Κρήτη

Στο «τραπέζι» του Περιφερειακού Συμβουλίου οι υδρογονάνθρακες

Αύριο η γνωμοδότηση του Σώματος για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων

Στο “τραπέζι” του Περιφερειακού Συμβουλίου Κρήτης έρχεται αύριο, Δευτέρα 8 Οκτωβρίου, το τεράστιο για την Κρήτη και την Ελλάδα κεφάλαιο που λέγεται... υδρογονάνθρακες!

Κατά τη συνεδρίαση του, που έχει οριστεί για τις 2 το μεσημέρι της Δευτέρας, το Σώμα θα συζητήσει και θα γνωμοδοτήσει επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στο έργο “Εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές νοτιοδυτικά και δυτικά της Κρήτης”. Μελέτης, σημειωτέον, η οποία κάνει εμφατικά λόγο για σημαντικούς δείκτες παρουσίας υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, και εν προκειμένω στα δύο θαλάσσια οικόπεδα που είναι προς παραχώρηση για έρευνα-αξιοποίηση ορυκτού πλούτου στην Κοινοπραξία ExxonΜobil, Total και ΕΛ.ΠΕ.

Η συζήτηση στο Περιφερειακό Συμβούλιο (κάτι που ήταν και αίτημα του επικεφαλής της “Λαϊκής Συσπείρωσης” Στέλιου Ορφανού, που ζήτησε γνωμοδότηση από το Συμβούλιο και όχι την Επιτροπή Περιβάλλοντος) αναμένεται αν μη τι άλλο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η εισήγηση των υπηρεσιών της Περιφέρειας είναι θετική απέναντι στη μελέτη.

Ο αρμόδιος πολιτικός εισηγητής, εν προκειμένω ο αντιπεριφερειάρχης Περιβάλλοντος-Χωροταξίας Νίκος Καλογερής, αντικρίζει με θετική ματιά τη μελέτη, θεωρώντας πως έχει μια σωστή βάση και υπόβαθρο. Έχει ωστόσο διαπιστώσει και ορισμένα προβληματικά σημεία ή κενά, τα οποία και θα αναπτυχθούν ενώπιων του Συμβουλίου.

Θα πρέπει λοιπόν να περιμένουμε να δούμε τι απόψεις, επισημάνεις, παρατηρήσεις ή ενστάσεις τυχόν εκφραστούν στη συνεδρίαση, με την τελική απόφαση (όποια κι αν είναι) να έχει πάντως γνωμοδοτικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα.

Για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) στο έργο εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στις θαλάσσιες περιοχές νοτιοδυτικά και δυτικά της Κρήτης έχει γνωμοδοτήσει αρνητικά το Δημοτικό Συμβούλιο Πλατανιά.

Το Δ.Σ. έκανε δεκτή την εισήγηση του δημάρχου Πλατανιά Γιάννη Μαλανδράκη για αρνητική γνωμοδότηση, λόγω της «ελλιπούς τεκμηρίωσης αυτής σε ό,τι αφορά τη μη επαρκή διασφάλιση της εξόρυξης των υδρογονανθράκων». Στην αρνητική γνωμοδοτική απόφαση γίνεται λόγος για «ελλοχεύοντα κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος και ρύπανσης που θα επιφέρει καταστροφικές περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για την περιοχή μας και τη χώρα ολόκληρη, δεδομένου του πρωτεύοντος ρόλου του τουριστικού τομέα στη διαμόρφωση του ΑΕΠ της χώρας μας».

Την ανησυχία αυτή ο Δήμος Πλατανιά αναφέρει ότι επιτείνει και η αρνητική γνωμοδότηση επί της ΣΜΠΕ του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω ΣΜΠΕ «παρουσιάζει μεγάλες ελλείψεις σε ό,τι αφορά τη σεισμικότητα της περιοχής ενδιαφέροντος...».

