότερες των περιπτώσεων, για τους ώμους ανηλίκων και ενηλίκων, που αρχικά παρασύρονται από επιθυμίες, τάσεις, φίλους, αλλά στη συνέχεια δεν μπορούν να απεγκλωβιστούν με ευκολία...

Οι διαπιστώσεις και οι φόβοι των εκπαιδευτικών, οι αγωνίες και τα όνειρα μιας οικογένειας για το σήμερα και τα εφόδια για το αύριο είναι ο οδηγός μας σ’ αυτό το ρεπορτάζ...

«Χάνουν την παιδικότητά τους»

Η Μ.Κ. (επιθυμεί να κρατήσει την ανωνυμία της και για το σχολείο και για τους μαθητές της) είναι δασκάλα σε Δημοτικό του Ηρακλείου. Είναι εκείνη που άνοιξε τη συζήτηση με το Ράδιο 98,4 και την εφημερίδα “Νέα Κρήτη”... «Το εβδομαδιαίο πρόγραμμά τους είναι ασφυκτικά γεμάτο. Μιλάμε με τους γονείς. Σχολείο, ξένη γλώσσα, άθλημα, μουσική, χορός κι άλλες δραστηριότητες... Έχουν υποχρεώσεις ενηλίκων που επιβαρύνουν το σώμα και το μυαλό τους για να τα προλάβουν όλα. Παρουσιάζουν ενίοτε εκρήξεις θυμού, ενώ αρνούνται να ακολουθήσουν το πρόγραμμα σπιτιού και σχολείου. Ο ύπνος τους μπορεί να είναι ταραγμένος. Τα όριά τους τα ξεπερνούν συχνά. Τα ψυχοσωματικά μαρτυρούν τις λέξεις που δεν μπορούν ή φοβούνται να πουν: “κουράστηκα, δε θέλω να πάω, δεν αντέχω”... Οι γονείς ξεχνούν πολλές φορές, στα πλαίσια αγάπης και της προσφοράς για τα παιδιά τους, τα σωματικά-ψυχικά όρια των μικρών. Ξεχνούν ότι χάνουν την παιδικότητά τους. Στη συνέχεια βρίσκουν μπροστά τους προβλήματα και σε κατάσταση πανικού τρέχουν στους ειδικούς...».

«Το ζητά το παιδί»

Να υποστηρίξει την απόφασή της για τις δραστηριότητες του γιου της επιχειρεί η 30χρονη Σ.Σ., μητέρα δύο παιδιών. Νιώθει λίγο θιγμένη με αυτό που λέγεται. «Δεν πίεσα το παιδί μου να ασχοληθεί με κάτι συγκεκριμένο. Εκείνο ήθελε το μπάσκετ και τη μουσική. Η ξένη γλώσσα είναι το αυτονόητο», είπε.

Η Β.Ξ., μητέρα τεσσάρων παιδιών, βάζει στην κουβέντα και το κόστος των δραστηριοτήτων που δεν μπορεί να αρνηθεί σε κανένα της παιδί, τις επιπτώσεις στα οικονομικά της οικογένειας... «Τα χρήματα δε φτάνουν... Το σχολείο αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του, ανοίγει και κλείνει τις πόρτες του μόνο για τα στοιχειώδη, με αποτέλεσμα εγώ κι ο σύζυγός μου να κάνουμε δυο και τρεις δουλειές προκειμένου να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις μόρφωσης και άθλησης των παιδιών μας».

Οι δύο μητέρες ακούν, ωστόσο, προσεκτικά τις κουβέντες της δασκάλας για τα όρια σωματικών, πνευματικών και ψυχικών δυνατοτήτων μικρών και μεγάλων, καθώς, όπως ομολογούν, ούτε τη δική τους κούραση σκέφτονται, ούτε αυτή των παιδιών τους, στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες όλων τους.

Επιβάρυνση

«Είμαι δασκάλα 17 χρόνια», αναφέρει και η Ν.Δ. «Κάθε χρόνο που περνάει διαπιστώνω πως τα παιδιά επιβαρύνονται περισσότερο με εξωσχολικά: ξένες γλώσσες, αθλήματα, μουσικά όργανα... Μπαίνουν σε καθημερινότητα ενηλίκου, προσπαθούν να τα πηγαίνουν καλά σε πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, αλλά αυτό τους προκαλεί στρες που δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν. Πιέζονται περισσότερο. Προσπαθούν, αλλά είναι παιδιά...».

