Κρήτη

Ανοιχτή πληγή ο σχολικός εκφοβισμός - Τι λένε οι ειδικοί

Τις τελευταίες ημέρες, ένα ζήτημα που μονοπωλεί την επικαιρότητα είναι η αυτοκτονία ενός μαθητή μόλις 15 ετών. Ο ανήλικος βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στην Αργυρούπολη, ενώ η αιτία που τον οδήγησε στην αυτοχειρία ήταν ο σχολικός εκφοβισμός που του ασκούσαν κάποιοι συμμαθητές του.

Λίγο πριν πεθάνει, ο 15χρονος άφησε ένα σημείωμα στους γονείς του, όπου εξηγούσε τι περνούσε στο σχολείο, ενώ κατονόμασε 6 συμμαθητές του ως ηθικούς αυτουργούς. Αυτοί οι 6 ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, οι υπεύθυνοι που τον οδήγησαν στην τέλεση αυτής της πράξης.

Ενδεικτικό της κατάστασης στην οποία βρισκόταν ο άτυχος 15χρονος ήταν η φράση που έγραψε «καταστρέψτε τους όπως με κατέστρεψαν». Στο ίδιο σημείωμα το αγόρι έγραψε ότι αγαπάει τη μητέρα, τον πατέρα και τον αδελφό του.

Η “Νέα Κρήτη” επικοινώνησε με την ψυχολόγο Εύα Αδαμάκη και την κοινωνιολόγο-σχολικό σύμβουλο Ελένη Μαράκη, οι οποίες μας έδωσαν τις ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις του κοινωνικού εκφοβισμού.

Η κ. Αδαμάκη αρχικά αναφέρθηκε στη διαφορετικότητα. Η λεκτική, κοινωνική και ηλεκτρονική επιθετικότητα κατευθύνεται προς τα παιδιά εκείνα που είναι αδύναμα σωματικά ή ψυχολογικά. Αυτά τα παιδιά είναι οι αποδέκτες τέτοιων συμπεριφορών.
«Η διαφορετικότητα συνήθως τραβάει τα βλέμματα και, δυστυχώς, τις περισσότερες φορές όχι με καλή πρόθεση. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του σχολικού εκφοβισμού. Η επιθετικότητα κατευθύνεται προς τα άτομα που φαίνονται αδύναμα σωματικά ή ψυχολογικά και λόγω της διαφορετικότητας αυτής βιώνουν μια επαναλαμβανόμενη και απρόκλητη κατάχρηση εξουσίας. Αυτού του είδους η κατάχρηση εξουσίας μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως σωματική (χτυπάω, κλοτσάω, φτύνω, καταστρέφω πράγματα, σπρώχνω, κλέβω, κρύβω κ.ά.), λεκτική (βρίζω, προσβάλλω, χειρονομίες, σεξουαλικά υπονοούμενα κ.ά.), κοινωνική (εκβιάζω, απειλώ, απαιτώ χρήματα ή πράγματα, διαδίδω φήμες, απομονώνω κοινωνικά κ.ά.) και, στις μέρες μας, ηλεκτρονική (δημοσίευση φωτογραφιών ή βίντεο χωρίς άδεια, ψεύτικη ταυτότητα για εκμαίευση πληροφοριών με στόχο τη γελοιοποίηση κ.ά.)», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η κ. Αδαμάκη υποστηρίζει πως το σημαντικότερο κομμάτι που πρέπει να αναγνωριστεί στο φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι οι παράγοντες εκείνοι που θα κάνουν το παιδί να είναι επιθετικό απέναντι στα άλλα. Με άλλα λόγια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι παράγοντες που κάνουν τον θύτη να διαδραματίσει το συγκεκριμένο ρόλο και να στραφεί έτσι έναντι του θύματος.

Η κ. Αδαμάκη αναφέρθηκε στον κυριότερο παράγοντα, που είναι η ίδια η οικογένεια.

«Απ’ όλους αυτούς τους παράγοντες, τον κυρίαρχο ρόλο κατέχει, ωστόσο, συνήθως η οικογένεια. Μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας συναντάμε αυταρχικούς γονείς, που χρησιμοποιούν τη βία ως μέσο επίλυσης των προβλημάτων, ενώ αρκετές φορές η έλλειψη ορίων εκλαμβάνεται ως αδιαφορία από τα παιδιά, με αποτέλεσμα να νιώθουν συναισθηματική παραμέληση. Η σχέση του παιδιού με όλα τα μέλη της οικογένειας είναι απαραίτητο να είναι ισορροπημένη, διότι μέσα από αυτή μπορούν να αναπτύξουν το αίσθημα της ασφάλειας και της προσωπικής επάρκειας. Επίσης, η οικογένεια είναι υπεύθυνη για την αγωγή των παιδιών, τις αξίες, τους κανόνες και τον τρόπο ζωής. Έχει, μάλιστα, παρατηρηθεί ότι στην πλειονότητά τους τα παιδιά που τιμωρούνται για άσχημη συμπεριφορά προέρχονται από διαλυμένες ή αποδιοργανωμένες οικογένειες και ζουν σε ένα διαταραγμένο περιβάλλον με ενδοοικογενειακές συγκρούσεις».

