Κρήτη

Λιγοστό το ελληνικό σιτάρι, μεγάλες οι εισαγωγές

Σκληρό σιτάρι αμφιβόλου ποιότητα μπαίνει στη χώρα μας και εκτοπίζει το δικό μας - Θα μπορούσε η Κρήτη να έχει τις δικές της καλλιέργειες;

Σκληρό σιτάρι λιγοστό φέτος λόγω της ανομβρίας αλλά και της βροχής στον Θεσσαλικό Κάμπο, που υποβάθμισε τη λιγοστή ποσότητα... Παρ’ όλα αυτά όμως, οι τιμές παραγωγού χαρακτηρίζονται για το ελληνικό προϊόν ως εξευτελιστικές, ενώ την ίδια ώρα, σκληρό σιτάρι αμφιβόλου ποιότητας, σύμφωνα με καταγγελίες αγροτών, μπαίνει στη χώρα μας και εκτοπίζει το δικό μας... Αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα και μας αφορά όλους λόγω της παραγωγής αλεύρων...

Το θέμα είναι, όμως, εμείς εδώ στην Κρήτη θα μπορούσαμε να έχουμε τις δικές μας ανάλογες καλλιέργειες, όπως γινόταν παλιά στον κάμπο της Μεσαράς; Πολλά τα ερωτήματα σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή... Οι βροχές στη Θεσσαλία δημιούργησαν προβλήματα στη συγκομιδή του σκληρού σιταριού. Και παράλληλα, η φετινή ανομβρία φαίνεται ότι έχει επηρεάσει τόσο την ποιότητα όσο και τις ποσότητες του σκληρού σιταριού, ενώ οι βροχές περισσότερο έβλαψαν παρά βοήθησαν τα “έτοιμα” σιτάρια.

Έμποροι και εξαγωγείς στέκονται στα ιδιαίτερα χαμηλά ειδικά βάρη που καταγράφονται, χαρακτηριστικό που εν μέρει μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι μέχρι στιγμής έχουν συγκομιστεί τα πιο ξερικά και ταλαιπωρημένα από την ξηρασία χωράφια. Το αντίθετο ισχύει για τις πρωτεΐνες, οι οποίες, επιβεβαιώνοντας τις σχετικές προβλέψεις, εμφανίζονται φέτος ιδιαίτερα αυξημένες.

 

Στην Κρήτη

Πριν από δεκάδες χρόνια, στη Μεσαρά υπήρχαν καλλιέργειες σιτηρών και δημητριακών. Σήμερα έχουμε τέτοιες δυνατότητες; Ο πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ηρακλείου, ο κτηνίατρος Αλέκος Στεφανάκης είπε στη “Νέα Κρήτη”: «Δεν αξίζει τον κόπο. Είναι άδικο, όταν έχεις έναν τόπο που μπορεί να παράγει άλλα προϊόντα πολύ υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, να γυρίσουμε σε φυτά μεγάλης καλλιέργειας. Η ποσότητα που μπορεί να παραχθεί είναι μηδαμινή. Εδώ δεν έχουμε μηχανήματα για να θερίσουμε και να αλωνίσουμε. Υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Όπως δεν μπορεί η Κρήτη, για παράδειγμα, να ανταγωνιστεί τους παραγωγούς του βοδινού κρέατος, αλλά την ίδια ώρα έχει μια πολύ δυνατή αιγοπροβατοτροφία. Κι εκεί βέβαια “σαλάτα” τα έχουμε κάνει»...