Η Ε.Σ. είχε δύο μαθητές πέρυσι στη Γ’ τάξη του Δημοτικού, «συνεσταλμένα παιδιά», όπως λέει, «επιμελείς στις υποχρεώσεις τους. Κουρασμένα όμως... Χωρίς το κέφι που πρέπει να έχει ένα παιδί στην ηλικία τους. Φίλοι και συμμαθητές στις μεταξύ τους κουβέντες συχνά ανέφεραν ότι τα όρια των αντοχών τους μειώνονταν, καθώς οι γονείς τους τούς υπενθύμιζαν ότι οι κόποι τους έπρεπε να έχουν κι ένα αποτέλεσμα. Όχι για το αύριο και τη ζωή τους», διευκρινίζει η Ε.Σ., «αλλά για το σκορ του αγώνα, την πρωτιά στον διαγωνισμό... “Όνειρό μου είναι να είσαι πάντα πρώτος σε ό,τι κάνεις”, φέρεται να διαμήνυε εντέχνως ο ένας πατέρας στο παιδί του, με το άγχος του παιδιού να εκτινάσσεται στα ύψη, καθώς ο στόχος γι’ αυτό δεν ήταν πια η γνώση, ο αθλητισμός, αλλά η “περηφάνια” του πατέρα»...

Όταν η μάθηση εξελίσσεται σε δοκιμασία

«Στην άσκηση του γονικού τους ρόλου και στην επιθυμία να προσφέρουν ό,τι περισσότερο και καλύτερο μπορούν, αλλά και σκεπτόμενοι ως ενήλικες, προσπερνούν χωρίς πολλή σκέψη τις δυσκολίες που βιώνει ένα παιδί προκειμένου να ανταποκριθεί στο υπερφορτωμένο πρόγραμμα της “μάθησης”. Η μάθηση εξελίσσεται έτσι σε μια διαδικασία δοκιμασίας για το παιδί, το οποίο δοκιμάζει και δοκιμάζεται. Πετυχαίνει, αλλά και απογοητεύεται, αφού πολλές φορές αυτά που έχει να κάνει ξεπερνάνε τα όρια των δυνατοτήτων του», εξηγεί στην πορεία της συζήτησης η σχολική σύμβουλος Ελένη Π. Μαράκη.

«Η οικογένεια, η οποία αποτελεί τον πρωτογενή ανθρώπινο δυναμικό πυρήνα της κοινωνίας, αναλαμβάνει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για την αναπτυξιακή και μαθησιακή πορεία του ανθρώπου, και οι γονείς προσπαθούν να καλύψουν “όλες” τις ανάγκες των παιδιών τους, επιδιδόμενοι σε μια υπερπροσπάθεια κόπου και χρόνου.

Στην περίπτωση της μάθησης, είτε μέσα είτε έξω από το σχολικό πρόγραμμα, οτιδήποτε ξεπερνάει αυτά τα όρια προκαλεί αντιπάθεια, αδιαφορία, παραίτηση και φθορά της ψυχικής υγείας.

Αν δοκιμάσουμε, ο καθένας από εμάς, να φανταστούμε τον εαυτό μας στην κατάσταση αυτής της ιδιότυπης δοκιμασίας, την οποία ο κόσμος των ενηλίκων ονομάζει “ξένοιαστη παιδική ηλικία”, θα καταλάβουμε γιατί όλο και περισσότερα παιδιά σήμερα συμπεριφέρονται “περίεργα”.

Είναι επιθυμία και επιλογή των παιδιών όλα όσα κάνουν το απόγευμα; Είναι ελκυστικές και έχουν ενδιαφέρον για τα ίδια οι δραστηριότητές τους; Ανταποκρίνονται στις δικές τους ικανότητες και ικανοποιούν τις ανάγκες τους, ή μήπως τελικά είναι επιλογές που δικαιολογούν την πρόθεση των γονιών για προσφορά ευκαιριών και πολλές φορές ικανοποιούν τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες των ίδιων;

Θα πρέπει πολύ σοβαρά οι γονείς να σκεφτούν και να αποφασίσουν από πολύ νωρίς τι είναι ωφέλιμο για τα δικά τους παιδιά. Τι θέλουν τα ίδια και τι μπορούν να κάνουν. Η υπερ-απασχόληση και υπερφόρτωση των παιδιών σήμερα εκφράζονται στην αρνητική συμπεριφορά τους και τη μειωμένη διάθεση για πραγματική μάθηση».

