Κρήτη

Έξι χρόνια χωρίς τον ξεχωριστό λαουτιέρη Νίκο Μανιά

K' εσύ, για κτύπο λαγουτιού, για τραγουδιού γλυκότη,
εσκλάβωσες τση μουσικής τον κάθε ταξιδιώτ

Πάνε έξι χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή το "αηδόνι της Κρήτης" και "άρχοντας της κρητικής μουσικής", ο γνωστός λαουτιέρης και τραγουδιστής Νίκος Μανιάς

Ήταν Μάιος του 2012 όταν έφυγε στα 81 του ο Νίκος Μανιαδάκης, γνωστός και ως Μανιάς. Ο λαουτιέρης από την Επισκοπή Ρεθύμνου ξεχώρισε από τα πρώτα του βήματα για το ιδιαίτερο μουσικό του ταλέντο

Ένας από τους τελευταίους μεγάλους της παραδοσιακής μουσικής κατέγραψε στο κρητικό πεντάγραμμο πάνω από 60 χρόνια αδιάλλειπτης πορείας. Ήταν το τελευταίο παιδί μίας φτωχής αγροτικής οικογένειας με επτά παιδιά. Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Το σχολείο το σταμάτησε σε ηλικία 8 ετών με το ξέσπασμα του πολέμου και στα 13 του έχασε τον πατέρα του

Στα 16 του, το 1947, πήρε δώρο από ένα θείο του μια λύρα. Σύντομα όμως την άφησε στην άκρη για χάρη του λαούτου, με το οποίο σημάδεψε την μουσική μας και σφράγισε την προσωπική του διαδρομή

Ως πρότυπο είχε τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη και με την κληρονομιά του ξακουστού συντοπίτη του θρυλικού λαουτιέρη - τραγουδιστή Σταύρου Ψύλλου ο Νίκος Μανιάς έκανε το πρώτο του βήμα, μια δημόσια εμφάνιση το 1947 σε έναν γάμο δίπλα στον συγχωριανό του λυράρη, Κυριάκο Μαυράκη.


Σταθμός στην πορεία του στάθηκε η γνωριμία με τον Κώστα Μουντάκη το 1953 σε ένα πανηγύρι στον Κουρνά Αποκορώνου, από όπου ξεκίνησε μια 25ετή συνεργασία. Η πρώτη του δισκογραφική δουλειά σε συνεργασία με τον Κώστα Μουντάκη ήταν με τίτλο: «Σαν το ζητιάνο έρχομαι» και κυκλοφόρησε το 1953

Το 1958 άρχισαν πολύμηνη περιοδεία στην Αμερική, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Αγαπήθηκαν και φιλοξενήθηκαν με αγάπη από όλη την Κρητική Ομογένεια. Περιόδευσε επίσης με τον Νίκο Σωπασή, Λεωνίδα Κλάδο, Νίκο Ξυλούρη και Βασίλη Σκουλά. Αξέχαστο του έμεινε το ταξίδι στη Χαβάη με τον Όμιλο Βρακοφόρων Κρήτης, όπου δίδαξε για λίγες μέρες την τέχνη του λαούτου στα εκεί ελληνόπουλα

Ο Νικός Μανιάς αποτέλεσε μοναδικό δίδυμο, ιδίως σε ζωντανές εμφανίσεις, με τον επίσης μεγάλο λυράρη Θανάση Σκορδαλό («περνάς και δεν με χαιρετάς», «πότε θα κάμει ξαστεριά», «πέρδικα όμορφο πουλί» κ.α.)
Υπήρξε ίσως ο μόνος που μπορούσε να ερμηνεύσει τόσο άρτια τα γνωστά ταμπαχανιώτικα ή αμανέδες, τα κρητικά τραγούδια των πόλεων, ενώ θεωρείται από τους πλέον δοκιμασμένους στην απόδοση των ριζίτικων τραγουδιών με δύναμη, χάρη και ακρίβεια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε ευτυχισμένος δίπλα στην οικογένειά του, στον κάμπο της Επισκοπής.

Σχόλια