Μάλιστα, αναφερόμενος σε επίπεδο Ελλάδας, επισήμανε τα εξής: «Εμείς ως χώρα βάζουμε σε δεύτερη μοίρα την ποιότητα. Δηλαδή είμαστε η μόνη χώρα που δεν έχει ποιοτική ταξινόμηση στα κρέατα. Αποφεύγουμε την ποιοτική ταξινόμηση των προϊόντων, γιατί εκεί δίνεται η δυνατότητα στο εμπορικό σύστημα και πουλάει ό,τι θέλει. Αυτό είναι ένα τεράστιο θέμα. Και σε ό,τι αφορά τα δημητριακά και τις ζωοτροφές, ενώ παράγουμε ένα εκπληκτικής ποιότητας καλαμπόκι, σιτάρι κ.λπ., έχουμε το μεγάλο πρόβλημα του μικρού και πολυτεμαχισμένου κλήρου και δεν μπορεί να γίνει από τους παραγωγούς μια διεκδίκηση ποιότητας και τιμών. Αυτό το ρόλο είχαν παλιά οι ενώσεις. Δεν κατάφεραν να τον εκπληρώσουν και δυστυχώς χρεωκόπησαν. Σήμερα η Ελλάδα δεν έχει ενώσεις και άρα δεν έχουμε δύναμη για να διεκδικήσουμε».

Ωστόσο, ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να γίνει διακίνηση υποβαθμισμένης πρώτης ύλης, γιατί γίνονται σοβαροί έλεγχοι.

 

Στην Ελλάδα και παγκοσμίως

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, η παγκόσμια παραγωγή σκληρού σίτου ανέρχεται στους 35,3 εκατομμύρια τόνους, εκ των οποίων τα 8,6 εκατομμύρια (24%) παράγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 μελών.

Στην Ευρώπη, οι μεγαλύτεροι παραγωγοί είναι η Ιταλία (3,9 εκατ. τόνοι), η Γαλλία (2,5 εκατ.), η Ελλάδα (0,9 εκατ.) και η Ισπανία (0,8 εκατ. τόνοι). Εκτός Ευρώπης, μεγάλοι στην παραγωγή σκληρού σιταριού είναι ο Καναδάς (3 εκατ. τόνοι), οι ΗΠΑ (3 εκατ.), η Τουρκία (2,9 εκατ.), η Αλγερία (2,4 εκατ.) και η Αυστραλία (0,6 εκατ. τόνοι). Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σκληρού σίτου στον κόσμο είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (2,3 εκατ. τόνοι) και οι χώρες της Βορείου Αφρικής, όπως Αλγερία, Τυνησία, Λιβύη και Μαρόκο, που το χρησιμοποιούν για παρασκευή κους-κους (η Αλγερία εισάγει 1,4 εκατ. τόνους).

Ο μεγαλύτερος εισαγωγέας στην Ευρώπη είναι η Ιταλία, η οποία για την περίοδο 2010-2011 προβλέπεται να εισάγει 460 χιλιάδες τόνους από τη Γαλλία, 170 από την Ελλάδα και 51 από την Ισπανία. Επιπρόσθετα, θα εισάγει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο τόνους από χώρες εκτός Ευρώπης και ιδιαίτερα από τον Καναδά και την Αυστραλία.

Στην Ελλάδα, η παραγωγή μαλακού σιταριού έφτασε στα επίπεδα της αυτάρκειας τη δεκαετία του 1950 και προς τα τέλη του 1970 υπήρχε πλεόνασμα, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το 1984. Έκτοτε αρχίζει ραγδαία μείωση της καλλιέργειας του μαλακού σιταριού, η οποία συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού, με αποτέλεσμα από τότε η Ελλάδα να είναι ελλειμματική σε μαλακό σιτάρι και πλεονασματική σε σκληρό. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, από 7 εκατ. στρ. το 1980, η έκταση καλλιέργειας του μαλακού σιταριού έπεσε κάτω στις 900 χιλ. το 2004, ενώ το 2010 ήταν στο 1,3 εκατ. στρ. Αντίθετα, η έκταση καλλιέργειας του σκληρού σιταριού από 2,3 εκατ. στρ. το 1980 αυξήθηκε σε 7,5 εκατ. στρ. το 2004 και το 2010 ήταν στα 5,3 εκατ. στρ.

Σήμερα το σύνολο των καλλιεργούμενων εκτάσεων με σιτηρά ανέρχεται περίπου σε 10 εκατομμύρια στρέμματα και η εσωτερική ζήτηση καλύπτεται κυρίως από εισαγωγές που φτάνουν περίπου τους 1.700.000 τόνους.

Σχόλια