Η Μ.Κ. “διαβάζει”, όπως λέει, στη Β’ τάξη του Δημοτικού. «Είχα μια μαθήτρια πέρυσι στην τάξη που την πονούσαν συνεχώς τα ποδαράκια της», θυμάται. «Τα δακτυλάκια της συγκεκριμένα. Η μεγάλη της αγάπη ήταν το μπαλέτο. Αντί να παίζει και να τρέχει στα διαλείμματα, προτιμούσε το παγκάκι. Μίλησα με τους γονείς της και έμαθα ότι το παιδί ζήτησε να ακολουθήσει την αγάπη του τον χορό. Οι γονείς απλά ακολούθησαν τα “βήματά” της...».

Εκπαιδευτικός και η Σ.Κ., που σημειώνει ότι υπάρχει και εκείνη η άλλη όψη του νομίσματος, σημειώνοντας: «Χαίρομαι να βλέπω γονείς που παρατηρούν προσεκτικά και καταγράφουν τα δυνατά κι αδύναμα σημεία των παιδιών τους. Γονείς που τα αφήνουν να είναι παιδιά και τα οδηγούν ανάλογα με τις δυνατότητές τους και τις κλίσεις τους σε δραστηριότητες που θέλουν και στις οποίες μπορούν να αντεπεξέλθουν. Που θέτουν ως προτεραιότητα την ψυχική υγεία του παιδιού τους, αντί της μόδας ή της ανταγωνιστικότητας μεταξύ ανηλίκων και ενηλίκων».

Στο ίδιο μαγγανοπήγαδο και οι ενήλικες

Μόδα, ανταγωνιστικότητα, τάσεις, πόδια που τρέμουν από κούραση, υπερφορτωμένο πρόγραμμα, αϋπνία, νευρικότητα, κόπωση, ευερεθιστότητα... πλήττουν και τους ίδιους τους γονείς, χωρίς να ξέρουν ποιος είναι τελικά ο κερδισμένος. Σε πολλές των περιπτώσεων το μαρτυρούν κι οι ίδιοι...

Η Κ.Σ., μητέρα τριών παιδιών στο Δημοτικό, μας λέει: «Ξεκινάμε το πρωί από το σπίτι και επιστρέφουμε το βράδυ, όλοι μας. Από Δευτέρα έως και Παρασκευή, μετά το μεσημεριανό φαγητό βρίσκομαι στους δρόμους προκειμένου να προλάβω τις δραστηριότητες και των τριών, παράλληλα με το διάβασμα. Το Σάββατο είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο σε αυτές και μένει η Κυριακή για να ασχοληθούμε με τα του οίκου μας. Διαπιστώνω ότι δε “βγαίνει”...».

Όπως λέει ο Δ.Κ., πατέρας δύο κοριτσιών στο Δημοτικό, «η μία ασχολείται με τον αθλητισμό και κάνει μαθήματα μουσικής και ζωγραφικής, ενώ το ίδιο θέλει να κάνει και η δεύτερη, βλέποντας την αδελφή της. Τα οικονομικά μας δεν αντέχουν τα πάντα όλα..! Πώς βάζεις όρια προκειμένου να μην αδικήσεις κανένα παιδί; Τελικά και για τις ίδιες είναι χρήσιμα όλα αυτά; Εμείς μέσα σε αυτή την κίνηση δε μένουμε ποτέ με τον εαυτό μας. Το αφήνουμε όλο αυτό να μας εξαντλεί και τελικά συμπεριφερόμαστε και χειριζόμαστε τον χρόνο των παιδιών μας με τον τρόπο που μεταχειριζόμαστε εμάς»...

Ίσως δεν έχουμε δικαίωμα να δημιουργούμε παιδιά-ενήλικες, ούτε παιδιά- “ρομπότ”.