Οι ενστάσεις του Γεωδυναμικού

Για τις επιφυλάξεις και ενστάσεις εκ μέρους του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών είχαμε γράψει αναλυτικά πριν από λίγο καιρό εδώ στην εφημερίδα “Νέα Κρήτη”. Όπως είχαμε γράψει, με ανοικτή επιστολή προς τους αρμόδιους κρατικούς φορείς και την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων, ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, καθηγητής Άκης Τσελέντης, κοινοποίησε τις παρατηρήσεις του Ινστιτούτου στη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων σχετικά με την έρευνα υδρογονανθράκων νοτιοδυτικά και δυτικά της Κρήτης.

Στην επιστολή του ο κ. Τσελέντης χτύπησε ευθέως “καμπανάκι”, επισημαίνοντας πως η παρούσα ΣΜΠΕ παρουσιάζει «μεγάλες ελλείψεις σε ό,τι αφορά τη σεισμικότητα της περιοχής ενδιαφέροντος, αφού δεν έχει λάβει καθόλου υπόψη της κρίσιμα ερευνητικά αποτελέσματα σχετικά με την επαναληψιμότητα των μεγάλων (M≥8) σεισμών στη θαλάσσια περιοχή νοτιοδυτικά και δυτικά της Κρήτης».

Καταγραφή πιθανών κινδύνων

Για σημαντικούς δείκτες παρουσίας υδρογονανθράκων κάνει λόγο η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των ερευνών για υδρογονάνθρακες, στη θαλάσσια περιοχή δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, η οποία και τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων.

Η μελέτη περιλαμβάνει εκτενή καταγραφή των χαρακτηριστικών της περιοχής, αναλύει τους πιθανούς κινδύνους κατά τη διάρκεια των ερευνών ή/και της εκμετάλλευσης και υποδεικνύει μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για την ασφάλεια της περιοχής. Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη υδρογονανθράκων, επισημαίνεται ότι «η παρουσία των λασποηφαιστείων κατά μήκος της ζώνης καταβύθισης και η εμφάνιση ενός μεγάλου αριθμού συμπλεγμάτων λεπιώσεων και πτυχώσεων» αποτελούν σημαντικούς δείκτες παρουσίας υδρογονανθράκων στην περιοχή. Τονίζεται ακόμη ότι «τα λασποηφαίστεια που βρίσκονται μέσα στην ελληνική ΑΟΖ εκπέμπουν φυσαλίδες φυσικού αερίου», ότι «σε χώρους σύγκρουσης λιθοσφαιρών πλακών... δε θα πρέπει κατά κανόνα να αναμένουμε ύπαρξη γιγαντιαίων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, αλλά, αντίθετα, ο συνολικός όγκος συσσωρευμένων αποθεμάτων στο σύνολο των πιθανών επιμέρους γεωλογικών παγίδων θα μπορούσε να είναι σημαντικός». Σύμφωνα με τη μελέτη, οι μεγαλύτερες περιβαλλοντικές προκλήσεις που αναδύονται από την υλοποίηση του προγράμματος σχετίζονται με:

- Τον υποθαλάσσιο θόρυβο ο οποίος ενδέχεται να επηρεάσει κυρίως τα κητώδη είδη και είναι δυσκολότερα διαχειρίσιμος από τον θόρυβο από ένα αντίστοιχο χερσαίο πρόγραμμα.

- Τη μεταφορά, την ασφαλή αποθήκευση και διάθεση ουσιών που θα χρησιμοποιηθούν για την υλοποίηση του προγράμματος, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της περιοχής του έργου, π.χ. μεγάλα θαλάσσια βάθη.

- Τη διαχείριση των παραγόμενων υγρών και στερεών αποβλήτων.

- Τον περιορισμό των εκπομπών αέριων ρύπων.

- Την αποφυγή της ατυχηματικής ρύπανσης.

Ειδικά για το τελευταίο, δηλαδή το ενδεχόμενο διαρροής και πετρελαιοκηλίδας, η μελέτη επιτάσσει την εκπόνηση σχεδίων έκτακτης ανάγκης που θα καλύπτουν τις διαδικασίες καθαρισμού σε περίπτωση διαρροής...

Σχόλια