Η “Νέα Κρήτη” μίλησε και με την κοινωνιολόγο-σχολικό σύμβουλο κ. Ελένη Μαράκη, θέτοντάς της το ερώτημα εάν η σημερινή κρίση των φορέων κοινωνικοποίησης οδηγεί στη διόγκωση του φαινομένου του σχολικού εκφοβισμού.
Η κ. Μαράκη ανέφερε χαρακτηριστικά: «Για να αποδώσουμε τη διόγκωση του φαινομένου στην κρίση των φορέων κοινωνικοποίησης θα πρέπει να μιλήσουμε με στατιστικά στοιχεία. Θεωρητικά όμως και εμπειρικά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι, όταν οι βασικοί φορείς κοινωνικοποίησης δυσλειτουργούν, η εμφάνιση αρνητικών επιπτώσεων στα άτομα είναι αναπόφευκτη. Έτσι, το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, όπως εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας, φαίνεται να αποτελεί ένα σύνθετο και δύσκολο προς επίλυση φαινόμενο, το οποίο σχετίζεται με πολλά άλλα κοινωνικά προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Γι’ αυτό χρειάζεται η Πολιτεία να προχωρήσει σε ένα σοβαρό σχεδιασμό εξειδικευμένων προγραμμάτων και ταυτόχρονα να προκαλέσει πολύπλευρες συνεργασίες φορέων, προκειμένου να αντιμετωπίζονται άμεσα τα εκδηλωμένα περιστατικά.

Κυρίως όμως θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στην πρόληψη, αναπτύσσοντας σοβαρές παρεμβάσεις πρόληψης και επιρροής της κοινωνίας. Να οργανωθεί επιστημονικά η προληπτική ενδυνάμωση όλων των φορέων κοινωνικοποίησης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον πρωταρχικό φορέα, αυτό της οικογένειας. Να υπάρξει στοχευμένη παροχή υπηρεσιών συμβουλευτικής και πληροφόρησης, αλλά και προώθηση αποτελεσματικών στρατηγικών προς όλους τους εμπλεκόμενους. Αυτή η διαδικασία για να λειτουργήσει σωστά χρειάζεται χρόνο, κόπο και άρτιο συντονισμό επιστημονικών ομάδων, συμβουλευτικών κέντρων, συντονιστών και κατάλληλων δομών».

«Παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση τα θύματα»

Τέλος, η κοινωνιολόγος-σχολική σύμβουλος κ. Μαράκη αναφέρθηκε και στους παράγοντες-αιτίες που θα λειτουργήσουν ανασταλτικά ώστε το παιδί ή ο έφηβος να μη γίνει θύμα σχολικού εκφοβισμού.

«Το ήρεμο και σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, το ουσιαστικό ενδιαφέρον των οικείων του, η κατανόηση και η αποδοχή είναι αυτά που θα βοηθήσουν το παιδί να ωριμάσει σωστά και να αναπτύξει μια υγιής και ισχυρή προσωπικότητα, που θα του επιτρέπει να προασπίζει τα δικαιώματά του, αλλά και να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Τα περισσότερα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού φέρουν ως θύματα παιδιά με χαμηλή αυτοπεποίθηση και συνακόλουθα χαμηλή αυτόεκτίμηση. Είναι παιδιά ευαίσθητα, με ιδιαιτερότητες, ευάλωτα στην παραμικρή δυσκολία και τις περισσότερες φορές φαίνεται να έχουν βιώσει ένα προβληματικό και ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται και να παρασύρονται εύκολα από άλλα άτομα.

Τα παιδιά αυτά έχουν ανάγκη φροντίδας, σεβασμού και εμπιστοσύνης, κατανόησης και ενσυναίσθησης, στοιχεία που κατακτιούνται πρώτα απ’ όλα μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο κατά την περίοδο της προσχολικής ηλικίας. Το σχολείο, με τη σειρά του, σταθερά, επαναλαμβανόμενα και βιωματικά μπορεί να ενισχύσει κατάλληλα όλα τα παραπάνω, προκειμένου το παιδί από το νηπιαγωγείο έως και το λύκειο να συμμετέχει στη σχολική ζωή και να διαχειρίζεται ειρηνικά όλες τις μικρές ή μεγάλες συγκρούσεις που μπορεί να δημιουργηθούν», κατέληξε η κ. Μαράκη.

 

Σχόλια