«Η ενασχόληση των παιδιών με εξωσχολικές δραστηριότητες, αναμφίβολα, αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην κοινωνικοποίησή τους, στην περαιτέρω εξέλιξή τους και, εντέλει, στη διαμόρφωση μιας υγιούς προσωπικότητας. Πολλές φορές, όμως, παρατηρείται μια λανθάνουσα πρακτική που λειτουργεί επιβαρυντικά στο ίδιο το παιδί», μας λέει ο κοινωνικός λειτουργός Γιώργος Σαριδάκης, στον οποίο απευθυνθήκαμε.

Συγκεκριμένα, «η καθ’ υπερβολήν ένταξη του παιδιού σε νέες δραστηριότητες και η ολοκληρωτική κάλυψη του εξωσχολικού χρόνου - ενίοτε - δημιουργεί πιθανότητες δυσκολιών, όπου την ίδια στιγμή που το αυστηρό αυτό πρόγραμμα στοχεύει στη μετέπειτα αυτονόμηση του παιδιού, οδηγεί - κατά περίσταση - στην εμφάνιση σημείων συναισθηματικής καταπίεσης και ματαιώσεων.

Συνήθως, μια τέτοια συμπεριφορά των γονιών συνδέεται ως επί το πλείστον με την άμετρη αγωνία και το ενδιαφέρον τους για το μέλλον των παιδιών, καθώς και με την τάση ικανοποίησης (ευχαρίστησης) του παιδιού ή αποφυγή οιουδήποτε αισθήματος αποστέρησης, ενώ σε ελάχιστες περιπτώσεις με απομάκρυνση σε ό,τι αφορά την ευθύνη του παιδιού.

Οι γονείς θεωρείται χρήσιμο να βρίσκονται κοντά στα παιδιά και μέσα από κατάλληλη προσέγγιση να εξετάζουν τι τους λείπει πραγματικά και ποιο κρίνεται ως αναγκαίο, χωρίς υπερβολές ή την οποιαδήποτε επιβολή.

Καταλήγοντας, ίσως δεν έχουμε δικαίωμα να στερούμε από τα παιδιά την ελευθερία και την ανεμελιά της παιδικής νιότης, ούτε να προτάσσουμε ένα μοντέλο που έγκειται σε παιδιά-ενήλικες ή παιδιά- “ρομπότ” με προκαθορισμένες εντολές για εκτέλεση. Ίσως χρειάζεται να ενισχύουμε, τελικά, και όχι να δυσκολεύουμε την ανόθευτη έκφραση της παιδικότητας».

«Τα “θέλω” των γονιών επιβάλλονται στα παιδιά»

Οι ενοχές μας μάς ωθούν στο να ψυχοπιέσουμε τα παιδιά μας να παρακολουθήσουν σωρό από εξωσχολικές δραστηριότητες...

«Έχοντας οι γονείς μεγαλώσει σε εποχές που η μόνη εξωσχολική δραστηριότητα περιοριζόταν στο μάθημα των Αγγλικών, προβάλλουν τα δικά τους “θέλω”, τις δικές τους επιθυμίες, τις δικές τους ανεκπλήρωτες ανάγκες στα παιδιά τους, θεωρώντας, λανθασμένα, ότι τα ίδια τις έχουν ανάγκη», επισημαίνει ο κλινικός ψυχολόγος Νίκος Παπανικολάου.

«Σίγουρα ένα άλλο κίνητρο που καλλιεργεί αυτού του είδους τις συμπεριφορές είναι και η ενοχικότητα: αυτή που μας προτρέπει να γράψουμε τα παιδιά μας σε δυσβάστακτες και πολλές φορές αδιάφορες για αυτά δραστηριότητες», συνεχίζει.

Ίσως στη σημερινή στρεσογόνο καθημερινότητα της οικονομικής - και όχι μόνο - κρίσης, που είναι παρούσα σε πείσμα των όσων για το αντίθετο διατείνονται οι πολιτικοί μας, εμείς οι γονείς έχουμε περισσότερο από ποτέ την ανάγκη να χαλαρώσουμε και να ρίξουμε τους ρυθμούς μας. Να εκτιμήσουμε την αξία των σχέσεών μας στη ζωή με τα παιδιά μας και ύστερα την ειδική ανάγκη για πλήθος δραστηριοτήτων. Ίσως έτσι τα προικίσουμε με σημαντικότερα εφόδια στη ζωή τους και διασφαλίσουμε τη δική μας “εύθραυστη” ψυχική υγεία και όχι με το να γινόμαστε σοφέρ τους».

Σχόλια